Κερασία

Διάβασα την Κερασία σε ένα απόγευμα. Με μια μόνο ανάγνωση. Χωρίς διάλειμμα. Χωρίς να αφήσω κάτω το βιβλίο. Χωρίς να καταλάβω πώς πέρασε η ώρα. Κι αυτό, νομίζω, είναι ένα κέρδος για μένα τον αναγνώστη. Αλλά και για το βιβλίο. Που του αφιερώθηκε τόσο απρόσκοπτα ο αναγνώστης του.

Η Κερασία είναι μια άλλη νουβέλα! Όπως το λέει και στο εξώφυλλό του το βιβλίο. Είναι σημερινή, είναι δροσερή, είναι σε ενεστώτα χρόνο. Παρουσιάζει μια γυναίκα στην σύγχρονη  εποχή, με τις  επιταγές της μόδας, της τεχνολογίας, αλλά και με τα όνειρα και τα συναισθήματα κάθε εποχής.

Η Κερασία ψάχνει ό,τι ψάχνει κάθε γυναίκα, σε κάθε εποχή. Τον έρωτα! Την αληθινή αγάπη! Είναι θαρραλέα, είναι δροσερή, είναι πάνω από όλα ο εαυτός της. Και αυτό φαίνεται σε κάθε σελίδα του βιβλίου. Η Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη έχει φτιάξει έναν ζωντανό και ενδιαφέροντα χαρακτήρα και μας τον προσφέρει απλόχερα, να τον γνωρίσουμε.

Η συγγραφέας φτιάχνει διαλόγους που είναι άμεσοι και ρεαλιστικοί. Πολύ ανθρώπινοι και κοντινοί στον αναγνώστη είναι και οι δευτερεύοντες ρόλοι. Έχουν όλοι να μας προσφέρουν κάτι. Να μάθουμε από αυτούς κάτι για τον εαυτό μας. Έξυπνο θεωρώ, επίσης, τον τρόπο σύνδεσης από το ένα κεφάλαιο στο άλλο. Είναι πρωτότυπη και διασκεδαστική.

Η Κερασία είναι μια ενδιαφέρουσα γυναίκα και μια ενδιαφέρουσα νουβέλα!

Καλή ανάγνωση!Κερασία

Δεύτερες Ζωές – Κατερίνα Σαμψώνα

Σχόλια σε μια ανάγνωσηDefteres zoes

Όταν διαβάζεις βιβλία που έχουν γράψει άνθρωποι που γνωρίζεις, που εκτιμάς, που έχεις μαζί τους μια σχέση φιλίας, τότε η ανάγνωση  είναι μαγική. Γιατί βλέπεις την δέσμευσή τους απέναντι σε αυτό που έγραψαν. Βλέπεις το έργο τους και την προσπάθειά τους.

Οι Δεύτερες Ζωές είναι ένα μυθιστόρημα που αφορά στο συναίσθημα. Και έτσι διαβάζεται. Πέρα από την πλοκή, η ουσία βρίσκεται στα συναισθήματα που κουβαλούν οι λέξεις. Η Κατερίνα Σαμψώνα έχει μια γραφή που σε ξεκουράζει, σε συντροφεύει, που δεν σε αφήνει μόνο.

Πρωταγωνιστές είναι οι γυναίκες. Που ερωτεύονται, που παντρεύονται, που γεννούν, που προσπαθούν, που πληγώνονται και που συνεχίζουν. Μα και οι άντρες, που τις αγαπούν, που τις πληγώνουν, που τις θαυμάζουν, που τις κατακτούν και που, καμιά φορά, τις καταστρέφουν. Πρωταγωνιστές είναι οι άνθρωποι. Οι Δεύτερες Ζωές είναι ένα μυθιστόρημα για τις ανθρώπινες σχέσεις.

Η Κατερίνα Σαμψώνα φτιάχνει δυνατούς χαρακτήρες. Μας τους περιγράφει από κοντά. Τους γνωρίζουμε καλά. Δενόμαστε μαζί τους. Έχουν την φωτεινή και την σκοτεινή πλευρά τους, είναι δυνατοί και αδύναμοι μαζί. Έχουν όλοι να μας μάθουν κάτι.

Αν είχα να παρατηρήσω κάτι, που θα μπορούσε να είναι αλλιώς, θα ήταν η πλοκή. Ακουμπάει σε στερεότυπα ενώ τελικά δεν τα χρειάζεται. Η εποχή, που επιβάλλει κοινωνικές επιταγές σχετικά με τον γάμο των γυναικών, ίσως αδικεί. Η ηρωίδα του βιβλίου μοιάζει προστατευμένη στον καλό της χαρακτήρα και στην ομορφιά της. Θα ήθελα να μας έδειχνε και άλλες της αξίες.

Όμως εγώ διάβασα το μυθιστόρημα μένοντας στο συναίσθημα. Συγκινήθηκα και είδα κάτι από τη ζωή μου σε κάποια σημεία. Κι έτσι νομίζω πως θα νιώσει όποιος το διαβάσει.

Καλή ανάγνωση!

Ο κήπος της αρχοντοπούλας

Ήταν μια όμορφη αρχοντοπούλα που είχε έναν σπάνιο κήπο με πουλιά, μπορεί και να μην ήτανε…

Όλοι είχαν να λένε για την ομορφιά της. Μα η ομορφιά της δεν ήταν τίποτα μπροστά στην εξυπνάδα της.  Και η εξυπνάδα της δεν ήταν τίποτα μπροστά στην καλοσύνη της. Μα πιο παράξενο από όλα ήταν το χάρισμά της. Η μικρή αρχοντοπούλα είχε ένα χάρισμα ανεκτίμητο. Και γι’αυτό έρχονταν στον κήπο της όλα τα πουλιά, που πετούσαν στους ουρανούς της πόλης. Και μαζί και όλα τα μικρά παιδιά, που ζούσαν στην πόλη τους.

Σίγουρα ήθελαν να δουν τα καστανά μακριά μαλλιά, τα ανοιχτά καστανά μάτια (τόσο ανοιχτόχρωμα που νόμιζες καμιά φορά πως είχαν μέσα στην ίριδά τους ηλιαχτίδες)  τα κόκκινα χείλη ίδια τριαντάφυλλα, το δέρμα που χρύσιζε όπως η άμμος στις ακρογιαλιές του ωκεανού. Ίσως κάποια πουλιά ήθελα να την ακούσουν να τραγουδά. Ίσως να τη δουν να χτενίζεται στο φεγγαρόφωτο. Όμως όλα, – ανεξαιρέτως όλα – έρχονταν κοντά της στο ηλιοβασίλεμα, για να την ακούσουν να λέει τις ιστορίες της. Γιατί αυτό ήταν το σπάνιο χάρισμά της: έλεγε ιστορίες που μάγευαν και έκοβαν την μιλιά των ανθρώπων. Που γιάτρευαν την μοναξιά όσων ήταν μόνοι, που μετρίαζαν τον πόνο όσων ήταν άρρωστοι, που απάλυναν την θλίψη όσων είχαν χάσει αγαπημένους. Η μικρή αρχοντοπούλα δεν έλεγε απλά ιστορίες. Σε κάθε ιστορία απλόχερα έκοβε και έβαζε ένα κομμάτι από την ψυχή της.

Ο πατέρας της – που άλλη χαρά δεν είχε στη ζωή εκτός από εκείνη – τη μάλωνε που κουραζόταν τόσο, και που κάθε απόγευμα έτρωγε τις ώρες της με τα πουλιά του κήπου, με τα παιδιά των εργατών που μαζεύονταν κάτω από το μπαλκόνι της, με τους εργάτες και τις εργάτριες, που κάθονταν κάτω από τα δέντρα. Άλλα έπρεπε να ήταν τώρα τα ενδιαφέροντά της. Να διαλέξει υφάσματα για τα φορέματα χορού, παπούτσια για τις βόλτες στην προκυμαία της πόλης, τσάντες και ζώνες να ταιριάξει με το καθένα τους, κορδέλες για τα μαλλιά, κοκκινάδι για τα χείλη… Πόσο τα βαριόταν η αρχοντοπούλα όλα αυτά… Χαμογελούσε στον πατέρα της, τον έπαιρνε αγκαλιά και τον έκανε να λιώνει…

  • «Πατέρα, μην ανησυχείς για μένα. Όμορφα περνάω εδώ στον κήπο την ώρα του δειλινού. Μιλάω με τα πουλιά και αυτό μου δίνει χαρά. Μιλάω με τα παιδιά και αυτό είναι μια μεγάλη ξεκούραση. Μην ανησυχείς για μένα.»
  • «Καλά, κορίτσι μου, ό,τι πεις.», της απαντούσε εκείνος σαστισμένος.

Ώσπου μια μέρα, η αρχοντοπούλα είχε πει τόσες πολλές και διαφορετικές ιστορίες, τόσο παράξενες και ξεχωριστές, και σε κάθε μια από αυτές είχε βάλει ένα τόσο δα κομμάτι από την ψυχή της, και στο τέλος δεν της έμεινε πια ψυχή.

Η αρχοντοπούλα αρρώστησε βαριά όταν δεν της έμεινε ψυχή.

Ο πατέρας της έπεσε σε βαθιά απόγνωση, δεν έτρωγε και δεν κοιμόταν. Τέλειωνε η ζωή του. Δεν είχε άλλη πιο πολύτιμη από εκείνη. Κι όσο την έβλεπε να λιώνει τόσο θλιβόταν και απελπιζόταν. Πλήρωνε όσο-όσο όποιον γιατρό ερχόταν να τη δει. Όποιον γιατρό του έδινε και την πιο μικρή ελπίδα. Κι ήρθαν όντως πολλοί, που με τον τρόπο τους προσπαθούσαν να κάνουν καλά την όμορφη άρρωστη. Μάταιος κόπος όμως. Μάταιος. Γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει γιατρός για τις ψυχές.

Όταν ο μεγάλος άρχοντας έφτασε στο τέλος της απελπισίας, όταν οι πνοές της όμορφης αρχοντοπούλας ήταν μετρημένες πάνω σε αυτήν την γη, τότε από ένα μέρος μακρινό, από ένα μέρος που οι άνεμοι δεν ήταν νότιοι και δεν το έβρεχαν οι δύο ωκεανοί, φάνηκε ένα παλικάρι, με ίσιο βήμα και με καθαρό, γαλάζιο βλέμμα.

Η ιστορία με την όμορφη αρχοντοπούλα που έχανε την ψυχή της καθώς την έβαλε σε τόσες όμορφες ιστορίες, που έκαναν τόσο καλό σε ανθρώπους και πουλιά, είχε περάσει τα σύνορα, όχι γιατί υπήρχε άμεση κάλυψη στις ειδήσεις η κάποια νέα τεχνολογική ανακάλυψη, αλλά γιατί τίποτε δεν μαθαίνεται πιο γρήγορα από αυτό που περνάει από στόμα σε στόμα. Και όπως περνάει από στόμα σε στόμα, πολλαπλασιάζεται και γιγαντώνει και παίρνει κι άλλες ερμηνείες κι έγνοιες από αυτούς που το λένε.

Το παλικάρι έμαθε τα νέα. Και ξεκίνησε για να βοηθήσει.

Ήταν από εκείνους που δεν μπορούν να μην βοηθήσουν. Που νιώθουν την φωνή του πόνου. Που την ακούν εκκωφαντική στ’αυτιά τους. Που δεν βολεύονται. Που δεν έχουν εγώ. Που ξεκινάνε από το πουθενά, με όποιον τρόπο και πάνε εκεί, στο σημείο του πόνου. Είχε βοηθήσει ανθρώπους και ανθρώπους στη ζωή του και πάντα στα κρυφά, χωρίς να τον δει κανείς. Γιατί μόνο αυτό δεν άντεχε. Να τον παινεύουν.

Ήρθε χωρίς άλογο και χωρίς όπλα. Με βήμα σταθερό και με δυο δυνατά χέρια. Ρώτησε στην πόλη κι έμαθε για την αρχοντοπούλα. Ήρθε κατ’αρχήν για το καλό της. Για να προσπαθήσει κι αυτός να βοηθήσει την αρχοντοπούλα που είχε χάσει την ψυχή της και σε λίγο θα έχανε και την ζωή της. Δεν ήρθε να της δώσει το φιλί. Δεν ζήταγε ανταμοιβή. Δεν ήταν πρίγκιπας. Δεν είχε καν πλούτη. Δεν ήρθε για να την παντρευτεί και να κερδίσει αξιώματα δίπλα της.

Ο βασιλιάς, αρκετά καχύποπτος που δεν είχε μπροστά του έναν πρίγκιπα ή ένα τουλάχιστον αρχοντόπουλο ήταν έτοιμος να του αρνηθεί την είσοδο. Πού ακούστηκε έναν απλός θνητός να θέλει να σώσει μια τέτοια κόρη; Όμως η απελπισία του δεν του άφηνε περιθώρια. Ο άνθρωπος αλλάζει και γίνεται στ’αλήθεια σοφότερος όταν φτάσει να χάσει ό,τι πιο πολύτιμο έχει… Στην πραγματικότητα μόνο τότε γίνεται στ’αλήθεια σοφός.

  • «Άρχοντά μου, ένας νέος ζήτησε να δει την άρρωστη αρχοντοπούλα μας. Λέει πως θα ήθελε να της μιλήσει. Δεν μας ανέφερε κανέναν τίτλο τιμής. Δεν είναι κανένα από τα γνωστά πριγκιπόπουλα. Τι να κάνει η φρουρά;» ρώτησε ο υπασπιστής του πύργου.
  • «Αφήστε τον να περάσει…» βρήκε να πει κουρασμένα ο άρχοντας.

Όταν είδε το γαλάζιο βλέμμα του παλικαριού ο απελπισμένος πατέρας, όμως, κάτι ζεστάθηκε μέσα στην καρδιά του.

  • «Από εδώ. Από εδώ είναι η κάμαρά της. Πήγαινε κοντά της…» ψέλλισε.

Ίσως να ήταν ο μόνος νέος που πήγε κοντά της χωρίς δώρα. Δεν είχε μαζί του δαχτυλίδι με διαμάντι. Δεν είχε χρυσή αλυσίδα με ρουμπίνια. Δεν είχε φέρει μαργαριτάρια για τον άσπρο της λαιμό. Δεν της κρατούσε καν λουλούδια, καθώς δεν ήταν στον χαρακτήρα του να κόβει κάτι που είχε ζωή. Δεν είχε κάτι να την εντυπωσιάσει.

Εκείνη όμως είχε πολλά. Όμορφο πρόσωπο, σαν το φεγγάρι το βράδυ που γεμίζει. Καστανά μαλλιά, σαν κύματα του ωκεανού την νύχτα. Γραμμένα φρύδια, βλέφαρα σαν ζωγραφιάς. Κόκκινα χείλη, σαν ματωμένα χαμόγελα. Και μάτια καστανά με ήλιους μέσα. Άσπρα χέρια σαν να ήταν γιασεμιά. Απαλούς ώμους και στήθη, μήλα που στέρησαν τον παράδεισο στους πρωτόπλαστους.

Για μια στιγμή δεν άντεξε να την κοιτά άλλο. Έριξε το βλέμμα στο πάτωμα, για να μπορέσει η καρδιά του να μετρήσει τους χτύπους της. Γιατί είχε χάσει κάποιους.

Δεν της είπε λέξη για την ομορφιά της, που του έκοψε την ανάσα. Δεν της είπε λέξη για αυτό που ξεκινούσε μέσα στην καρδιά του. Δεν της είπε λέξη για αγάπη κι έρωτα. Δεν της έταξε τίποτα από όσα θα μπορούσε να της δώσει. Δεν είπε λέξη για το μέλλον και για υποσχέσεις. Πήρε το χέρι της στο χέρι του και της μίλησε σταθερά για αυτούς που την περίμεναν. Της είπε για τον κήπο της που είχε στερέψει από ζωντάνια και ομορφιά. Της είπε για τα πουλιά που είχαν σωπάσει. Για τα παιδιά που δεν έπαιζαν πια ξένοιαστα, μα κοίταζαν τα παράθυρά της φοβισμένα. Για τους ανθρώπους του μόχθου, που δεν έβρισκαν πια ησυχία και παρηγοριά στις ιστορίες της, μα βυθίζονταν μέσα στην φτώχεια και την απελπισία τους.

Και της είπε κι άλλα. Που ακόμα εκείνη δεν είχε δει. Για πόνο που υπήρχε στα μέρη τους, στη νότια γη τους που βρεχόταν από τους δύο ωκεανούς μα και αλλού σε όλη τη γη. Για παιδιά που πεινούσαν τόσο που δεν έπαιζαν. Για ανθρώπους που είχαν ανάγκη ένα χαμόγελο. Που είχαν ανάγκη εκείνη…

  • «Βρες τρόπο να φτιάξεις ψυχή από το λίγο της ψυχής σου… Σε έχουν ανάγκη τόσοι άνθρωποι, Όμορφη. Πώς μένεις εδώ έτσι άπραγη;» την ψευτο-μάλωσε.
  • «Ήρθες λοιπόν. Εσύ είσαι. Είχα απελπιστεί πως δεν θα ερχόσουν ποτέ.» είπε εκείνη με την σοφία της ερωτευμένης γυναίκας. Και συνέχισε.
  • «Μου τέλειωσε η ψυχή. Έκοβα και έβαζα ένα κομματάκι σε κάθε ιστορία που έλεγα. Δεν είπα κάποια ψεύτικη. Δεν γινόταν.» δικαιολογήθηκε.

Όμως οι ψυχές έρχονται στον κόσμου δυο – δυο και συναντιούνται. Μόνο οι δύο σε όλον τον κόσμο είναι φτιαγμένες από το ίδιο υλικό. Και γι’αυτό η μία δίνει στην άλλη. Και η δύναμή τους όταν βρεθούν δεν τελειώνει. Ο νέος χωρίς άλογο και χωρίς τίτλους είχε ψυχή από το ίδιο υλικό με την όμορφη αρχοντοπούλα. Και απλόχερα της την έδωσε. Και οι δυο ψυχές δυνάμωσαν τώρα που βρέθηκαν μαζί.

Η αρχοντοπούλα πήρε δύναμη από την ψυχή του παλικαριού. Κι εκείνος πήρε δύναμη από την αγάπη της και την ομορφιά της. Την σήκωσε απαλά κρατώντας την από το χέρι και πρώτα την πήγε στον πατέρα της. Ο γέρο – άρχοντας όταν την είδε όρθια και χαμογελαστή, με κόκκινα μάγουλα και ερωτευμένα μάτια, ένιωσε πραγματικά ευτυχισμένος. Δεν είπε κουβέντα στον άγνωστο νέο, που δεν είχε αρχοντική καταγωγή. Μόνο έσκυψε με σεβασμό μπροστά του. Κι αυτή η υπόκλιση τα είπε όλα.

Ο νέος και η αρχοντοπούλα έφυγαν από την πόλης της και ταξίδεψαν μαζί παντού. Βοήθησαν όσους μπορούσαν και όσους ακόμα δεν άντεχαν και δεν μπορούσαν. Ξεκίνησαν μαζί ένα ατέλειωτο ταξίδι, που κράτησε μια ζωή. Πήγαιναν σε κάθε πόλη και χωριό της πολύπαθης νότιας γης τους, που τόσα δεινά περνούσε από τους παλιούς πολέμους που μπλέκονταν με τους καινούριους. Πήγαιναν κοντά σε κάθε δυστυχισμένο, πεινασμένο, απελπισμένο και έδιναν, άγγιζαν, βοηθούσαν, χαμογελούσαν. Πήγαν σε όλα τα μέρη της γης που οι άνθρωποι είχαν ζήσει τον μεγαλύτερο πόνο.

Ήταν εκείνος το στήριγμα και η έμπνευσή της. Εκείνος ήταν η ζωή και η ανάσα της. Ήταν η ψυχή της.

Ήταν εκείνη το χάδι και η ξεκούρασή του. Εκείνη ήταν η δύναμη και η δικαιοσύνη του. Ήταν η ψυχή του.

Τον κήπο, που είχε γεμίσει ξανά με πουλιά, η αρχοντοπούλα και ο νέος τον χάρισαν στα παιδιά της πόλης και σε όσα παιδιά ο πόλεμος και η δυστυχία τα έφερνε στην πόλη τους από οπουδήποτε. Ένα μικρό σχολείο φτιάχτηκε εκεί που ήταν κάποτε το δωμάτιο της.

Τώρα στον κήπο αντί για ιστορίες άκουγες τα γέλια των παιδιών και το κελάηδισμα των πουλιών. Και με τον τρόπο τους έλεγαν την ιστορία της αρχοντοπούλας και του νέου… Και ήταν ο καλύτερος τρόπος…

Singapore Sling

Τα παλιά χρόνια η Σιγκαπούρη ήταν ένα όμορφο και ήσυχο ψαροχώρι με δύο – τρεις χιλιάδες κατοίκους, που είχαν μαλαισιανή καταγωγή. Μετά όμως ήρθαν οι Βρετανοί – προφανώς για να φέρουν τον πολιτισμό και σε αυτήν την άμοιρη πλευρά της γης. Κι έτσι η Σιγκαπούρη έγινε Βρετανική αποικία. Αν μη τι άλλο, οι Βρετανοί είχαν μεγάλο ταλέντο στο να ανακαλύπτουν όμορφες χώρες και να τις κάνουν αποικίες.

Μαζί με την κατάκτησή τους έφεραν και τις συνήθειές τους. Έτσι στη μέση μιας μοναδικής σε ομορφιά ζούγκλας, με χρυσές ακτές και απέραντη θάλασσα, εκείνοι έφτιαξαν γήπεδα του γκολφ και απογευματινές λέσχες με αυστηρά κριτήρια εισόδου. Φυσικά οι Λέσχες ήταν κλειστές. Μόνο μέλη μπορούσαν να πηγαίνουν. Και φυσικά υπήρχαν ξεχωριστές για άντρες και για γυναίκες.

Έτσι οι Βρετανοί αξιωματούχοι και διπλωμάτες έμπαιναν στην Λέσχη τους κάποια απογεύματα την εβδομάδα κι έπιναν ουίσκυ μιλώντας για πολιτική και χρηματιστήρια, αφήνοντας τις γυναίκες τους στην δική τους Λέσχη, όπου εκείνες δεν μπορούσαν να πιουν παρά μόνο ζεστό τσάι, σύμφωνα με την ηθική και την παράδοση της εποχής και της βασιλικής αυλής. Όσο και φιλότιμο κι αν έδιξαν στην νέα τους αυτή πατρίδα, όσο χαμογελαστές κι αν σερβίρονταν το τσάι που τους έφερνε ο νεαρός μπαρ τέντερ, με τον στόλο από υπηρέτες που υπήρχαν στην Λέσχη, οι γυναίκες των Βρετανών έπλητταν ξεκάθαρα. Καμιά φορά τόσο, που δεν πήγαιναν καν στην Λέσχη τους. Ποια νοιάζεται για μια κούπα καυτό τσάι;

Και τότε την είδε. Ο ταπεινός μπάρ τέντερ από την πιο μικρή γωνιά της Κίνας, μεγαλωμένος έτσι ώστε να μην βλέπει πέρα από το shaker και τα μπουκάλια από τα ποτά του, και από τα ποτήρια που με τόση τέχνη γέμιζε, σε ένα παράλογο γύρισμα της μοίρας, τόλμισε να ρίξει το βλέμμα του στην θλιμμένη Αγγλίδα, που καθόταν ανόρεχτη μπροστά στην κούπα από το τσάι της. Το λευκό της δέρμα δεν έμοιαζε με το λευκό δέρμα που είχαν τα κορίτσια της επαρχίας του, ούτε το αυταρχικό της βλέμμα είχε κάτι από την ταπεινότητα με την οποία είχαν μάθει τα κορίτσια της πατρίδας του να κοιτάζουν την γη, που βρίσκονταν μπροστά από πόδα ενός άντρα. Όμως το λευκό δέρμα αυτής της παντρεμένης Αγγλίδας και το βλέμμα της ήταν όσα εκείνος είχε ονειρευτεί. Και ας μην είχε τολμήσει να το σκεφτεί και να το παραδεχθεί στον εαυτό του. Αλλά αν υπάρχει κάτι, που σε αυτή τη ζωή έχει τόλμη, αυτό είναι ο έρωτας.

Οι Βρετανοί ήταν πολύ ήσυχοι για την ασφάλεια των γυναικών τους στην Λέσχη. Άλλωστε ποια κυρία της Βρετανικής κοινωνικής ελίτ, θα γύριζε ποτέ να κοιτάξει έναν ιθαγενή υπάλληλο σε μια αποικία; Και ακόμα αν γινόταν και κάτι τέτοιο (ας πούμε – γιατί είχαμε κάποτε και την άτυχη περίπτωση της Λαίδης Τσάτερλυ να βρωμίζει τις συνειδήσεις), ποιος ιθαγενής που είχε σταθεί τόσο τυχερός ώστε να έχει μια δουλειά στην Λέσχη, τόσο ξεκούραστη και καλοπληρωμένη, αντί για να δουλεύει στα χωράφια και τα ορυχεία, όπως οι υπόλοιποι, θα έβαζε μια τέτοια προοπτική σε κίνδυνο, για μια γυναίκα. Αλλά, αν υπάρχει κάτι που σε αυτή τη ζωή που δεν δίνει σημασία στην καταγωγή, την εθνικότητα και την ασφάλεια της προοπτικής, αυτό είναι ο έρωτας.

Ο ερωτευμένος μπάρμαν μέτραγε τις μέρες, για να τη δει. Και τις ώρες. Γιατί το να τη δει ήταν το περισσότερο που μπορούσε. Και ήταν από μόνο του, ανεκτίμητο. Και πρόσεξε πως οι φορές μειώθηκαν. Οι μέρες τις εβδομάδας που εκείνη έρχονταν στη Λέσχη έγιναν όλο και λιγότερες. Οι φορές που οι κυρίες έρχονταν στην Λέσχη έγιναν όλο και λιγότερες, τελικά. Οι κυρίες είχαν βαρεθεί. Αυτό από μόνο του δεν τον ενδιέφερε και τόσο. Μα το να μην έρχονται οι Βρετανίδες πια στη Λέσχη σήμαινε, πως δεν θα την έβλεπε. Κι αυτό έμοιαζε με το τέλος του κόσμου. Ο μπάρμαν κάθησε να σκεφτεί.

Την επόμενη φορά που όλες οι κυρίες ήταν στην Λέσχη – μια Παρασκευή απόγευμα – όταν είχαν πιει πάνω από δύο φλυτζάνια τσάι η καθεμιά, αρωματισμένο με γιασεμί, ακόμα και με χυμό από μάγκο – του ήρθε η ιδέα. Χωρίς καν να το σκεφτεί. Πήρε το shaker και έβαλε μέσα δύο καλές μεζούρες τζιν και μετά πρόσθεσε εξωτικούς χυμούς – χυμό ανανά και πορτοκαλιού και μάγκο – και σέρυ κεράσι, όπως τα χείλη της. Σέρβιρε το κοκτέηλ σε κολονάτα ποτήρια, το δρόσισε με πάγο και το στόλισε με φρούτα. Με θάρρος και χαμόγελο το πρόσφερε στις κυρίες, αρχίζοντας φυσικά από την γηραιότερη. Όταν πρόσφερε σε εκείνη το ποτό της, δεν ένιωθε κανένα από τα δυο του χέρια. Ήταν σαν να είχαν κοπεί από τους ώμους.

Οι κυρίες δοκίμασαν το ποτό και δεν το πίστευαν. Τόση δροσιά και τόση γλύκα! Η πιο γηραιά κυρία, εκείνη που είχε την μεγαλύτερη επιρροή, ήταν και η πιο ενθουσιασμένη. Φώναξε τον μπάρμαν στο τραπέζι της, του έκλεισε με νόημα το μάτι και το μυστικό θα έμενε μεταξύ τους. Δεν χρειαζόταν κανείς έξω από την Λέσχη να μαθαίνε πως ο χυμός που έπιναν οι κυρίες είχε μέσα του εκτός από χυμούς και αλκοόλ.

Ο μπάρμαν αναζήτησε το βλέμμα της. Και βρήκε το χαμόγελό της. Δεν τα είχε καταφέρει κι άσχημα.

Οι κυρίες ήρθαν και την Κυριακή. Και έμειναν μισή ώρα παραπάνω από το συνηθισμένο. Μετά και την Τρίτη. Ποιος να ήλπιζε σε τόση ευτυχία; Μπορούσε να την βλέπει σχεδόν κάθε άλλη μέρα. Και σε λίγο καιρό, κάθε μέρα. «Ευλογημένο τζιν κι ευλογημένο σέρυ» σκεφτόταν.

Οι κύριοι κάτι παρατήρησαν μα δεν έδωσαν στην αρχή καμιά σημασία. Ίσα – ίσα, ήταν πολύ χαρούμενοι που οι σύζυγοι τους έλειπαν περισσότερες ώρες στην Λέσχη των Κυριών και τους άφηναν ήσυχους, να πούνε τα δικά τους. Μα σε λίγο τους έκανε εντύπωση η χαρά με την οποία πήγαιναν. Γιατί αν είναι να ελέγχει κάποιος κάτι,  σε έναν καθώς πρέπει γάμο είναι αυτό που προκαλεί χαρά στον άλλο. Δεν χρειάστηκε πολύ. Το πράγμα μαθεύτηκε. Για να μην δωθεί διάσταση και επειδή οι Βρετανοί σύζυγοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους ανοιχτόμυαλους, δεν έφεραν μεγάλες αντιρρήσεις. Φυσικά και μπήκε ένα φρένο στην συχνότητα με την οποία οι κυρίες πήγαιναν στην Λέσχη και ακόμα πιο πολύ η συχνότητα με την οποία έπιναν το κοκτέηλ τους.

Και όπως συχνά συνηθίζεται από την Βρετανική νοοτροπία, οι Βρετανοί σύζυγοι γύρισαν ένα πρόβλημα σε ευκαιρία. Γιόρτασαν το νέο κοκτέηλ, το έκαναν επίσημο. Έδωσαν συγχαρητήρια στον μπάρμαν – ο νεαρός Κινέζος δεν πίστευε στην μοίρα του. Και του έδωσαν ένα όνομα. Singapore Sling το είπαν. Και έγινε διάσημο.

Ο καιρός πέρασε και η θλιμμένη Αγγλίδα έπρεπε να ακολουθήσει τον φιλόδοξο άντρα της πίσω στην χώρα τους. Στα πράσινα λιβάδια της Αγγλίας. Στην πολλά υποσχόμενη διπλωματική του καριέρα. Στην γκρίζα βροχή του Λονδίνου. Την τελευταία βραδιά πριν την αναχώρησή τους, ο σύζυγος έδωσε ένα μεγάλο πάρτυ στους φίλους του, στην Λέσχη των ανδρών. Εκείνη πέρασε πιο ήσυχα το βράδυ, πίνοντας το τελευταίο της Singapore Sling στην δική της Λέσχη, που είχε κλείσει από νωρίς για τις κυρίες, μα όχι και για εκείνη.

Η θλιμμένη Αγγλίδα και ο ταπεινός μπάρμαν μπορεί να μην ιδώθηκαν ξανά. Μα το Singapore Sling έγινε διάσημο κοκτέηλ σε όλον τον κόσμο.

Όταν το πίνετε να ξέρετε πως δημιουργήθηκε από έναν αληθινό, απελπισμένο έρωτα. Όπως κάπως έτσι δημιουργήθηκαν και όλα τα σημαντικά σε αυτή τη ζωή. Μην πιστέψετε ό,τι άλλο σας πουν.

 

(Η ιστορία του Singapore Sling είναι όντως κάπως έτσι. Μου την είπαν στο μπαρ όπου πρωτοδημιουργήθηκε στο Long Bar στο ξενοδοχείο Raffles στην Σιγκαπούρη. Τον έρωτα του μπάρμαν για την νεαρή Αγγλίδα την έβγαλα από το μυαλό μου, μα είμαι σίγουρη πως είναι πέρα αλήθεια, γιατί κανείς δεν μπορεί να φτιάξει κάτι που μένει για πάντα, αν δεν το κάνει από έρωτα. Αν δεν την πιστεύετε, βέβαια, μπορείτε απλά να διαβάσετε την ιστορία του Singapore Sling στην wikipedia. Εκεί δεν λέει τίποτα για έρωτες).Singapore Sling

Σιγκαπούρη

Τα παλιά χρόνια η Σιγκαπούρη ήταν ένα πανέρμορφο, ήσυχο ψαροχώρι, βγαλμένο από τον παράδεισο. Τοποθετημένη στο νοτιότερο άκρο της ηπείρου που ονομάζουμε Ασία, είναι καλά προστατευμένη από τους σεισμούς – που σχεδόν όλους τους απορροφά η Ινδονησία – και από τα φοβερά τσουνάμι – που τα απορροφά η Σουμάτρα – και τίποτα φοβερό δεν συμβαίνει σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο. Οι λιγοστοί κάποτε κάτοικοι, όλοι τους ικανότατοι ψαράδες, δεν είχαν κάτι να φοβηθού ή για κάτι να τρομάξουν. Οι άνθρωποι που ζούσαν στην Σιγκαπούρη ήταν όλοι χαμογελαστοί και χωρίς κακές σκέψεις.

Μια μέρα ένας σουλτάνος ήρθε στο νησί. Με την έπαρση και την σιγουριά του κατακτητή. Και τότε ένα τεράστιο, θαλάσσιο κύμα σηκώθηκε, χτύπησε τα καράβια του, τους στρατιώτες του και τους υπηρέτες του. Το τεράστιο, θαλάσσιο κύμα χτύπησε και τον ίδιο και σαν επακόλουθο η χρυσή, διαμαντοστόλιστη κορώνα του έπεσε στη θάλασσα. Στην στιγμή ο υπασπιστής του βούτηξε και του την έφερε. Και ο σουλτάνος την έβαλε και πάλι στο κεφάλι του. Σε λίγο, ένα άλλο τεράστιο, θαλάσσιο κύμα σηκώθηκε, χτύπησε τα καράβια μα και το ίδιο και έριξε και πάλι την κορώνα του στη θάλασσα. Και ο υπασπιστής του βούτηξε και του την έφερε πάλι. Και αυτό το σκηνικό έγινε ξανά και ξανά, χωρίς ποτέ η κορώνα να μείνει στο κεφάλι του σουλτάνου.

Και τότε ένας γέρος υπηρέτης πρότεινε στον σουλτάνο να πάρει ο ίδιος και να ρίξει την κορώνα του στην θάλασσα. Κι εκείνος, που είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στον γέρο αυτόν υπηρέτη, που είχε στη δούλεψή του τόσα χρόνια το έκανε. Ο σουλτάνος, πήρε στα χέρια την πολύτιμη κορώνα και με μια σίγουρη κίνηση την πέταξε στη θάλασσα, πάνω στο τεράστιο κύμα. Και τότε, η θάλασσα ηρέμησε και ένα γιγάντιο, τρομακτικό θαλάσσιο λιοντάρι βγήκε στην επιφάνεια φορώντας την κορώνα του σουλτάνου.

Ο σουλτάνος πήρε το μάθημά του. Ονόμασε την πόλη Σιγκαπούρη, από το Singa που θα πει λιοντάρι και από το pura που πόλη, δηλαδή πόλη των λιονταριών. Και τώρα πια όλοι ήξεραν ποιος ήταν ο πραγματικός σουλτάνος της πόλης.

lion

Ο δικός μου μαραθώνιος

Κυριακή 11 Νοέμβρη 2018

Κλασσικός Μαραθώνιος της Αθήνας – ο αυθεντικός

Και να, η μεγάλη μέρα έφτασε. Ο χρόνος κύλησε, σε ισόποσα διαστήματα και έφτασε στο πλήρωμά του. Την έχει αυτήν την ιδιότητα ο χρόνος. Να κινείται ακόμα και όταν εμείς νομίζουμε πως δεν το κάνει. Και μας συγκλονίζει πάντα. Σήμερα ξημέρωσε η 11η Νοέμβρη, η μέρα για την οποία προετοιμάζομαι από την 1ην Αυγούστου, η μέρα που περιμένουν χιλιάδες συναθλητές μου δρομείς στην Ελλάδα και αλλού: η μέρα που λαμβάνει χώρα ο κλασσικός μαραθώνιος της Αθήνας!

Λένε πολλοί δρομείς πως δεν μπορούν να κοιμηθούν το προηγούμενο βράδυ. Πώς για τον λόγο αυτό προσπαθούν να κοιμηθούν καλά μια μέρα πριν, το βράδυ της Παρασκευής γιατί το βράδυ του Σαββάτου δεν έχουν τέτοια τύχη. Άλλοι πάλι βάζουν το ξυπνητήρι πολύ πρωί την Κυριακή. Ξυπνάνε από τις 4 η ώρα για να φάνε ένα ικανό πρωινό ώστε να έχουν να κάψουν στον αγώνα. Σε μένα δεν συνέβη τίποτε από τα δύο. Δεν επηρεάζομαι από τέτοιους παράγοντες. Κοιμάμαι πάντα ήρεμα και πολύ πριν από κάθε σημαντική μέρα, ή σημαντικό αγώνα, ή σημαντικές εξετάσεις στην ζωή μου. Όταν κάτι με δυσκολεύει ή με απασχολεί, τότε μου φέρνει μια μεγάλη και δύσκολη να ξεπεράσω, νύστα. Είναι η άμυνά μου.

Έχω κοιμηθεί από τις 11 το βράδυ και ξυπνάω με δυσκολία στις 6:30. Έχω ξεκουραστεί πολύ. Το ίδιο και την προηγούμενη μέρα. Και γενικά τις 2-3 μέρες πριν τον αγώνα έχω πάρει άδεια από τη δουλειά και είμαι ευχάριστα ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου στο σπίτι. Έχω ετοιμάσει από βραδίς,  σχολαστικά, τα ρούχα που θα φορέσω για να τρέξω – όλα απλά και άνετα – τα παπούτσια μου, το νούμερό μου, την ζώνη με τα τζελάκια που θα πιω στην διάρκεια του αγώνα, τους ηλεκτρολύτες που διαλύσω σε νερό, τα παυσίπονα που θα πάρω και την ψυκτική κρέμα που θα έχω μαζί. Έχω ακόμα ξεχωρίσει ποια παλιά ρούχα θα φοράω που θα με κρατάνε ζεστή, και που θα τα βγάλω στην εκκίνηση την τελευταία στιγμή, και που ξέρω πως μαζί με τα ρούχα που θα αφήσουν με τον ίδιο τρόπο και άλλοι δρομείς θα δοθούν στους αστέγους της Αθήνας.

Τρώω ένα ελαφρύ πρωινό, ένα κομμάτι μαύρο ψωμί με μέλι και κανέλλα και λίγες γουλιές καφέ. Ντύνομαι και δεν ξεχνάω να βάλω βαζελίνη σε όλα τα δύσκολο σημεία τριβής, στο εσωτερικό από τα πόδια μου, (εκεί που τρίβονται τα μπουτάκια στην άκρη από το σορτσάκι) στην βάση του στήθους, (εκεί που τρίβεται το αθλητικό μπουστάκι πάνω στο στήθος και πονάει πολύ), κάτω από τις μασχάλες, στο εσωτερικό των χεριών, στα μπράτσα και γενικά όπου μπορεί να υπάρξει τριβή του δέρματος με άλλο δέρμα ή με ύφασμα. Αυτή ίσως να είναι μια από τις πιο σημαντικές κινήσεις της προετοιμασίας του αγώνα. Ειλικρινά.

Φεύγω νωρίς με τους συναθλητές μου για να φτάσουμε στην εκκίνηση, στο στάδιο του Μαραθώνα. Έχει λίγο κίνηση στον δρόμο λόγω των πολλών συμμετοχών και αυτό μου προκαλεί λίγο άγχος. Για σκέψου να αργήσουμε και να χάσουμε τον αγώνα. Φυσικά οι φόβοι μου είναι αβάσιμοι και χαζοί, παιδικοί. Φτάνουμε μια χαρά και περπατάμε ως τον χώρο του σταδίου. Τι όμορφη ατμόσφαιρα! Δεν έχω ξαναζήσει κάτι τέτοιο. Δεν χωράει το μυαλό μου πόσος κόσμος έχει έρθει για να τρέξει. Πόσοι αθλητές και αθλήτριες, όλες οι ηλικίες και όλα τα έθνη, άνθρωποι από τόσες χώρες που αγαπάνε το τρέξιμο. Ψάχνω τον προπονητή μου και τους υπόλοιπους συναθλητές μου. Βρισκόμαστε λίγο έξω από το στάδιο. Ο προπονητής δίνει τις τελευταίες οδηγίες:

  • «Ξεκινάμε μπροστά – μπροστά στην εκκίνηση κι ας μας προσπεράσουν όλοι οι άλλοι. Είναι θέμα αρχής και συγκέντρωσης. Πρέπει να είμαστε μπροστά για να μην χάσουμε τον ρυθμό μας. Μένουμε σε όλο τον δρόμο και τρέχουμε αριστερά, σχεδόν πάνω στην άσπρη γραμμή. Τα τζελάκια τα παίρνουμε κάθε 7 χιλιόμετρα: στο 7ο στο 14ο, στο 21ο, στο 28ο και στο 35ο. Ηλεκτρολύτες πίνουμε στην αρχή και στο 20ο χιλιόμετρο. Καλά διαλυμένους σε ένα μικρό μπουκάλι με νερό. Αν χρειαστεί γύρω στο 30ο χιλιόμετρο παίρνουμε ένα παυσίπονο. Αν φτάσουμε στο 32ο χιλιόμετρο και είμαστε καλά, μετά δεν σταματάμε για κανένα λόγο. Πουθενά. Πάμε για τερματισμό στο Καλλιμάρμαρο».

Τον ακούω προσεκτικά. Βάζω καλά στο μυαλό μου τις οδηγίες. Αγκαλιαζόμαστε και φιλιόμαστε με πραγματική αγάπη και νοιάξιμο. Ευχόμαστε καλό τερματισμό. Χωριζόμαστε και πάμε στο αντίστοιχα μπλοκ του καθενός. Εγώ με την Ρ. έχουμε το 10ο και το 11ο. Έτσι μένουμε μαζί. Κάνουμε μια τελευταία τουαλέτα και είμαστε έτοιμες. Πρέπει να φύγει και αυτό το βάρος, εννοείται. Η Ρ. μου φτιάχνει τους ηλεκτρολύτες μου. Με έχει υπό την προστασία της.

Αρχίζει η τελετή της εκκίνησης. Τα πρώτα μπλοκ είναι των μεγάλων αθλητών. Ο Έλληνας πρωταθλητής και μαραθωνοδρόμος απαγγέλει τον όρκο του αθλητή και μαζί του ορκιζόμαστε όλοι σηκώνοντας ψηλά το δεξί μας χέρι και ενώνοντας τα 3 δάχτυλα. Ορκιζόμαστε να αγωνιστούμε δίκαια. Νομίζω πως όλοι οι δρομείς συμφωνούν σε αυτό. Το πρώτο μπλοκ παίρνει εκκίνηση. Ακολουθεί το δεύτερο. Και σιγά-σιγά φτάνει και η σειρά μας. Νιώθω μόνο καλά. Έτοιμη και χαρούμενη. Θα το ζήσω το όνειρό μου. Αυτόν τον πρώτο μου μαραθώνιο θα τον χαρώ όσο κανείς! Ξεκινάμε!!!

Η διαδρομή μου είναι γνώριμη. Και είναι και όμορφη. Την έχω κάνει τόσες φορές στις προπονήσεις. Την ξέρω βήμα – βήμα. Ο κόσμος δεν έχει φύγει ακόμη όλος. Έχει μείνει να δει την εκκίνηση και του τελευταίου ακόμα μπλοκ, και του τελευταίου μαραθωνοδρόμου. Ο κόσμος τιμά εξαιρετικά τους δρομείς. Ακολουθώ την αριστερή πλευρά του δρόμου, όπως ακριβώς μου είπε ο προπονητής μου. Τρέχω σχεδόν πάνω στην λευκή γραμμή του δρόμου. Ο κόσμος που τρέχει είναι ενοχλητικά πολύς στην αρχή, μα όταν φτάνουμε στο 2ο χιλιόμετρο, κάπως έχουν πάρει όλοι τις θέσεις τους. Αφήνω να με προσπερνάνε χωρίς να νιώθω τύψεις ή απειλή. Στρίβουμε για την στροφή γύρω από τον τύμβο. Όπως πάντα έχω χωρίσει την διαδρομή σε 5άρια. Έτσι μπορώ να την διαχειριστώ καλύτερα. Έτσι μου φαίνεται πιο μικρή και πεπαιρασμένη.

Τα πρώτα 5 χιλιόμετρα είναι το ζέσταμα. Θα είναι άβολα μα θα ζεσταθώ και στο τέλος τους θα νιώθω καλύτερα.

Τα επόμενα 5 χιλιόμετρα θα βρω τον ρυθμό μου και την αναπνοή μου. Όταν θα έχω καλύψει 10 χιλιόμετρα θα είμαι στ’αλήθεια δυνατή και άνετη.

Τα επόμενα δύο σετ των 5 χιλιομέτρων θα είναι τα πιο άνετα για μένα. Θα είμαι ζεστή και ξεκούραστη την ίδια στιγμή. Θα τρέχω αυθόρμητα και θα το απολαμβάνω. Θα απολαύσω τη θέα και την διαδρομή.

Από το 20ο έως το 25ο χιλιόμετρο θα πρέπει να αποφασίσω την στρατηγική μου για το δεύτερο κομμάτι του μαραθωνίου. Αν θα κόψω ρυθμό, αν θα ανεβάσω. Θα είναι η ώρα της αλήθειας.

Από το 25ο΄έως το 30ο χιλιόμετρο θα κριθεί η έκβαση του αγώνα μου. Θα πρέπει να διαχεριστώ τον πόνο. Και να αποφασίσω αν και πώς θα τερματίσω.

Από το 30ο χιλιόμετρο και μετά δεν ξέρω τι θα κάνω. Δεν το έχω ζήσει πιο πριν. Θα είναι η πρώτη φορά που θα τρέξω την απόσταση αυτή. Πιστεύω πως θα σφίξω τα δόντια. Και θα σκέφτομαι το Καλλιμάρμαρο και το μετάλλιό μου!

Ξεκινάω κρατώντας στο χέρι το μπουκάλι με το νερό που έχει μέσα τους ηλεκτρολύτες,  που με τόση προσοχή μου ετοίμασε η συναθλήτριά μου, η Ρ. Μια ταμπλέτα αναβράζουσα σε ένα μπουκαλάκι νερό 500 ml. Σύμφωνα με τον προπονητή πρέπει να πίνω από το μπουκάλι μου σιγά-σιγά και με κάποια διάρκεια.Και ξανά στο 20ο.

Στον τύμβο βλέπω το άγαλμα του δρομέα και μετά την προτομή του Γρηγορίου Λαμπράκη. Σκέφτομαι πως πατάω σε βήματα τόσο σπουδαίων ανθρώπων, του Φιδειππίδη, του Σπύρου Λούη, του Γρηγόρη Λαμπράκη. Πόσο εμβληματικός και σπουδαίος είναι ο δρόμος που σήμερα τρέχω. Τα βήματά μου πατάνε στα βήματά τους. Πώς μπορώ εγώ να σταματήσω;

Με τις σκέψεις αυτές φτάνω στο 7ο χιλιόμετρο. Ώρα για το πρώτο τζελάκι μαλτόζης. Ουσιαστικά πρόκειται για ζάχαρη και αλάτι, που τόσο λείπουν από τον οργανισμό καθώς τρέχω. Παρατήρησα πριν πως έτρεξα λίγο πιο γρήγορα από το pace 7 που είναι και το ζητούμενο για μένα. Γρήγορα διόρθωσα και πήγα σε έναν πιο ξεκούραστο ρυθμό. Στο 8,4 κάνω περίπου μια ώρα και αυτό δείχνει πως έχω σωστό, σταθερό ρυθμό. Συνεχίζω. Κάνω τα 10 χιλιόμετρα σε 1:10 όπως ακριβώς μου είχε ζητήσει ο προπονητής  μου. Είμαι χαρούμενη που πηγαίνω χωρίς μεγάλο κόπο, με έναν σταθερό ρυθμό.

Στον Μαραθώνα και στην Νέα Μάκρη έχει κόσμο. Έχουν βγει οικογένειες, γονείς με μικρά παιδιά και μας χαιρετάνε, ηλικιωμένες που βρίσκουν ένα ενδιαφέρον αυτήν την ξεχωριστή μέρα, νέα παιδιά και έφηβοι. Τους χαμογελάω. Ακουμπάω παιδικά χεράκια. Τους λέω ευχαριστώ. Σε σημεία παίζουν μουσικές. Ακούω μια κρητική μαντινάδα. Μας ξεσηκώνει όλους ο ρυθμός. Η δύναμη της μουσικής!

Στο 11ο χιλιόμετρο  είναι η πρώτη μικρής διάρκειας ανηφόρα. Έχει ένα ενδιαφέρον. Μια  πρώτη δυσκολία να απασχοληθεί το μυαλό. Μετά το 12ο – 13ο χιλιόμετρο μια δυσάρεστη μυρωδιά έρχεται στα ρουθούνια μας που έχουν βρει ρυθμό και δουλεύουν δυνατά. Μπαίνουμε στην περιοχή της μεγάλης φωτιάς του καλοκαιριού. Της φωτιάς στο Μάτι και στον Νέο Βουτζά, όπου χάθηκαν 100 άνθρωποι. Τρέχουμε βουβοί από λύπη και συγκίνηση. Παντού μαύρο και καμμένη  γη παντού. Στις άκρες του δρόμου και από τις δύο μεριές έχουν παραταχθεί κάτοικοι με πανό και μαύρα ρούχα που διαμαρτύρονται για την εγκατάλειψη από το κράτος, για τους αργούς ρυθμούς αποκατάστασης. Όλοι οι δρομείς βγάζουμε τα πράσινα σκουφιά που μας έχουν μοιράσει και τα φοράμε στο κεφάλι. Το δάσος  των δρομέων. Κάποιος – δημοσιογράφος από τοπικό σταθμό- μου απλώνει ένα μικρόφωνο την ώρα που περνάμε από την διασταύρωση της Λ. Μαραθώνος με το Μάτι.

  • «Τρέχουμε για το Μάτι!», φωνάζω αυθόρμητα. Και είναι αλήθεια. Όλο το καλοκαίρι έμεινα στην περιοχή, παρηγορούσα φίλους μου, που έχασαν τα σπίτια τους, την ομορφιά του δάσους τους, τις εικόνες των παιδικών τους χρόνων. Ναι, τρέχω για όλους τους. Δεν τους ξεχνάμε!

Στο 14ο χιλιόμετρο πίνω το δεύτερο τζελάκι. Πίνω φυσικά κάθε 2,5 χιλιόμετρα και νερό που παίρνω από τα σημεία υδροδωσίας. Είναι το πιο σημαντικό να μείνω καλά ενυδατωμένη. Πίνω με χαρά και ότι ισοτονικό μας προσφέρουν.Υπέροχοι εθελοντές. Χαρούμενα νέα παιδιά που μας προσφέρουν με περίσσεια χαρά μπουκάλια με νερό, μας εμψυχώνουν, μας ανεβάζουν με τα λόγια τους και με το χαμόγελο τους. Στο 16ο χιλιόμετρο με περιμένουν φίλοι και είναι υπέροχο να ακούς να φωνάζουν το όνομά σου και να σου λένε μπράβο και συνέχισε άνθρωποι που τους ξέρεις και τους αγαπάς. Νιώθω τόσο πιο ξεκούραστη!  Τόσο καλύτερα! Τόσο πιο δυνατή!

Το ανάγλυφο του δρόμου τώρα αλλάζει και γίνεται πιο ενδιαφέρον και δύσκολο. Έχει ανηφόρες, αλλού βουβές και αλλού έντονες, έχει δυνατές κατηφόρες που θέλουν προσοχή γιατί κουράζουν τα πόδια. Έχει όμως και όμορφο τοπίο. Το βλέμμα απλώνεται παντού. Απαλοί λόφοι, καταπράσινοι. Πάνω μας γαλανός, αττικός ουρανός! Είμαι τόσο καλά! Τρέχω ονειρεμένα από το 10ο έως το 20ο χιλιόμετρο. Νομίζω πως ο ημιμαραθώνιος θα είναι η καλύτερη απόσταση για μένα. Φτάνω στα 20 χιλιόμετρα σε 2,5 ώρες περίπου, με σταθερό pace και αρκετά ξεκούραστη ακόμα. Βγάζω το μπουκάλι μου και ετοιμάζω την δεύτερη δόση ηλεκτρολυτών. Ξεκινάω να πίνω  και νιώθω πολύ αναζωογονημένη. Δεν ζαλίζομαι. Όλες μου οι αισθήσεις λειτουργούν κανονικά.

Στο 21ο χιλιόμετρο ήρθε η ώρα για τα τρίτο τζελάκι και διαλέγω κάτι πιο δυνατό. Ως τώρα έπινα τζελάκια χωρίς καφεϊνη  και όχι πολύ μεγάλης δόσης. Τώρα διαλέγω ένα με μεγαλύτερη  περιεκτικότητα σε ζάχαρη και αλάτι και με καφεινη. Μου δίνει ζωντάνια πολύ σύντομα.

Αρχίζουν τα δύσκολα χιλιόμετρα. Το μετά το 20ο χιλιόμετρο. Μετά την μέση. Προσέχω πολύ τον ρυθμό μου.  Προσέχω να μην λαχανιάσω. Κινούμαι σε pace 7.3. Δίπλα μου κάποιοι αρχίζουν να πονάνε και να σταματάνε. Αρχίζουν να περπατάνε. Βλέπω κάποιον γνωστό μου δρομέα. Μιλάμε. Στα επόμενα χιλιόμετρα τρέχω δίπλα σε έναν Ιταλό κύριο, φανταστικό δρομέα που είναι ΑΜΕΑ και τρέχει με καροτσάκι. Πόσο σεβασμός του αξίζει! Πόσα μπράβο! Νεαροί δρομείς δίπλα μου τον προσέχουν. Συννενούνται μεταξύ τους και στην επόμενη ανηφόρα τον βοηθάνε. Τον σπρώχουν. Πόσο μεγάλες αξίες σε τόσο απλές κινήσεις!

Είμαι στο μπλοκ με την μεγαλύτερη πολυπολιτισμικότητα. Είναι ο μπλοκ με τις ομαδικές συμμετοχές. Εγώ τρέχω με την ομάδα της εταιρίας στην οποία δουλεύω. Δίπλα μου τρέχουν Κινέζοι, Ιάπωνες από την Ιαπωνική Πρεσβεία, Πολωνοί και Πολωνές, Καναδοί καλά οργανωμένοι, δρομείς από την Νότια Αφρική. Δεν θα μπορούσε να μου τύχει καλύτερο μπλοκ. Τους παρατηρώ και βγάζω χρήσιμα συμπεράσματα. Για την αντίληψή τους για τον μαραθώνιο,  για την προετοιμασία τους,για την ανθεκτικότητά τους στη ζέστη. Έχω  μεγάλο σεβασμό σε όλους τους λαούς της γης.

Τα δύσκολα χιλιόμετρα περνούν όχι και τόσο δύσκολα όσο τα θυμόμουν στις προπονήσεις. Τρέχω με σταθερό ρυθμό και μετά το 21. Περνάω το 23ο χιλιόμετρο, φτάνω στο 25ο. Μέχρι εδώ έχω αγωνιστική εμπειρία. Μέχρι τόσα χιλιόμετρα ήταν οι αγώνες που έχω τρέξει. Την ησυχία του δρόμου και την δυσκολία μας σπάει μια  δυνατή και μπιτάτη μουσική, πολύ ανεβαστική, η αλήθεια είναι. Καθώς δεν είναι εδώ το κέντρο της πόλης και δεν έχει κόσμο να μας επευφυμεί, αναρωτιέμαι από πού να έρχεται. Γυρίζω το κεφάλι μου και βλέπω έναν αυτοσχέδιο ντι τζέι, που σηκώθηκε Κυριακάτικα και έστησε το ντι τζέι σετ του, εκεί στη μέση του πουθενά, για να μας εμψυχώσει και το καταφέρνει! Βρίσκω τον ρυθμό του τραγουδιού στα πόδια μου. Τρέχω  και τραγουδάω δυνατά τους στίχους.

  • «Άγνωστε ντι τζέι που ήσουν εκεί γύρω στο 25ο χιλιόμετρο, σε ευχαριστώ. Δεν έχεις ιδέα πόσο με βοήθησες. Δεν έχεις ιδέα πόσο μας βοήθησες όλους!»

Έχει ανηφόρες και δύσκολες κατηφόρες τώρα το δρόμος. Νιώθω κάτι – ενόχληση; Πόνος; – στο αριστερό γόνατο. Δεν πρέπει να το σκέφτομαι. Πρέπει να το βγάλω από το μυαλό μου. Χρειάζομαι κάτι να με αποσπάσει. Μέσα στην ησυχία του δρόμου, τις βαριές ανάσες των συναθλητών μου, το λαχάνιασμα και το βογγητο κάποιων ακούω και πάλι ξεσηκωτική μουσική. Και είναι το θέαμα αλήθεια φανταστικό. Σε ένα ευρύχωρο και σύγχρονο συνεργείο αυτοκινήτων, οι ιδιοκτήτες και οι εργαζόμενοι έχουν ανοίξει το χώρο σήμερα Κυριακή, έχουν φέρει μηχανήματα και παίζουν δυνατά μουσική. Ερασιτέχνες ντι τζέι και εδώ! Μας στηρίζουν με τον καλύτερο τρόπο στα πιο δύσκολο χιλιόμετρα. Τους αγαπάμε! Τους ευχαριστούμε! Σηκώνω τα χέρια και τους χαιρετάω και τους φωνάζω δυνατά «Ευχαριστούμε!»

Φτάνω στην ευθεία της Παλλήνης. Στο φοβιστικο 28ο χιλιόμετρο. Το μέρος είναι μια χαρά, καθόλου φοβιστικό. Όμως εγώ εδώ είχα πάθει στην μεγάλη προπόνηση-εξομοίωση, το τοίχος. Η ενόχληση στο αριστερό γόνατο εξακολουθεί. Σκέφτομαι γρήγορα και αποφασίζω. Καλύτερα να προλάβω, παρά να μην μπορώ να αντιδράσω στο πρόβλημα. Βγάζω απόφασιστικά τα δύο παυσίπονα και τα παίρνω μαζί με λίγο νερό. Θα κοροϊδέψω λίγο τον εαυτό μου. Θα του κρύψω λίγο τον πόνο. Στο 28ο βέβαια παίρνω και το 4ο τζελάκι. Είμαι καλά. Έχω ενυδατωθεί με ηλεκτρολύτες, έχω πάρει την ζάχαρη και το αλάτι που μου λείπει και σε λίγο δεν θα νιώθω τον πόνο.

Τρέχω σταθερά και στον ρυθμό μου και από μακριά βλέπω το πολύχρωμο φίδι από τις μπλούζες και τα σορτάκια των συναθλητών μου να σχηματίζει την ανηφόρα του Σταυρού. Μα είναι δυνατόν να έχω φτάσει ως εδώ; Δηλαδή, θα φτάσω στο 32ο χιλιόμετρο; Δεν είναι ψέμα; Θυμάμαι τον προπονητή μου:

  • «Αν φτάσεις στο 32ο χιλιόμετρο και είσαι καλά, χωρίς τραυματισμό και πόνους, τότε μην σταματήσεις για κανέναν και για τίποτα. Τότε πήγαινε για τερματισμό.»

Σκέφτομαι πως υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να τα καταφέρω. Αλήθεια. Παίρνω θάρρος στην σκέψη. Σχεδόν ξεκουράζομαι στην εικόνα του Καλλιμάρμαρου. Λίγο ακόμα. Στον Σταυρό έχει βγει κόσμος και μας δίνει θάρρος. Γνωρίζουν πόσο καταπονημένοι είμασστε πια σε αυτό το χιλιόμετρο. Μας λένε πως είναι λίγο ακόμα, πως πάμε εξαιρετικά. Μια παρέα μουσικών έχει στήσει τύμπανα. Δεν σταματάω να τρέχω ακόμα και στην κάθετη ανηφόρα του Σταυρού. Ακόμα κι αν δεν τρέχει κανείς γύρω μου. ΟΙ περισσότεροι περπατάνε. Όχι όμως εγώ. Δεν νιώθω την ανάγκη. Είμαι καλά και το σώμα μου μου λέει πως καλύτερα είναι να μην σταματήσω να τρέχω. Βρίσκω την ευκαιρία στην ανηφόρα να βάλω ψυκτική κρέμα στα γόνατα. Και στην μπροστινή πλευρά μα και στην πλευρά πίσω από τις επιγονατίδες. Ακόμα και την κρέμα την βάζω εν κινήσει. Με δυναμώνει η σκέψη πως δεν σταματάω πουθενά. Η κρέμα αρχίζει σε λίγο να ενεργεί και είναι φανταστική. Δεν νιώθω πια καμιά ενόχληση και κανέναν πόνο. Είμαι ελεύθερη.

Λίγα μέτρα μετά την ανηφόρα με περιμένει η φίλη μου, που μένει εκεί κοντά. Της φωνάζω από μακριά! «Τρέξε μαζί μου!». Έχει πρόσφατα ατύχημα με το πόδι της. Έχει κάνει σοβαρό ορθοπεδικό χειρουργείο. Και όμως τρέχει μαζί μου για λίγα μέτρα. Της  λέω πως είμαι καλά και θα τερματίσω. Και το ακούω κι εγώ αυτό.

Από εδώ και πέρα είναι 10 χιλιόμετρα κατηφόρα. Θα τα καταφέρω. Φτάνει να μην σταματήσω να τρέχω. Κόσμος παντού. Δεν μας αφήνει στην τύχη μας. Μας εμψυχώνει. Σκέφτομαι πως έχω μιλήσει σε όλους όσους μου μίλησαν. Πως έχω χειροκροτήσει όλους όσους με χειροκρότησαν. Έχω ακουμπήσει όλα τα παιδικά χεράκια που ήθελαν να μου κάνουν high five. Η ευγνωμοσύνη δεν είναι για τον άλλο, είναι για αυτόν που την νιώθει. Η ευγνωμοσύνη είναι ανατροφοδότηση.

Στο Χολαργό τα χάνω.Δίπλα μου τρέχουν τα μέλη της οικογένειά μου! Είναι στιγμή συγκίνησης! Τους λέω πως είμαι πολύ καλά. Πως θα τερματίσω. Να μην ανησυχούν. Θα τερματίσω. Και δεν έχω τίποτα. Τρέχουν μαζί μου 200-300 μέτρα και φεύγουν για να με βρουν στο Καλλιμάρμαρο. Έχω πάρει τόση δύναμη. Νομίζω πως μόλις τώρα άρχισα να τρέχω. Δίπλα μου σταματούν τόσοι. Πονούν τόσοι. Κλαίνε απελπισμένα τόσοι! Το ξέρω το κλάμα αυτό. Το έχω νιώσει. Δεν θέλω να το νιώσω σήμερα. Δεν θέλω να μου συμβεί. Δεν θα μου συμβεί. Συνεχίζω.

Στο 35ο παίρνω το τελευταίο τζελάκι. Όσο πιο φουλ γίνεται. Αν χρεαστεί θα πάρω και άλλο λέω μέσα μου. Πετάω το μπουκάλι με τους ηλεκτρολύτες. Τρέχω με άδεια χέρια για να μην κουράζομαι. Μακρύς ο δρόμος και ατέλειωτος. Θέλω ας πούμε τρία τέταρτα. Ας μην σκέφτομαι την ώρα. Κοιτάζω την όψη της πόλης. Τα κτίρια. Τις προσόψεις των σπιτιών και των πολυκατοικιών. Κρατάω το μυαλό μου σε εγρήγορση.

Στην Κατεχάκη βλέπω από μακριά έναν φίλο μου επίσης μαραθωνοδρόμο, που όμως δεν τρέχει στον σημερινό μαραθώνιο. Μου φωνάζει από μακριά. Μου λέει τα πιο όμορφα λόγια. Του λέω πως είμαι καλά και πως θα τερματίσω. Πόσο τον ευχαριστώ. Μπαίνουνμε στο τέλος της Μεσογείων.  Πάμε προς Αλεξάνδρας. Πολύ δύσκολο σημείο. Πολύ κουρασμένοι. Πολύ καταπονημένοι. Λϊγες οι αντοχές. Αλλάζω αναπνοές και ρυθμό. Κουνάω χέρια και πόδια ωςλιώς. Να ξυπνήσω. Να μείνω στον αγώνα.

Μπαίνω στην Βασιλίσσης Σοφίας. Απίστευτο! Ο κόσμος είναι παντού και δεν μας αφήνει  λεπτό! Μιλάω με όλους. Χαιρετάω όσους μπορώ. Σηκώνω τα χέρια. Στέλνω χαμόγελα. Οι άλλοι είναι ο καθρέφτης μας. Βλέπω από μακριά την στροφή προς την Ηρώδου Αττικού. Την Ηρώδου Αττικού!!! Τον δρόμο που οδηγεί στο Καλλιμάρμαρο. Και ξαφνικά πιστεύω πως τώρα, ναι τώρα, ίσως να πάθω κάτι. Από την συγκίνηση. Από το ειδικό βάρος της στιγμής. Νιώθω τα δάκρυα να κυλάνε ήδη. Δεν ξέρω αν τρέχω ή πετάω. Δεν ξέρω αν κάτω στα πόδια μου είναι άσφαλτος ή σύννεφα και ουρανός. Δεκατέσσερις εβδομάδες προετοιμασίες, εκατοντάδες χιλιόμετρα όλο αυτόν τον καιρό, δεκάδες ώρες προπόνησης, ώρες πόνου, εξάντληση, πάγος στα πόδια για ώρες, παγωμένα και χλιαρά ποδόλουτρα, μαυρισμένα νύχια και φουσκάλες, ιδρώτας που τσούζει τα μάτια και φρικτοί πόνοι όπου άνοιγε το δέρμα από τον ιδρώτα και την τριβή, αποχή από ποτό και ξενύχτι, ξύπνημα το άγριο χάραμα κάθε Κυριακή και κάθε μέρα που είχα πρωινή προπόνηση, όλα τελειώνουν σε λίγο, σε λίγα λεπτά. Κλαίω….

Μια φωνή δεξιά μου φωνάζει το όνομά μου με όλη της τη δύναμη. Είναι η συνάδελφός μου, η αγαπημένη φίλη, που έχει τρέξει κι εκείνη μαραθώνιο πριν λίγα χρόνια, που ήταν πηγή έμπνευσης για μένα και που έτρεξε σήμερα τα 10 χιλιόμετρα, το πρωί, και από τότε με περιμένει στο δρόμο. Τρέχω στη μεριά της.

  • «Σε ευχαριστώ», της φωνάζω. «Πάω για τερματισμό», της φωνάζω. Κλαίω…

Η Ηρώδου Αττικού τελειώνει και τρέχω πια προς στην είσοδο του Καλλιμάρμαρου. Πόσο όμορφο είναι το Παναθηναϊκό Καλλιμάρμαρο Στάδιο! Πόση απέριττη ομοφιά άντεξε τόσους αιώνες και τόσο απλόχερα μας αφήνει να την χαιρόμαστε και σήμερα. Χιλιάδες κόσμου. Δεν λείπει κανείς. Γεμάτες οι δυο πλευρές της εισόδου. Γεμάτες οι κερκίδες.

Δεν υπάρχει ένα τέτοιο στάδιο πουθενά στον κόσμο και δεν μπορεί να υπάρξει όσο μεγάλα χρηματικά κεφάλαια και αν επενδυθούν. Η δόξα των αιώνων, η ιστορία ενός κόσμου δημοκρατικού και με πνεύμα ελεύθερο έχει καθήσει σαν αιώνια σκόνη πάνω στα μάρμαρα των κερδίδων.  Και δεν μπορεί να την σκουπίσε κανείς.

Δεν υπάρχουν λόγια να πουν αυτό που νιώθω. Που νιώθουν όλοι που τερματίζουν σήμερα στο στάδιο αυτό. Από τον Κενυάτη υπεραθλητή που τερμάτισε πρώτος, έως τον απλό δρομέα που θα τερματίσει τελευταίος. Όλοι είναι το ίδιο συγκινημένοι. Το ίδιο. Γιατί ο άθλος αυτός δεν έχει σύγκριση και είναι ο άθλος του καθενός. Γιατί ο κάθε αθλητής από τους 19,000 μαραθωνοδρόμους που έτρεξαν σήμερα, έτρεξε τον δικό του μαραθώνιο. Και αυτόν κέρδισε,

Κλαίω πια με λυγμούς. Δεν κάνω καν προσπάθεια να το κρύψω. Ας φανεί. Είναι τιμή. Είναι χαρά. Είναι ομορφιά.Μια γυναίκα που δεν την ξέρω, μια άγνωστη, σηκώνεται όρθια στις κερκίδες. Έχει δει την μεγάλη μου συγκίνηση. Μου φωνάζει:

  • «Σταμάτα. Μην κλαις ακόμα. Περίμενε να τερματίσεις πρώτα!»

Ακούω άλλες φωνές να φωνάζουν το όνομά μου από τις κερκίδες. Η οικογένειά μου! Όλοι τους εκεί. Τους χαιρετάω. Στέλνω φιλιά. Περνάω την αψίδα του τερματισμού. Τερματίζω!!!!

Μήνες τώρα, εβδομάδες τώρα, μέρες τώρα, ώρες τώρα, ονειρεύομαι αυτή την στιγμή. Την στιγμή του τερματισμού. Και τώρα την ζω. Την ζω. Γυρίζω το βλέμμα ψηλά, στον αττικό ουρανό. Το κατάφερα γιατί το θέλησα πολύ. Όχι απλά γιατί το τόλμησα. Δεν φτάνει το θάρρος. Το κατάφερα γιατί έκανα σοβαρή προετοιμασία από την 1ην Αυγούστου, χωρίς ούτε μια μέρα διάλειμμα. Ούτε μια παράλειψη. Ούτε ένα κενό. Ούτε μια απουσία. Ούτε μια παρατυπία. Γιατί πίστεψα και εμπιστεύτηκα τον προπονητή μου. Γιατί δεν αμφισβήτησα ότι είχε πει. Γιατί έσφιξα τα δόντια στην κούρασή μου. Γιατί άφησα στην άκρη άλλα ενδιαφέροντα για λίγο.

Ακούω τις επευφημίες και δακρύζω. Ναι θα το ξανα-έκανα! Και θέλω να μπορέσω να  το ξανακάνω. Θα ήθελα να μπορώ να τρέχω στην ζωή μου μαραθωνίους. Να ξανανιώσω μια στιγμή σαν αυτή.

Ένα γλυκό κορίτσι, μια εθελόντρια, από τους πολλούς υπέροχους σημερινούς εθελοντές,  μου δίνει το μετάλλιο. Δεν βλέπω από τα δάκρυα. Το παίρνω στα χέρια μου και το φοράω. Το κοιτάζω. Μπλε κορδέλα σαν ελληνική θάλασσα. Το σχήμα του Καλλιμάρμαρου. Και η μεγάλη έκπληξη και τιμή είναι στην πίσω όψη. Η προτομή του Γρηγορίου Λαμπράκη. Του μεγάλου και γενναίου ειρηνιστή. Πόσο τυχερή είμαι να έχω κατακτήσει ένα τόσο συμβολικό και «βαρύ» μετάλλιο.

Βαδίζω και βλέπω γύρω μου χαρούμενα και κλαμμένα πρόσωπα. Άντρες μέχρι εκεί πάνω κλαίνε στον τερματισμό τους όπως κλαίω κι εγώ. Αφήνομαι. Ζω την στιγμή. Νιώθω την στιγμή.

Αν ρωτήσουμε 100 ανθρώπους τι θα ήθελαν να κάνουν στην ζωή τους, ένας μεγάλος αριθμός θα έλεγε «Να τρέξω έναν μαραθώνιο!». Αυτό δείχνει πως ο καθένας κάτι θέλει να πει τρέχοντας έναν μαραθώνιο. Το ίδιο κι εγώ. Αυτό που ήθελα να πω το είπα:

  • «Το θέλω είναι πάνω από το μπορώ!»

Πώς έτρεξα ένα νησί;

Σαν μέρος της προπόνησης μου για τον Μαραθώνιο της Αθήνας, σαν μέρος της προετοιμασίας μου για τον κλασσικό Μαραθώνιο, σήμερα είχα  έναν σπουδαίο και ξεχωριστό αγώνα, τον γύρο των Σπετσών. Τον φημισμένο #spetsesminimarathon2018!!!

Ο αγώνας αυτός είναι ξεχωριστός γιατί είναι, στην πραγματικότητα, μια τριήμερη γιορτή. Η συμμετοχή όλων των κατοίκων του νησιού είναι καθολική και συγκινητική. Την Παρασκευή υπάρχουν αγώνες κολύμβησης για παιδιά και ενήλικες. Ένας από αυτούς είναι ο διάπλους από Κόστα στις Σπέτσες.

Το Σάββατο το απόγευμα γίνεται ο αγώνας των 10 χλμ. Την Κυριακή το πρωί γίνεται ο κύριος αγώνας των 25 χιλιομέτρων, που είναι και ο κυριότερο θέμα και που ουσιαστικά είναι ο γύρος του νησιού. Το πρωί της Κυριακής γίνεται και ο αγώνας των 5 χλμ. Όλοι οι αγώνες παίρνουν εκκίνηση μπροστά στο ιστορικό ξενοδοχείο Ποσειδώνιο και φυσικά τερματίζουν εκεί.

Οι συμμετοχές πολλές σε όλους τους αγώνες. Οι σπόνσορες και οι χορηγοί πολλοί και δυνατοί. Ο αγώνας έχει μεγάλη αίγλη. Γεμίζει το νησί. Καθώς γίνεται αρχές Οκτώβρη, μοιάζει σαν μια βουτιά πίσω στο καλοκαίρι που πέρασε.

Ξεκινάμε με έναν συναθλητή μου με αυτοκίνητο από την Αθήνα το μεσημεράκι για Κόστα και μετά για Σπέτσες. Στο δρόμο μιλάμε για διάφορα θέματα και για να γνωριστούμε. Είναι πολύ όμορφο να βλέπει πόσο κοντά φέρνει τους ανθρώπους ο αθλητισμός. Η διαδρομή έιναι ευχάριστη και με την κουβέντα δεν την καταλαβαίνω καθόλου. Ο καιρός είναι υπέροχος. Στην Κόστα δεν είχει μείνει μέρος για πάρκιγκ ούτε για πλάκα. Είμαστε όμως τυχεροί. Βρίσκουμε μια ασφαλή θέση για το αυτοκίνητο. Την ώρα που κατεβαίνουμε προς το μικρό λιμάνι μας σφυρίζει το μικροσκοπικό φέρρυ της γραμμμής. Τρέχουμε και το προλαβαίνουμε. Μας περιμένει.

Στην αντίπερα πλευρά, στις Σπέτσες, μας περιμένει ο προπονητής μας και η Ρ., η αγαπημένη μου συναθλήτρια. Είμαστε σαν μια παρέα στους αγώνες, Στηρίζουμε ο ένας τον άλλο. Είναι 5 το απόγευμα μόλις φτάνουμε και το πρώτο πράγμα που θέλω είναι να κάνω ένα μπάνιο στη θάλασσα. Φοβάμαι πως με τριγυρίζει ένα κρυολόγημα και η θάλασσα είναι η μόνη θεραπεία. Πάω στο δωμάτιο, βάζω μαγιώ και φεύγω για το «Καϊκι», την κοντινότερη οργανωμένη παραλία. Στον δρόμο, όπως πηγαίνω προς τα εκεί, συναντάω τους αθλητές που τρέχουν το 10άρι. Βλέπω τον πρώτο, που είναι ο Ελληνας πρωταθλητής μεγάλων αποστάσεων. Βλέπω και τους επόμενους. Χειροκροτάω σαν τρελή και τους φωνάζω τα συγχαρητήριά μου! Εμψυχώνω τους επόμενους.

Η θάλασσα είναι δροσερή, μα υπέροχη. Δεν μπορώ να αντισταθώ στην θάλασσα. Νομίζω πως μπορώ να κολυμπάω κάθε εποχή του χρόνου. Ειδικά αν τρέχω. Όμορφα χρώματα δειλινού, μπλε νερά και βότσαλα. Όλα μυρίζουν καλοκαίρι.

Δεν μένω πολύ, από τον φόβο να μην κρυώσω. Γυρίζω γρήγορα πίσω, κάνω ντους και ετοιμάζομαι για να βρω τους φιλους και συναθλητές μου. Πίνω ένα καφεδάκι μέχρι να περάσει η ώρα και να πάμε όλοι στο pasta party που γίνεται μπροστά στο Ποσειδώνιο. Για να περάσει η ώρα κάνω έναν περίποτα στο Παλιό Λιμάνι. Πλακώστρωτος δρόμος δίπλα στη θάλασσα, με εκκλησίες και όμορφα σπίτια, μέχρι και παλιά κάστρα. Καθώς βραδιάζει μοιάζει να περπατάς σε άλλον αιώνα. Πηγαίνω προς το Ποσειδώνιο και εκεί τους βρίσκω όλους, δρομείς που ξέρω και άλλους που δεν ξέρω. Το Pasta Party έχει αρχίσει. Τρώμε από μια μερίδα πάστα, που είναι ό,τι ακριβώς χρειάζεται ένας δρομέας μια μέρα πριν τρέξει έναν δύσκολο.

Λέω στην Ρ. να πάμε για μια μπύρα πριν κοιμηθούμε. Δεν θέλω να κλειστώ στο δωμάτιο πριν νυστάξω για τα καλά. Η μπύρα είναι το πιο πολύ που μας επιτρέπεται. Καθόμαστε σε ένα ήσυχο μπαράκι με θέα θάλασσα και μιλάμε. Πάμε για ύπνο νωρίς. Το μυαλό έχει μπει στην υπηρεσία του αγώνα και ήδη νυστάζω πολύ.

Ξυπνάω πριν το ξυπνητήρι και είναι τόσο όμορφη η θέα από το δωμάτιό μου. Ένα ξημέρωμα πάνω στην θάλασσα. Έχω λίγο άγχος για τον αγώνα. Φοβάμαι και αυτό το κρυολόγημα που με τριγυρνάει. Ντύνομαι και βάζω το νούμερό μου. Κάτω από δρόμο μου περνάνε οι δρομείς και πηγαίνουν στην εκκίνηση. Σιγά – σιγά το κέφι φτιάχνει. Είμαστε όλοι οι συναθλητές μαζί. Ευχόμαστε καλή επιτυχία ο ένας στον άλλο. Το ευχόμαστε αληθινά!

Πριν από την κανονική εκκίνηση του αγώνα δίνεται ξεχωριστή εκκίνηση για τα παιδιά με ειδικές ανάγκες που τρέχουν με αμαξίδιο που σπρώχνουν δρομείς. Είναι μια στιγμή που συνειδητοποιείς πόσο μεγάλο πράγμα είναι ο αθλητισμός.

Στην εκκίνηση είμαστε δίπλα-δίπλα με την Ρ. Δίπλα μας το γνωστό  πλήθος δρομέων που αγαπάνε το τρέξιμο όσο κι εμείς – ίσως και πιο πολύ. Τώρα σκέφτομαι πόσο θέλω να τρέξω! Σκέφτομαι πως ο αγώνας αυτός θα είναι μοναδικός καθώς σε όλη τη διαδρομή θα βλέπω θάλασσα και παραλίες και χωριά του νησιού.

Έχω χωρίσει την διαδρομή σε 5 5άρια. Με βοηθάει η σκέψη αυτή. Τα έχω στο μυαλό μου κάπως έτσι:

Στα πρώτα 5 χιλιόμετρα θα κάνω ζέσταμα

Από το 5ο στο 10ο χλμ θα βρω καλή αναπνοή και καλό ρυθμό

Από το 10ο έως το 20ο και στα δυο αυτά πεντάρια θα τρέξω ελεύθερα.

Από το 20ο έως το 25ο χλμ θα πολεμήσω την κούρασή μου

Τα πρώτα 5 χλμ είναι πάντα κουραστικά γιατί είναι το ζέσταμα. Όσο πιο πολλά χιλιόμετρα τρέχω με τον καιρό, τόσο πιο πολύ αργώ να ζεσταθώ. Το ζέσταμα είναι άβολο. Είναι η αντίσταση του οργανισμού στο τρέξιμο. Με ενοχλούν τα ρούχα μου, η αναπνοή μου, τα παπούτσια μου, νιώθω πόνους στις γάμπες… Όταν όμως περάσω τα 5 χλμ, δεν νιώθω πια τίποτα.

Στον πρώτο σταθμό τροφοδοσίας, μικρά παιδιά 5-6 χρονών, μας προσφέρουν νερό και ισοτονικά. Μικρά παιδιά που κυριακάτικα έχουν αφήσει τα Playstation, Nickelodeon και Netflix και έχουν στηθεί μέσα στον ήλιο και προσφέρουν δροσιστικά ποτά σε δρομείς, που στην πλειονόητητά τους είναι ερασιτέχνες και ήρθαν να τρέξουν στο νησί τους. Στα παιδάκια που μου δίνουν στα χέρια νερό και ισοτονικό τους λέω πόσο πολύ με βοηθάνε και με ξεκουράζουν, εμένα και όλους τους δρομείς. Να το κάνουν ξανά του χρόνου αν μπορούν!

Μετά τα 5 χλμ είναι ήδη καλύτερα και αφήνομαι να κοιτάξω την θέα. Είναι πανέμορφη. Πράσινο στα αριστερά μου και γαλάζια θάλασσα στα δεξιά μου. Όμορφες παραλίες. Ακούω το κύμα καθώς τρέχω.

Στο 10ο χλμ, όπως το είχα προβλέψει νιώθω φανταστικά. Έχω ενυδατωθεί πολύ καλά πίνοντας νερό και ισοτονικό στους δύο σταθμούς που συναντήσαμε ως τώρα. Έχω περάσει τις πρώτες δύσκολες και βασανιστικές ανηφόρες. Οι ανηφόρες, όταν είναι στην αρχή της διαδρομής μου αρέσουν γιατί σπρώχνουν το αερόβιο κατώφλι μου πιο πέρα.

Από το 10ο χλμ και μετά τρέχω ελεύθερα. Κοιτάζω μόνο την ομορφιά της διαδρομής. Δεν με απασχολεί τίποτα. Βρίσκω μπροστά μου την μικρή Μ., ένα παιδί με ειδικές ανάγκες, που τρέχει τον αγώνα με τον ανανπηρικό της αμαξίδιο. Το σπρώχνει ο πατέρας της που είναι δρομέας και μια πολύ δυνατή αθλήτρια του αγωνίσματος. Ούτε μπορώ να φανταστώ τον κόπο τους, να τρέχουν και να σπρώχνουν τόσο βάρος.

Τους χαιρετάω και τρέχω μαζί τους κάποια χιλιόμετρα. Η Μ. τιτιβίζει από χαρά. Έχει μπροστά στο αμαξίδιό της, στα πόδια της, ένα σκυλάκι. Πόσο όμορφο είναι να τρέχει δίπλα σε τόσο ξεχωριστούς ανθρώπους! Στην κατηφόρα τους αφήνω και βάζω τα δυνατά μου.

  • «Μ., σε ευχαριστώ που μου έκανες την τιμή να τρέξω μαζί σου. Να ξέρεις πως είσαι η πιο όμορφη δρομέας!», της λέω.

Η Μ. χαμογελάει και μετά σκέφτεται και μου λέει:

  • «Και η Μιλού;»

Καταλάβαίνω πως η Μιλού είναι το σκυλάκι της. Της λέω πως η Μιλού είναι μια ξεχωριστή σκυλίτσα – δρομέας που άλλη σαν και αυτή δεν υπάρχει.

Η διαδρομή περνάει τώρα από καμμένα δάση και η θέα είναι θλιβερή, στενάχωρη. Ωςστικτωδώς κοιτάζω προς την θάλασσα. Να βρω εκει ομορφιά και παρηγοριά. Φτάνω στο 20ο χιλιόμετρο και τα πράγματα αρχίζουν να ζορίζουν. Η κούραση αρχίζει να κάνει τα πόδια βαριά. Ο ήλιος είναι σκληρός και με χτυπάει κατακέφαλα. Η διαδρομή τουλάχιστον είναι βατή.

Στο 21ο χλμ προσπερνάω μια δρομέα. Θαυμάζω την κατατομή της. Έχει σώμα δρομέα. Είναι πολύ ωραία ντυμένη. Καθώς την προσπερνάω νομίζω πως ακούω κλάματα. Γυρίζω και την βλέπω στ’αλήθεια να κλαίει.

  • «Είσαι καλά; Μήπως πονάς», τη ρωτάω.
  • «Πονάω πάρα πολύ!», μου λέει και δείχνει την κοιλιά της.

Δεν ξέρω τι να κάνω. Σκέφτομαι πως δεν μπορώ να της προσφέρω βοήθεια εγώ. Ούτε νερό δεν έχω μαζί. Προσπαθώ να σκεφτώ γρήγορα την καλύτερη λύση.

  • «Μείνε στην σκιά και περίμενε εδώ. Θα τρέξω και στον επόμενο σταθμό ιατρικής βοήθειας (υπολόγισα πως θα ήταν στο 22,5 χλμ) θα ειδοποιήσω και θα έρθουν να σε πάρουν.»

Μου γνέφει ναι. Βάζω μεγάλη προσπάθεια τώρα να τρέξω πιο γρήγορα. Σε λίγο για καλή μου τύχη βλέπω έναν περαστικό με μηχανάκι. Τον σταματάω και του ζητάω να πάει να βρει την αθλήτρια και να την βοηθήσει ή να φέρει βοήθεια. Με ακούει με νοιάξιμο. Σε λίγο τους βλέπω και τους δύο πάνω στο μηχανάκι να πηγαίνουν προς το ιατρείο που βρίσκεται στον τερματισμό. Ησύχασα. Η συναθλήτριά μου με χαιρετάει με χαμόγελο και ευγνωμοσύνη.

Από το 22 χλμ και μετά είναι μαρτύριο. Κάθε χιλιόμετρο μοιάζει να κρατάει για 5 ή για 10. Μπαίνουμε στον πλακόστρωτο δρόμο προς το Παλιό Λιμάνι. Και να ο κόσμος! Αυτός το υπέροχος κόσμος του νησιού. Είναι έξω στους δρόμους, μας χειροκροτάει και μας δίνει κουράγιο. Η συνεισφορά του είναι τεράστια. Μου δίνει κέφι το χαμόγελο των ανθρώπων που μου λένε μπράβο. Τα πόδια μου βγάζουν φτερά. Τους χαιρετάω. Τους απαντάω. Τους ευχαριστώ. Τρέχω το τελευταίο χιλιόμετρο. Το πιο δύσκολο. Το πιο ωραίο. Η Ρ.,που έχει ήδη τερματίσει, με περιμένει πριν τον τερματισμό. Τρέχει μαζί μου. Πιο κάτω ο προπονητής μου. Οι υπόλοιποι συναθλητές. Κάνω spreed (που βρήκα δύναμη; ) και τερματίζω με χαμόγελο. Ένα κορίτσι μου περνάει στον λαιμό το μετάλλιο του αγώνα.

Έτρεξα το πρώτο αγώνα 25 χιλιομέτρων!

Έτρεξα ένα νησί!

 

Τι να ευχηθώ για την νέα σχολική χρονιά;

 

Ωραία μέρα σήμερα. Ζωντανή. Πολλη κίνηση στους δρόμους, πολλή ζωντάνια, πολλά παιδιά και έφηβοι καθοδόν για το σχολείο τους. Παιδιά και έφηβοι στους δρόμους…

Πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς! Θες, δε θες, επηρεάζεσαι. Αν είσαι μαθητής επηρεάζεσαι πολύ, αν είσαι γονιός ή εκπαιδευτικός ακόμα περισσότερο, μα όποιος κι αν είσαι σίγουρα, κάνεις σήμερα μια σκέψη για την χρονιά που αρχίζει και για το σχολείο.

Έτσι κι αλλιώς όλοι μας – ανεξάρτητα από ηλικία – κρύβουμε έναν σχολικό Σεπτέμβρη μέσα σας, απομεινάδι από τα δικά μας σχολικά χρόνια. Και η χρονιά είναι σαν μόλις να αρχίζει, να έχει 10 γεμάτους μήνες με πολλή δουλειά, με μόχθο, με πράγματα που πρέπει να γίνουν, με μαθήματα που πρέπει όλοι να μάθουμε, με άλγεβρα, αρχαία και ιστορία αλλά και με διαλείμματα, ματιές στα απέναντι θρανία, με ποδόσφαιρο, μπαλέτο, τρεχάλα να τα προλάβουμε όλα… Μέχρι το επόμενο καλοκαίρι…

Μια σκέψη που κάνω σήμερα είναι τι «άλλο» θα μπορούσε να προσφέρει το σχολείο; Αν ήταν ένα πράγμα που θα μπορούσε να κάνει ποιο θα ήταν αυτό – το πιο σημαντικό;

Σκέφτομαι με τι παθιάζονται τα παιδιά και οι νέοι; Τι τους ξεσηκώνει; Τι τους κάνει να βάλουν κάτι όχι μόνο στο μυαλό τους αλλά και στην καρδιά τους;

  • «Μια συναυλία», μου απαντάω.
  • « ’Ενας κύκλος από νέα επεισόδια από την αγαπημένη αμερικανική σειρά μυστηρίου στο Netflix», επίσης.

Και τώρα δηλαδή τι πρέπει να γίνει; Να κάνουμε τους τύπους την τριγωνομετρίας remix με dj Vegas και την Βυζαντινή Ιστορία σήριαλ μυστηρίου; Την Φυσική ταινία επιστημονικής φαντασίας; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα….

Σκέφτομαι τι παθιάζει γενικά τον κόσμο σήμερα. Ή καλύτερα με τι εμπνέεται ο κόσμος; Τι μπορεί να δει και να ακούσει ένας άνθρωπος και από εκεί να εμπνευστεί, να πάρει έναυσμα και προτροπή, για να προχωρήσει σε κάτι που του αρέσει. Και να το ακολουθήσει…

Τι κάνει κάποιες εκδηλώσει επιτυχημένες; Γιατί ο κόσμος αγαπάει να πηγαίνει σε μέρη όπου μοιράζεται γνώση; Γιατί η TEDEx, ας πούμε, έχει τόση επιτυχία; Γιατί ο κόσμος εκεί δεν διδάσκεται κάτι, αλλά έρχεται σε επαφή με κάτι για πρώτη φορά. Και συχνά αυτό γίνεται μέσα από μια ολιγόλεπτη, απλή αλλά ουσιαστική ιστορία. Το “story-telling” – όπως θα έλεγαν οι Αγγλοσάξωνες.

Το “story-telling” , η εξιστόριση κατά το ελληνικότερο. Για αιώνες αυτός ήταν ο τρόπος που οι άνθρωποι δίδασκαν τους νέους. Μετά το αφήσαμε για τα εγχειρίδια σπουδών. Μετά όλα αρχίζουν με το βιβλίο του μαθήματος – όχι με τον άνθρωπο που λέει μια όμορφη ιστορία.

Νομίζω όμως ότι ίσως αυτός να είναι ο κρίκος που χάθηκε. Και δεν είναι πια τόσο διασκεδαστικό να μαθαίνει κανείς Φυσική και Γλώσσα. Χάθηκε η μαγεία και η ιστορία που την περιείχε. Και αν είναι να ευχηθώ κάτι σήμερα σε όλους τους δασκάλους που ξεκινούν μια νέα – δύσκολη κοινωνικά και οικονομικά – σχολική χρονιά, θα είναι αυτό:

Να βρουν την δύναμη να εμπνεύσουν τους μαθητές τους! Να τους δώσουν κάτι να δουν σε σχέση με την επιστήμη τους. Και να τους το πουν με μια ωραία ιστορία, που οι ίδιοι πιστεύουν!

Να τους πουν για την θαυμαστή ιστορία του Ερατοσθένη, που 23 αιώνες πριν, χρησιμοποιώντας έναν δρομέα σταθερού βήματος (ένα βηματιστή) και έχοντας για μόνο εξάρτημα ένα κοντάρι, κατάφερε να μετρήσει με καταπληκτική (ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα) ακρίβεια, την ακτίνα της γης. Εκείνα τα παιδιά που έχουν μέσα τους τον σπόρο της Γεωμετρίας, ίσως βρουν σε αυτήν την ιστορία την δύναμη να την ακολουθήσουν. [Παραπομπή σε βιβλίο: Τα αστέρια της Βερενίκης, Ντάνι Γκετζ].

Να τους πουν για τα δραματικά και μεγαλειώδη γεγονότα της Βυζαντινής Ιστορίας, για την δύναμη και την καλλιέργεια των αντρών αλλά και των γυναικών του βυζαντίου, για την θαυμαστή σχολή της εξωτερικής τους πολιτικής, για την τραγική πορεία προς το τέλος και τις τελευταίες μέρες πριν την άλωση που είχαν όλες και μια διαφορετική σημασία και βαρύτητα. [Παραπομπή σε βιβλιο: Ιωάννης Άγγελος, Μίκα Βάλταρι].

Να τους ταξιδέψουν στο σύμπαν, χωρίς φόβο και δέος. Γιατί η Φυσική τα εξηγεί όλα τόσο απλά και τελικά με έναν μόνο νόμο και πως αυτό πρέπει να έχουν στο μυαλό τους. Όχι τους δύσκολους μαθηματικούς τύπους και τις μονάδες μέτρησης.  Ότι τίποτα δεν είναι σίγουρο αν δεν αποδειχθεί με ένα πείραμα, που κάποιος (μήπως κάποιος από τους μαθητές;) πρέπει να το σκεφτεί και να το σχεδιάσει – αλλιώς ούτε καν το βραβείο Νόμπελ δεν μπορεί να αποδοθεί σε κάποιον Φυσικό…  Είναι βέβαιο πως στα παιδιά που κρύβουν ένα ταλέντο στη Φυσική, αυτή η ιστορία θα γεννήσει κάτι, μια θέληση και μια έμπνευση. [Παραπομπή σε βιβλίο: Το σύμπαν στα χέρια σας, Christophe Galfard].

Νομίζω  τελικά ότι αυτό θα ήθελα να ευχηθώ σήμερα σε όλους τους δασκάλους στα σχολεία. Να βρουν την δύναμη, την θέληση, τον χρόνο και το θάρρος να πουν μια ιστορία μέσα στην τάξη, για την επιστήμη τους, που δεν θα είναι διδακτική στο αντικείμενο, αλλά θα εμπνέει!

Και στους μαθητές θα ευχηθώ, να έχουν την καρδιά τους ανοιχτή για να την ακούσουν!

Κι ας «φάνε» ίσως έτσι 45 λεπτά από το ωρολόγιο πρόγραμμα της τάξης…

Καλή σχολική χρονιά!

Irvin Yalom – Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!

Μέσα στην βαλίτσα έβαλα βιβλία για τις καλοκαιρινές διακοπές, μυθιστορήματα κυρίως και λίγη ποίηση να με συντροφεύουν δίπλα στο κύμα, όλους τους αγαπημένους και τις αγαπημένες μου συγγραφείς. Ανάμεσα σε αυτά θέλησα να προσθέσω και μια (αυτό) βιογραφία. Το έχω ανάγκη και από πρακτική πλευρά. Αυτό τον καιρό έχω ξεκινήσει να γράφω την βιογραφία ενός ξεχωριστού ανθρώπου και ήθελα έναν οδηγό. Ένα παράδειγμα.

Τον Irvin Yalom τον εκτιμώ ιδιαίτερα. Δεν έχω διαβάσει όλα του τα βιβλία. Δεν είμαι ψυχολόγος ή θεραπεύτρια, ούτε ειδική στην Ψυχιατρική ή την Ψυχολογία, για να μπορώ να κρίνω τις απόψεις του και την θεραπευτική σχολή, που έχει δημιουργήσει. Με άγγιξαν όμως πολύ δύο βιβλία του, που διάβασα στον παρελθόν. Το πρώτο ήταν μια μυθοπλασία για τον Νίτσε που την απόλαυσα και όταν έγινε μια εξαιρετική και πρωτοποριακή θεατρική παράσταση. Εκείνο όμως το βιβλίο του που είχε πάνω μου επιρροή ήταν «Μια θεραπεία ειπωμένη δυο φορές». Αυτό το βιβλίο μου έδωσε την έμπνευση για να ονειρευτώ ένα δικό μου «δύσκολο» βιβλίο, που ίσως μια μέρα να καταφέρω να τελειώσω.

Τα τελευταία χρόνια είχα την τύχη να γνωρίσω την μεταφράστριά του στα ελληνικά, την Ευαγγελία Ανδριτσάνου και να με τιμήσει με την φιλία της. Έτσι ήρθα πιο κοντά στα βιβλία του και στον τρόπο που σκέφτεται και δουλεύει. Είχα ζήσει κάπως από κοντά όλον τον κόπο της Ευαγγελίας καθώς μετέφραζε το βιβλίο, όλη την αγωνία του Γιάλομ να προλάβει να το γράψει στην προχωρημένη ηλικία που βρίσκεται. Είχα μεγάλη προσμονή. Ήμουν στην παρουσίαση του βιβλίου του στον Ιανό,  όπου την παρακολούθησα σχεδόν όλη όρθια, τόσο πολύ κόσμο είχε.

Άρχισα όμως την ανάγνωση του βιβλίου διστακτικά. Το τελευταίο βιβλίο του Γιάλομ σύμφωνα με πολλούς. Μα έχει γράψει τόσα και έχει πει τόσα, που στ’αλήθεια τι άλλο υπάρχει να πει;

Από τα πρώτα κεφάλαια το βιβλίο ήταν μια αποκάλυψη. Διαβάζοντας ένα – ένα τα κεφαλαία από την παιδική ηλικία του συγγραφέα, έζησα μαζί και τα δικά μου. Ήταν σαν να έκανα μια σειρά από συνεδρίες με έναν πολύ καλό ψυχαναλυτική που εμπιστεύομαι. Όλα πέρασαν από μπροστά μου: το τραύμα με τη μητέρα μου, η σχέση αγάπης με τον πατέρα μου, η φτώχεια μου στα παιδικά μου χρόνια, το άγχος και η ανάγκη μου για πρωτιά, η αγάπη για την επιστήμη, ο αγώνας για την καριέρα, η λαχτάρα για την Τέχνη και την Λογοτεχνία, που τελικά δίνει νόημα στη ζωή.

Ο Γιάλομ στέκεται πολύ γενναιόδωρα απέναντί μας και μας κάνει δώρο μια ολόκληρη θεραπεία μέσα σε ένα βιβλίο. Το έχει γράψει το βιβλίο αυτό, με έναν τρόπο που έιναι ένα δώρα για τον καθένα έναν και κάθε μία από εμάς. Γυμνώνει την ψυχή του, μας λέει μεγάλες και μικρές αλήθειες του, μας λέει τους φόβους τους. Μας περιγράφει πότε έχει κλάψει. Πότε είχε μαι αδύναμη στιγμή. Πόσο γενναίο είναι να το κάνει αυτό ένας μεγάλος και καταξιωμένος Ψυχίατρος και Ψυχολόγος.

Μέσα στο βιβλίο του δεν θα βρει κανείς πουθενά συμβουλές με τα 10 -20 -100 πράγματα που πρέπει να κάνει, για να είναι ευτυχισμένος.

Κι όμως με τις διηγήσεις του, με τις εξομολογήσεις του μας διδάσκει τελικά τι είναι σημαντικό σε μια ζωή, που αν τη ζήσουμε, δεν θα μετανιώσουμε που την ζήσαμε.

Προσωπικά, όταν έκλεισα το βιβλίο, ένιωσα ευγνωμοσύνη.

 

Υ.Γ. Επειδή κάπου στο βιβλίο του γράφει πως οι άνθρωποι που πλησίασαν με περισσότερη γαλήνη το τέλος της ζωής τους ήταν εκείνοι που δεν μετάνιωσαν για κάτι που δεν έκαναν, πήρα το θάρρος και έγραψα δυο λόγια στον Ϊρβιν Γιάλομ. Μου απάντησε ο ίδιος (το γράφει πως απαντάει πάντα ο ίδιος στην αλληλογραφία με τους αναγνώστες του) και μου έδωσε με δυο του λέξεις το κουράγιο για ένα δύσκολο και σημαντικό για μένα βιβλίο. Αν το κάνω θα είναι πραγματικά χάρη στην προτροπή του.

Τα χρόνια με τη Λάουρα Δίας – Κάρλος Φουέντες

Όταν το έχεις πολλή ανάγκη, ένα βιβλίο έρχεται να σε βρει. Όχι οποιοδήποτε βιβλίο, μα αυτό που έχεις πραγματικά ανάγκη.

Έχω μέσα στην καρδιά και στο μυαλό μου το βιβλίο με την Λάουρα. Το έχω από καιρό. Γράφω τα πρώτα δειλά κεφάλαια και τα σβήνω. Γράφω το σενάριο, τα πρόσωπα, τους διάφορους χαρακτήρες, τα μεγάλα διλήμματα και τις ανατροπές. Και έτσι που με ζορίζει η δική μου Λάουρα, μια άλλη Λάουρα ήρθε να με βρει. Η Λάουρα Δίας του Κάρλος Φουέντες.

«Τα χρόνια με την Λάουρα Δίας» είναι ένα από τα πιο μεστά βιβλία που έχω διαβάσει. Ο Κάρλος Φουέντες είναι ένας τεράστιος λογοτέχνης της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής. Ένας μεγάλος συγγραφέας της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας.

Η σύλληψη του βιβλίου είναι απλή και γι’αυτό μεγαλειώδης. Ο Φουέντες διαλέγει μια γυναίκα, τη Λάουρα, και μέσα από την ζωή της, μας περιγράφει όλη την πονεμένη, άγρια, αιματοβαμένη ιστορία του Μεξικού. Μας μιλάει για τους ατέλειωτους εμφυλίους πολέμους, για τις αδίστακτες δικτατορίες που με ελάχιστα διαστήματα δημοκρατίας δυνάστευσαν την Κεντρική και Λατινική Αμερική έως και σήμερα, για τον αντίκτυπο του Ισπανικού εμφυλίου και των διωγμών του Φράνκο, που έφερε τόσους ισπανόφωνους καλλιτέχνες εξόριστους στο Μεξικό, για τους αγώνες των κομμουνιστών και των αναρχικών συνδικαλιστών, για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και για το κυνήγι του Μακάρθουρ στις ΗΠΑ που ξεκλήρεισε όλες τις ελεύθερες φωνές και έφερε ένα δεύτερο κύμα – αμερικανών αυτή τη φορά – εξορίστων καλλιτεχνών στο Μεξικό. Μιλά για τον Ριβιέρα και για την Φρίντα Κάλο, για την λογοτεχνία, την ποίηση, την ζωγραφική και κάθε μορφή Τέχνης, που γεννιέται πάντα όπου υπάρχει πόνος και αγώνας.

Όμως όλα αυτά δεν είναι ξένα και δημοσιογραφικά. Όχι σαν ένας πολύ καλά διαβασμένος ιστορικός – που σίγουρα είναι. Τα βλέπουμε να τα ζει στην ψυχή, στο μυαλό και στο κορμί της μια γυναίκα. Τα βλέπουμε να έχουν αντίχτυπο στην οικογένειά της, να χτυπούν τους απελπισμένους έρωτές της, στους άντρες της ζωής της. Είναι μια όμορφη, γενναία, νέα γυναίκα χωρίς ιδιαίτερη μοίρα, χωρίς εξαιρετικά ταλέντα ή τεράστια μόρφωση, που όμως διάλεξε να ζήσει τη ζωή της με ειλικρίνεια και ελευθερία.

Η Λάουρα υποφέρει πολύ. Χάνει τους αγαπημένους της σε εργατικούς αγώνες, σε βασανιστήρια της χούντας, ζει από κοντά την αλλοτρίωση του κομμουνιστικού κόμματος από την δύναμη της εξουσίας, ζει από κοντά το απελπισμένο ταλέντο των μεγάλων καλλιτεχνών της χώρας της, των ποιητών και των ζωγράφων, όπως ο Ριβιέρα και η Κάλο, των σεναριογράφων και σκηνοθετών του Χόλλυγουντ που κατηγορούνται ως κομμουνιστές και χάνουν τη δουλειά τους και εξορίζονται, που αναγκάζονται να γίνουν καταδότες. Ζει το κυνήγι των ναζί εναντίων των Εβραίων. Ζει το κυνήγι κάθε κατατρεγμένου. Και έχει πάντα διαλέξει πλευρά. Παρά την αδυναμία να είναι μια απλή γυναίκα.

Στους διανοούμενους που γνώρισε (κάποια από τα μεγαλύτερα πνεύματα του αιώνα της, κάποιοι από αυτούς μεγάλοι φιλόσοφοι), όταν για να την κεντρίσουν της έδωσαν τον λόγο, έκανε μόνο μια ερώτηση:

  • «Μπορεί η αγάπη ενός ζευγαριού να αντισταθμίσει όλη την δυστυχία του κόσμου;»

Δεν πήρε απάντηση.