Το κορίτσι με τα μαύρα μαλλιά (ένα ανεκτίμητο δώρο σε μένα)

γνώρισα ενα κορίτσι με μαύρα μαλλιά

που έλεγε μονάχα αλήθεια,

τρόμαξα

δεν είχε σπίτι μα μια βαλίτσα

ένα αστρο στο στήθος,

δύο μελανιές για χείλη

δύο λουλούδια για χέρια,

άσπρο πανί για δέρμα,

καράβι για σώμα

ούτε όνομα, ουτε χαρτη

μονάχα ένα αμήχανο χαμόγελο για ήχο

και έναν βυθό, παραμιλητό,

πνιγμένη μιλιά για ανασα

τρόμαξα

γίνηκε θάλασσα κύμα σε ένα σχήμα απείρου,

αγάπη,

νυχτιά σε σακουλάκια με αέρα

σαν ανθακι νυχτολουλουδου

συμπόνια

και ξέσπασμα έναστρου αναστεναγμού

Η όμορφη γυναίκα του αγρότη

Ήταν μια φορά ένας αγρότης που ζούσε όχι πολύ μακριά από εδώ. Δούλευε καλά τα  χωράφια του και είχε ένα μεγάλο κοπάδι. Δούλευε σκληρά, πολύ σκληρά. Επέκτεινε την φάρμα του αγοράζοντας και άλλη γη όταν η στιγμή ήταν η σωστή, και δούλευε και την καινούρια γη καλά, έτσι που η γη καρποφόρησε. Έδωσε καρπούς και καλή σοδειά που την αποθήκευσε και έτσι είχε άφθονη τροφή για το κοπάδι του. Με τα χρόνια και με την σκληρή δουλειά έγινε ο πιο πλούσιος και ο πιο μεγάλος αγρότης της περιοχής. Έγινε γνωστός για το μεγαλύτερο κοπάδι, για τις πιο πλούσιες καλλιέργειες του και γιατί είχε τους περισσότερους εργάτες να δουλεύουν γι’αυτόν.

Αποφάσισε πως του άξιζε αν χτίσει ένα μεγάλο σπίτι για τον εαυτό του. Όντως έχτισε το σπίτι και ήταν ένα πραγματικά μεγάλο και όμορφο αρχοντόσπιτο. Μετά από λίγο καιρό σκέφτηκε:

  • «Μα κάτι λείπε! Έχω ένα μεγάλο σπίτι. Έχω το μεγαλύτερο και καλύτερο κοπάδι της περιοχής. Έχω τις μεγαλύτερες και καλύτερες καλλιέργειες του τόπου. Έχω τους περισσότερους και πιο άξιους εργάτες να δουλεύουν για μένα. Όμως θα πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να έχω, κάτι άλλο…Αναρωτιέμαι τι να είναι αυτό.»

Σκέφτηκε το θέμα αρκετά ώσπου κατέληξε ο ανόητος πώς αυτό που του έλειπε ήταν μια σύζυγος. Μόλις κατέληξε πως χρειάζεται μια σύζυγο, προχώρησε με το θέμα πολύ γρήγορα. Κάτω στο χωριό, δίπλα στο κτήμα του ζούσε ένα όμορφο, νέο κορίτσι. Σκέφτηκε πως θα ήταν ακριβώς η σύζυγος που χρειαζόταν. Ήταν όμορφη , μαθημένη στην σκληρή δουλειά και είχε την φιγούρα της γυναίκας που ταίριαζε σε εκείνος, πλούσιο στήθος και ανοιχτή λεκάνη, που σίγουρα θα έκανε πολλά παιδιά.

  • «Θα είναι η τέλεια σύζυγος για μένα.», σκέφτηκε.

Έτσι είπε και ξεκίνησε να συναντήσει τους γονείς του κοριτσιού. Είπε στους γονείς πως είχε αποφασίσει πως ήθελε να παντρευτεί την κόρη τους. Η ιδέα αυτή συνεπήρε τους γονείς, γιατί ήξεραν πως ήταν ένας από τους μεγαλύτερους αγρότες της περιοχής και είχε πολλά χρήματα. Διέθεται όλα όσα έπρεπε να διαθέτει ένας άντρας. Είχε ένα μεγάλο σπίτι και πολλούς ανθρώπους να δουλεύουν γι’αυτόν. Θα ήταν καλός για την κόρη τους. Όταν η κόρη τους γύρισε στο σπίτι, της είπαν πως είχε περάσει ο αγρότης με το μεγάλο κτήμα και την είχε ζητήσει για γυναίκα του.

Όμως η κόρη είπε:

  • «Δεν είμαι και τόσο σίγουρη γι’αυτό. Είναι αρκετά μεγαλύτερός μου. Κι έπειτα τι θα έπρεπε να περιμένω από την δύναμη και το σθένος τους και πώς θα έπρεπε να τα αντιμετωπίσω;»

T «Μα αυτό είναι ένα ασήμαντο πρακτικό ζήτημα. Τα πράγματα που θα έπρεπε να σε νοιάζουν είναι πως έχει δικό του ένα μεγάλο, όμορφο σπίτι, υπηρέτες και όλα όσα πρέπει να έχει ένας άντρας. Έχει ατέλειωτα, εύφορα κτήματα με σοδειές και μεγάλα, ζωηρά κοπάδια και σίγουρα θα έχει βάλει κάπου χρήματα στην άκρη. Τώρα, αν τον παντρευτείς όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν δικά σου, γιατί όπως πολύ σωστά είπες, είναι αρκετά μεγαλύτερός σου και ίσως να μην ζήσει και τόσο πολύ. Λίγα χρόνια δεν θα πείραζαν και τόσο.»

Το κορίτσι δεν ήταν χαρούμενο. Είχε ονειρευτεί να πλαγιάζει στο κρεββάτι με ένα όμορφο, γεροδεμένο νέο και όχι με έναν άγνωστο άντρα, τόσο μεγαλύτερό της. Όμως με τα πολλά, οι γονείς της την έπεισαν ότι ο αγρότης θα ήταν ο καλύτερος για εκείνη και το κορίτσι ενέδωσε. Ο γάμος έγινε και ήταν ένας λαμπρός, μεγάλος γάμος. Το ζευγάρι ξεκίνησε να ζει στο σπίτι του και ήταν παράξενο να πει κανείς, πως ήταν ένας ευτυχισμένος γάμος. Ο αγρότης λάτρευε την νεαρή γυναίκα του κι εκείνη ήταν πολύ καλή στο νοικοκυριό. Εκείνη του μαγείρευε και έκανε όλα όσα έπρεπε να γίνουν σε ένα σπίτι. Ο έρωτας που έκαναν τα βράδια ήταν μαγικός.

Ώσπου μια μέρα ο αγρότης βρέθηκε στο χωριό, είδε κάποιους και τους άκουσε να μιλάνε. Γύρισε στο σπίτι, κάθισε και ζήτησε να μιλήσει στην γυναίκα του.

  • «Αυτοί οι άνθρωποι, όταν σε είδαν είπαν:
  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»
  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είσαι η γυναίκα μου, είσαι δική μου και ανήκεις σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του ότι δεν θα έπρεπε να ξαναπάει στο χωριό ποτέ. Το κορίτσι ήταν ένα από αυτά τα παράξενα πλάσματα, μια αγνή, υπάκουη ψυχή και έσκυψε το κεφάλι και δεν πήγε ξανά στο χωριό.

Μετά από λίγο καιρό ο αγρότης σκέφτηκε την γυναίκα του να περπατάει στους αγρούς και οι εργάτες που δούλευαν στους αγρούς να λένε:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του πώς θα μπορούσε να μένει μόνο στον κήπο και στο σπίτι. Δεν θα μπορούσε να περπατάει πια ελεύθερη στους αγρούς. Κι εκείνη έκανε και πάλι όπως της είπε. Και υπήρχε ακόμα ευτυχία στον κήπο της και στο σπίτι της.

Τότε μια μέρα το αγρότης είδε την γυναίκα του στον κήπο, να σκύβει και να φροντίζει τα λουλούδια, να σκαλίζει το χώμα και να ποτίζει τους θάμνους. Πρόσεξε πως κάποιοι από τους υπηρέτες κοίταζαν πάνω από τον φράχτη και χάζευαν την γυναίκα του στο κήπο.

Ο αγρότης σκέφτηκε πως οι υπηρέτες σίγουρα θα έλεγαν το βράδυ, όταν θα μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά του τζακιού στην κουζίνα τις ώρες της ξεκούρασης:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του πως δεν θα έπρεπε να βγει ξανά στον κήπο. Πως θα έπρεπε να μένει μέσα στο σπίτι τους. Και πάλι το κορίτσι υπάκουσε και έμεινε στο σπίτι και ακόμα βρίσκονταν ακόμα ευτυχία ανάμεσά τους.

Ώσπου μια μέρα ο αγρότης σκέφτηκε μονολογώντας στον εαυτό του.

  • «Μα η γυναίκα μου σίγουρα θα κινείται μέσα στο σπίτι. Καθώς θα κάνει τις δουλειές του σπιτιού θα περνάει από δωμάτιο σε δωμάτιο. Και όπως θα κινείται θα περνάει από τα παράθυρα. Ο κόσμος που περνάει έξω από το σπίτι και οι υπηρέτες που θα βρίσκονται μέσα στο σπίτι θα την κοιτάζουν και θα λένε:
  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Είπε λοιπόν στην γυναίκα του πως θα έπρεπε να μένει μέσα στο σπίτι με κλειστά παράθυρα για να μην την βλέπει κανείς. Έπιασε λοιπόν και κάρφωσε με ξύλα όλα τα παράθυρα για να μην μπορεί να την δει κανείς. Η κοπέλα υπάκουσε και πάλι, μόνο που αυτό της έφερε μια βαθιά θλίψη.

Ο καιρός περνούσε και η ευτυχία κρατούσε ακόμα στο ζευγάρι. Ο αγρότης γύριζε στο σπίτι το βράδυ και η γυναίκα του τον περίμενε για να φάνε μαζί το βραδινό και να μιλήσουν. Μετά έκαναν μαγικό έρωτα στο κρεβάτι τους.

Ώσπου μια μέρα και πάλι ο αγρότης σκέφτηκε. Υπάρχουν και οι υπηρέτες που βρίσκονται και δουλεύουν μέσα στο σπίτι και όλη την μέρα μπορούν να βλέπουν την γυναίκα μου ακόμα κι αν εκείνη δεν βγαίνει έξω από το σπίτι. Όσο την βλέπουν όλη μέρα θα λένε:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Κι έτσι ο αγρότης κλείδωσε την γυναίκα του μέσα στην κρεβατοκάμαρά τους. Δεν θα την έφηνε να βγει ξανά ποτέ από εκεί.

Η γυναίκα έμενε κλειδωμένη μέσα στην κρεβατοκάμαρα όλη την ημέρα, και όταν ο αγρότης γύριζε στο σπίτι κάθε βράδυ, ξεκλείδωνε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και έμπαινε μέσα και κάποιου είδους ευτυχία υπήρχε ανάμεσά τους. Όμως η γυναίκα κάθε μέρα αδυνάτιζε και αρρώσταινε. Ο αγρότης δεν πρόσεξε κάτι. Έτσι ένα βράδυ ο αγρότης γύρισε στο σπίτι, ξεκλείδωσε την κρεβατοκάμαρα και βρήκε την γυναίκα του να κείτεται νεκρή πάνω στο κρεβάτι τους.

Ο αγρότης ήταν συντετριμμένος. Τώρα για πρώτη φορά κατάλαβε πόση αγάπη και πόση χαρά του έδινε απλόχερα η γυναίκα του. Πήρε την γυναίκα του αγκαλιά και της έκανε μια όμορφη, συγκινητική κηδεία. Αυτό όμως δεν μετρίασε το πένθος και τον πόνο του. Γύρισε στο μεγάλο, όμορφο σπίτι του, που τώρα ήταν ένα άδειο σπίτι, κι ας ήταν γεμάτο από τόσους υπηρέτες. Τώρα καταλάβαινε τι έχασε με αυτό το εγωιστικό λάθος του. Μα τώρα τίποτα δεν μπορούσε να κάνει γι’αυτό.

Έναν χρόνο και μια μέρα μετά ο αγρότης βρισκόταν όπως πάντα μόνος στο σπίτι, όταν άκουσε έναν χτύπο στην εξώπορτα. Πήγε στην πόρτα κι εκεί είδε να στέκεται ένας μικρόσωμος άνθρωπος, ένας νάνος, με λευκή γενειάδα και με γαλάζια μάτια που λαμπύριζαν. Είχε το πιο αστραφτερό γαλάζιο βλέμμα που είχε δει ποτέ του ο αγρότης. Ο άντρας ήταν ντυμένος από πάνω μέχρι κάτω στα καφέ. Ο μικρόσωμος άντρας παρακάλεσε τον αγρότη για λίγη φιλοξενία, και ο αγρότης που ήταν κατά βάθος ένας καλός άνθρωπος, το κάλεσε μέσα, του πρόσφερε ένα καλό γεύμα και ένα αναπαυτικό κρεβάτι για να ξεκουραστεί τη νύχτα, όπως προστάζει στα μέρη αυτά το έθιμο της φιλοξενίας. Το πρωί, ο αγρότης σιγουρεύτηκε πως ο νάνος έφαγε ένα πλούσιο και δυναμωτικό πρωινό και τον ξεπροβόδισε δίνοντάς του προμήθειες για τον δρόμο του. Καθώς τον αποχαιρετούσε, ο μικρόσωμος άντρας τον ρώτησε:

  • «Αν μπορούσες να ζητήσεις μόνο μια ευχή, και η ευχή να πραγματοποιηθεί, ποια ευχή θα ζητούσες;»
  • «Ω, έχω μια και μόνη ευχή, μα κανείς δεν μπορεί να πραγματοποιήσει την ευχή μου.»
  • «Δεν είμαι σίγουρος γι’αυτό, μα αν μου πεις την ευχή σου, θα σου πω τι μπορεί να γίνει.», απάντησε ο παράξενος νάνος.
  • «Η μόνη ευχή που θα ήθελα να ευχηθώ αν είχα μία και μόνη ευχή είναι να είχα ξανά κοντά μου την αγαπημένη μου γυναίκα.» είπε χωρίς δισταγμός ο αγρότης.
  • «Μα ήταν το δικό σου λάθος που την σκότωσε.» είπε σκληρά ο μικρόσωμος άντρας.
  • «Το γνωρίζω αυτό. Και δεν υπάρχει ούτε μια στιγμή, που να το ξέχασα αυτό, όλον αυτόν τον ένα χρόνο και μια μέρα. Πενθώ για εκείνη κάθε μέρα και εύχομαι να γινόταν να γυρίσει πίσω. Και εύχομαι κάθε μέρα να μην ήμουν τόσο κακός μαζί της και να μην είχα κάνει όλα αυτές τις φρικτές πράξεις που της είχα κάνει. Μα όπως και να έχει, κανείς δεν μπορεί τώρα πια να πραγματοποιήσει την ευχή μου.»

Ο μικροσκοπικός άντρας πήρε το δρόμο και ο αγρότης πήγε στις δουλειές των χωραφιών και του κοπαδιού. Όταν το βράδυ γύρισε στο σπίτι του, δεν περίμενε ποτέ αυτό που είχε αντικρύσει. Η αγαπημένη του γυναίκα τον περίμενε εκεί, ζωντανή και με όλη την ομορφιά της. Η ευτυχία είχε ξαναγυρίσει στο ζευγάρι. Με πάθος την πήρε στην αγκαλιά του και έκαναν μαγικό έρωτα ξανά.

Η ζωή έγινε ξανά τόσο όμορφη όσο και πριν. Και ακόμα περισσότερο. Οι ώρες που περνούσαν μαζί ήταν ακόμα πιο ωραίες και ο έρωτας που έκαναν ήταν ακόμα πιο δυνατός.

Ώσπου μια μέρα ο αγρότης βρέθηκε στο χωριό, είδε κάποιους και τους άκουσε να μιλάνε. Γύρισε στο σπίτι, κάθισε και ζήτησε να μιλήσει στην γυναίκα του.

  • «Αυτοί οι άνθρωποι, όταν σε είδαν είπαν:
  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»
  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είσαι η γυναίκα μου, είσαι δική μου και ανήκεις σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του ότι δεν θα έπρεπε να ξαναπάει στο χωριό ποτέ. Το κορίτσι ήταν ένα από αυτά τα παράξενα πλάσματα, μια αγνή, υπάκουη ψυχή και έσκυψε το κεφάλι και δεν πήγε ξανά στο χωριό.

Μετά από λίγο καιρό ο αγρότης σκέφτηκε την γυναίκα του να περπατάει στους αγρούς και οι εργάτες που δούλευαν στους αγρούς να λένε:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του πώς θα μπορούσε να μένει μόνο στον κήπο και στο σπίτι. Δεν θα μπορούσε να περπατάει πια ελεύθερη στους αγρούς. Κι εκείνη έκανε και πάλι όπως της είπε. Και υπήρχε ακόμα ευτυχία στον κήπο της και στο σπίτι της.

Τότε μια μέρα το αγρότης είδε την γυναίκα του στον κήπο, να σκύβει και να φροντίζει τα λουλούδια, να σκαλίζει το χώμα και να ποτίζει τους θάμνους. Πρόσεξε πως κάποιοι από τους υπηρέτες κοίταζαν πάνω από τον φράχτη και χάζευαν την γυναίκα του στο κήπο.

Ο αγρότης σκέφτηκε πως οι υπηρέτες σίγουρα θα έλεγαν το βράδυ, όταν θα μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά του τζακιού στην κουζίνα τις ώρες της ξεκούρασης:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του πως δεν θα έπρεπε να βγει ξανά στον κήπο. Πως θα έπρεπε να μένει μέσα στο σπίτι τους. Και πάλι το κορίτσι υπάκουσε και έμεινε στο σπίτι και ακόμα βρίσκονταν ακόμα ευτυχία ανάμεσά τους.

Ώσπου μια μέρα ο αγρότης σκέφτηκε μονολογώντας στον εαυτό του.

  • «Μα η γυναίκα μου σίγουρα θα κινείται μέσα στο σπίτι. Καθώς θα κάνει τις δουλειές του σπιτιού θα περνάει από δωμάτιο σε δωμάτιο. Και όπως θα κινείται θα περνάει από τα παράθυρα. Ο κόσμος που περνάει έξω από το σπίτι και οι υπηρέτες που θα βρίσκονται μέσα στο σπίτι θα την κοιτάζουν και θα λένε:
  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Είπε λοιπόν στην γυναίκα του πως θα έπρεπε να μένει μέσα στο σπίτι με κλειστά παράθυρα για να μην την βλέπει κανείς. Έπιασε λοιπόν και κάρφωσε με ξύλα όλα τα παράθυρα για να μην μπορεί να την δει κανείς. Η κοπέλα υπάκουσε και πάλι, μόνο που αυτό της έφερε μια βαθιά θλίψη.

Ο καιρός περνούσε και η ευτυχία κρατούσε ακόμα στο ζευγάρι. Ο αγρότης γύριζε στο σπίτι το βράδυ και η γυναίκα του τον περίμενε για να φάνε μαζί το βραδινό και να μιλήσουν. Μετά έκαναν μαγικό έρωτα στο κρεβάτι τους.

Ώσπου μια μέρα και πάλι ο αγρότης σκέφτηκε. Υπάρχουν και οι υπηρέτες που βρίσκονται και δουλεύουν μέσα στο σπίτι και όλη την μέρα μπορούν να βλέπουν την γυναίκα μου ακόμα κι αν εκείνη δεν βγαίνει έξω από το σπίτι. Όσο την βλέπουν όλη μέρα θα λένε:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Κι έτσι ο αγρότης κλείδωσε την γυναίκα του μέσα στην κρεβατοκάμαρά τους. Δεν θα την έφηνε να βγει ξανά ποτέ από εκεί.

Έτσι ένα βράδυ ο αγρότης γύρισε στο σπίτι, ξεκλείδωσε την κρεβατοκάμαρα και βρήκε την γυναίκα του να κείτεται νεκρή πάνω στο κρεβάτι τους για δεύτερη φορά. Όταν κατάλαβε το λάθος του με σπαραγμό την πήρε αγκαλιά και προσπάθησε να την βγάλει από το κλειδωμένο δωμάτιο. Με έκπληξη όμως είδε, πως η πόρτα και τα παράθυρα είχαν πια χτιστεί. Κάθε έξοδος είχε κλείσει. Κι έτσι έμεινε μαζί της κι εκείνος για πάντα κλεισμένος δίπλα στην νεκρή γυναίκα του, μέχρι το δικό του θάνατο.

 

Κελτικές ιστορίες της θάλασσας

Δουνκέρκη

Σε μια μεγάλη υπερατλαντική πτήση είχα την τύχη να δω την ταινία Δουνκέρκη. Την είχα βάλει στη λίστα των ταινιών που θέλω να δω από καιρό, όμως ο χρόνος είναι πολύ λίγος πάντα σε σχέση με τις ταινίες που βάζω στη λίστα. Όμως να ένα ταξίδι αεροπορικό, που είναι αναγκαίο και έχει πολλές ώρες δημιουργεί μια τέλεια συνθήκη για να δει κανείς μια ταινία σαν κι αυτή.

Η Δουνκέρκη είναι μια ταινία που μιλάει με τις εικόνες. Όχι με τους διαλόγους. Ούτε με την πλοκή. Οι εικόνες της δημιουργούν συναισθήματα. Όχι λογικές συνέχειες και λύση γρίφων. Είναι σε αυτό το θέμα πολύ πρωτότυπη και ίσως παράξενη, αν την συγκρίνει κανείς με ταινίες της εποχής.

Η Δουνκέρκη πάνω από όλα είναι – με τον τρόπο της – μια ταινία αντιπολεμική. Δείχνει την αλήθεια του πολέμου. Την ασχήμια του. Την καθημερινότητά του. Αυτό που νιώθεις βαθιά για τον πόλεμο είναι το αίσθημα του εγκλωβισμού. Το ψυχικό μαρτύριο που δημιουργεί ο πόλεμος σε κάθε άνθρωπο. Οι στρατιώτες δεν πάνε στη μάχη με χαμόγελο, κρατώντας μια σημαία και νιώθοντας γενναίοι. Έχουν την αγωνία της επιβίωσης. Έχουν την ελπίδα και την ανάγκη να ζήσουν, να ξεφύγουν, να είναι αυτοί που θα σωθούν.

Η Δουνκέρκη είναι πάνω από όλα μια ταινία – ύμνος στις αξίες των ανθρώπων. Δείχνει πως ο πόλεμος (όπως και η εποχή της ειρήνης) καθορίζεται από το πώς κάποιοι άνθρωποι μένουν πιστοί στο προσωπικό σύστημα αξιών τους. Ο πόλεμος κρίνεται από αυτά που αυτοί οι άνθρωποι θα κάνουν ή δεν θα κάνουν. Αν θα σώσουν έναν άγνωστο τραυματία ή θα τον αφήσουν να πεθάνει. Αν θα σώσουν τον εαυτό τους θυσιάζοντας έναν άλλο άγνωστο άνθρωπο. Αν θα διαλέξουν ποιος θα ζήσει η θα πεθάνει με βάση την εθνικότητα. Αν θα κάνουν το σωστό. Αν θα εκτεθούν στον κίνδυνο οι ίδιοι για να σώσουν λίγους ή πολλούς άλλους. Αν θα κρατήσουν την δύσκολη στιγμή την αξία στην οποία πιστεύουν κι αν θα μπορούν έτσι να κοιτάζουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη.

Ποιος θα διάλεγε να υμνήσει σε μια ταινία μια ιστορία υποχώρησης; Μια ιστορική στιγμή που ίσως οι σύμμαχοι να μην ήθελαν να θυμούνται. Κι όμως η υποχώρηση και ο τρόπος που θα γίνει έχει την αξία του. Και μας δείχνει πως τελικά το σημαντικό στον πόλεμο και στην ειρήνη, στις ένδοξες στιγμές αλλά και στην κάθε μέρα μας είναι να μην χάσουμε τον εαυτό μας.

 

Πίστομα

… «Βάλτο πίστομα μέσα.»

Η γυναίκα στην αρχή, δεν κατάλαβε, τι ήθελε να πει ο άντρας της. Δεν μπορούσε να συλλάβει το μέγεθος της φρίκης, που περιείχε η διαταγή του. Μιλούσε για το παιδί της; Αυτό το αγγελούδι να έθαβε στη γη, αυτός που με τα χέρια του είχε κάνει ποιος ξέρει πόσα εγκλήματα; Μετά το μυαλό της πήρε μπροστά. Τι τέλος τους ετοίμαζε. Δεν φοβόταν ούτε Θεό, ούτε Διάολο.

Δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να γλιτώσει το παιδί της, με όποιο τρόπο. Πήρε το φτυάρι που εκείνος είχε αφήσει στο έδαφος και όρμισε πάνω του. Ο Αντώνης γέλασε με το τόλμημά της. Κοίτα να δεις πως κάνει η λύκαινα άμα πάνε να πειράξουν τα παιδιά της. Είχε μια ειρωνία στο βλέμμα όταν της κατάφερε ένα χαστούκι τρομερό. Όλα σκοτείνιασαν για δύο λεπτά και μάλλον παραπάτησε από το χτύπημα. Κάτι υγρό έτρεχε από το πρόσωπό της κι ένας πόνος στο κόκκαλο του σαγονιού της θύμισε ευτυχώς, πως έπρεπε να συνεχίσει.

Πήρε δύναμη από τη σκέψη του παιδιού της και ξανάσφιξε το φτυάρι. Το σήκωσε στα τυφλά και όρμισε δεύτερη φορά. Εύκολα αυτός με δυνατά χέρια το άρπαξε και την αφόπλισε. Πήρε με την σειρά του το φτυάρι και είχε όλη την πολυτέλεια να εκτιμά τι χτύπημα να της καταφέρει. Την κέντραρε καλά, σήκωσε το φτυάρι με δύναμη και….σωριάστηκε στη γη.

Τι είναι χειρότερο δεν ήξερε να πει. Ο φόβος ή ο θάνατος; Ήταν νεκρή ή ζωντανή; Έβλεπε οράματα από το φόβο της ή από τον θάνατό της;

Το παιδί. Το είχε προς στιγμή ξεχάσει. Το είχαν και οι δυο τους ξεχάσει. Προσηλωμένοι στον αγώνα για σωτηρία και για εκδίκηση είχαν ξεχάσει, πως ήταν κι εκείνο παρόν, με την άγνοια του φόβου, με το ένστικτο της επιβίωσης και με μόνο κριτήριο την αγάπη για την μάνα του. Που βρήκε την δύναμη να σηκώσει την τσάπα, να κάνει ένα δυό βήματα με αυτήν και μετά, πιο πολύ από τύχη, παρά από καλό σημάδι, να την καταφέρει στο κεφάλι του θύτη τους.

Το κεφάλι του Αντώνη μια πληγή μέσα στην λάσπη, το αίμα να κάνει κόκκινη την λάσπη, να κάνει κόκκινα ρυάκια δίπλα στα ρυάκια της βροχής. Ζούσε ακόμα, ανάσαινε, δεν είχε βγει η ψυχή του.

Το παιδί την κοιτούσε σαστισμένο, σαν να είχε κάνει ζημιά. Φοβόταν μην και το μαλώσει. Το βλέμμα του ήταν απότομα μεγαλωμένο. Ένα ενήλικο βλέμμα σε ένα παιδί οκτώ χρονών. Ένα βλέμμα που είχε δει τον θάνατο. Το πήρε αγκαλιά να το παρηγορήσει, να μη της πάθει τίποτα από την φοβερή στιγμή, τίποτα ανεπανόρθωτο μέσα στο μικρό του μυαλουδάκι. Του είπε λόγια γλυκά, όπως μόνο μια μάνα μπορεί να πει, λόγια που επουλώνουν όλες τις πληγές, χωρίς να έχουν σημασία οι κάθε αυτού λέξεις. Σιγά – σιγά οι δύο τους ησύχασαν.

Η γυναίκα ζώντας πάλι την στιγμή, κοίταξε προς τον ουρανό, για να τον δει και να τον ευχαριστήσει, τον άγγελο Κυρίου, τον άγγελο τον Τιμωρό, που όπλισε το αδύναμο χεράκι του παιδιού με την ελευθερία τους και την ζωή τους.

Ένα χτύπημα στο κεφάλι, στην κορυφή του κρανίου ή στον λαιμό και ξεμπέρδευε μια και καλή με τον εφιάλτη που είχε το όνομα Αντώνης Κουκουλιώτης. Που τον παντρεύτηκε χωρίς την θέλησή της, κοριτσάκι ακόμα, που γνώρισε στα χέρια του έναν έρωτα άχαρο και σκληρό, που πείνασε και κινδύνεψε, όταν αυτός την άφησε κι έφυγε στα βουνά να γλιτώσει από τα εγκλήματά του, ενώ εκείνη ζούσε μέσα στα θύματά του και την καταφρόνια τους.

Ή μια κλωτσιά για να τον στείλει στον τάφο. Τον τάφο, που με τόση όρεξη έσκαψε για το παιδί της. Για τον καρπό από τον μόνο της έρωτα, από τον μόνο άντρα που της φέρθηκε όμορφα. Μια κλωτσιά και να πέσει πίστομα αυτός και να τον κουκουλώσει με το χώμα της ανασκαφής και εκεί να μείνει και να μη μπορεί να σηκωθεί για να σωθεί, ούτε στην Δευτέρα Παρουσία.

Πήρε την τσάπα και τον σημάδευε και όπως τον σημάδευε κοίταξε με έκπληξη το βλέμμα του, που ήταν παρανοϊκό και απόκοσμο, το βλέμμα ενός βλαμμένου. Πήγε πιο κοντά να τον παρατηρήσει. Το σώμα του πεσμένο αδέξια σε μια στάση αφύσικη, και πιο πολύ όλη η δεξιά μεριά. Το στόμα στραβό, γερμένο προς τα κάτω με σάλια να τρέχουν και αφρούς. Ο Αντώνης ο Κουκουλιώτης βλαμμένος….

Και μετά το φονικό τι; Που να πάει και που να σταθεί; Μόνη της, και μ΄ένα μικρό παιδί να ζήσει;

Έριξε όπως – όπως το χώμα πίσω στον ανοικτό λάκκο, πήρε το παιδί αγκαλιά και άρχισε να τρέχει προς το χωριό. Φώναξε σε όλους το κακό που τους είχε βρει. Πώς ήταν ο άντρας βαριά χτυπημένος από ληστές. Και η ίδια βέβαια άγρια χτυπημένη. Ληστές που ήρθαν να πάρουν ότι είχαν πάνω τους, καθώς ξεκίνησαν εκείνη την μέρα να πάνε στα χωράφια τους, μακριά από το χωριό, στα ριζά του βουνού. Είχε βγει φήμη πως ο Αντώνης είχε γυρίσει στο χωριό του με λίρες. Ποιος να ήταν άραγε ιδέα δεν είχε. Δυστυχώς τον άντρα της τον εχθρεύονταν πολλοί. Πήγαν αρκετοί μαζί της πίσω να τον βοηθήσουν, να τον φορτώσουν και να τον κουβαλήσουν στο χωριό.

Ο γιατρός είπε θα ζήσει. Τυχερός μέσα στην ατυχία του, είχε αποφύγει το μοιραίο. Όμως ελπίδα να γίνει όπως πριν δεν υπήρχε καμία. Θα έμενε για πάντα παράλυτος, δεν θα μπορούσε να ορίσει την δεξιά μεριά, δεν θα μπορούσε να μιλήσει, να αγκαλιάσει και να χαρεί την γυναίκα του…

Όμως τι γινόταν μέσα στο μυαλό του κανείς δεν ήξερε να πει. Μπορεί να τα καταλάβαινε όλα και όλους γύρω του ή μπορεί και να ζούσε στο κενό.

Όταν καταλάγιασε λίγο το πράμα, ησύχασε ο κόσμος, οι χωροφύλακες και το χωριό, η γυναίκα είπε σε όλους πως μόνη της θα τον έπαιρνε στο σπίτι τους τον άτυχο τον άντρα της, να τον περιποιείται. Όταν γύρισαν όλοι στις έγνοιες τους κι όταν καινούριες ειδήσεις έφεραν ενδιαφέρον στο χωριό, καθάρισε ένα δώμα δίπλα στον σταύλο. Το είχαν βοηθητικό κι εκεί παλιά αποθήκευαν τις τροφές των ζώων. Άπλωσε λίγο άχυρο για να μην του αποτελειώσει τα κόκκαλα η υγρασία, ακούμπησε στη γη πλάι του ένα κύπελο για το νερό και ένα για το ψωμί. Όπως τα ζώα. Έστελνε το παιδί να του γεμίζει τα κύπελλα, για να το βλέπει που μεγάλωνε και ψήλωνε και γίνονταν άντρας.

Ένα βράδυ που το παιδί έλειπε σε δουλειά, πήγε αυτή να του γεμίσει τα κύπελλα. Τον είδε από μακριά σα ζώο, να σέρνεται χάμω, βρόμικος και υπάνθρωπος. Του έριξε το βλέμμα για μια στιγμή και εκεί ήταν σίγουρη πως διάβασε στα μάτια του, πως ο τάφος, ακόμα και πίστομα, θα ήταν γι’ αυτόν προτιμότερος.

Κοίταξε ψηλά στον ουρανό και της φάνηκε πως τον είδε, τον Άγγελο φύλακα και τιμωρό. Και ήσυχη γύρισε στο σπίτι της…

Mad Girl’s Love Song

“I shut my eyes and all the world drops dead;
I lift my lids and all is born again.
(I think I made you up inside my head.)

The stars go waltzing out in blue and red,
And arbitrary blackness gallops in:
I shut my eyes and all the world drops dead.

I dreamed that you bewitched me into bed
And sung me moon-struck, kissed me quite insane.
(I think I made you up inside my head.)

God topples from the sky, hell’s fires fade:
Exit seraphim and Satan’s men:
I shut my eyes and all the world drops dead.

I fancied you’d return the way you said,
But I grow old and I forget your name.
(I think I made you up inside my head.)

I should have loved a thunderbird instead;
At least when spring comes they roar back again.
I shut my eyes and all the world drops dead.
(I think I made you up inside my head.)”

Sylvia Plath

ΚΕΝΤΡΙΑ

 

Με γυμνά τα χέρια ,παραδίνω τις κερήθρες.

Ο άντρας με λαμπερό χαμόγελο, με χέρια γυμνά,

Τα τούλινα γάντια μας τακτικά και γλυκά,

Οι τράχηλοι των καρπών μας γενναίοι κρίνοι.

Αυτός κι εγώ

 

Με χίλια καθαρά κελιά ανάμεσά μας,

Οχτώ κερήθρες κίτρινες κούπες ,

Και η κυψέλη το τσαγερό,

Λευκό με ρόδινα άνθη ,

Μόνη μου το σμάλτωσα μ’ αγάπη περισσή

 

«Ηδύτητα, ηδύτητα» σκεφτόμουν.

Κελιά εκκόλαψης, γκρίζα σαν απολιθώματα όστράκων

Μοιάζουν τόσο γερασμένα, με τρομάζουν.

Μα τι πρόκειται αγοράσω, σκουληκιασμένο μαόνι;

Υπάρχει καμία βασίλισσα μέσα;

 

Αν υπάρχει είναι γριά,

Τα φτερά της σκισμένες εσάρπες, το μακρύ κορμί της

Αποψιλωμένο από την αίγλη του-

Φτωχό και γυμνό κι ακόμη ντροπιασμένο, καθόλου βασιλικό.

Στέκομαι σε μια σειρά

 

Από φτερωτές ασήμαντες γυναίκες

Δούλες του μελιού.

Εγώ δεν είμαι δούλα

Αν και για χρόνια έτρωγα σκόνη

Και στέγνωνα πιάτα με τα πυκνά μαλλιά μου.

 

Κι είδα τη μοναδικότητα μου να εξατμίζεται,

Γαλάζια πάχνη από επικίνδυνο δέρμα.

Θα με μισήσουν

Αυτές οι γυναίκες που άλλο δεν ξέρουν παρά να τρέχουν

Που για άλλο δε νοιάζονται παρά για τ’ ανθισμένο τριφύλλι, τ’ άνθη της κερασιάς;

 

Η υπόθεση έχει σχεδόν κλείσει.

Έχω τον έλεγχο.

Να κι η μηχανή μου του μελιού.

Θα δουλέψει δίχως σκέψη.

Θ’ ανοίξει την άνοιξη , σαν επιμελής παρθένα

 

Για να ξεχυθεί στις ανθισμένες κορυφές

Όπως το φεγγάρι, με τη φιλντισένια σκόνη του, ξεχύνεται στη θάλασσα .

Ένα τρίτο πρόσωπο παρακολουθεί.

Δεν έχει καμία σχέση με τον πωλητή των μελισσών ή μ’ εμένα.

Τώρα έφυγε

 

 

Με οχτώ μεγάλα πηδήματα ,μέγας αποδιοπομπαίος τράγος.

Να η μια του παντόφλα κι εδώ μια δεύτερη,

Κι εδώ ένα τετράγωνο λευκό λινό,

Που φορούσε για καπέλο.

Ήταν γλυκός,

 

 

Ο ιδρώτας των κόπων του βροχή

Που ανάγκαζε τον κόσμο να καρπίσει.

Οι μέλισσες τον ανακάλυψαν,

Κόλλησαν στα χείλη του σαν ψεύδη,

Περιπλέκοντας τα χαρακτηριστικά του.

 

 

Νόμιζαν πως γι αυτό άξιζε να πεθάνουν, όμως εγώ

Έχω τον εαυτό μου να ανακτήσω ,τη βασίλισσα

Είναι νεκρή, μήπως κοιμάται;

Που να έχει πάει,

Με το λιονταρίσιο πορφυρό της σώμα, τα γυάλινα φτερά της;

 

Τώρα πετάει

Πιο φοβερή από ποτέ, κόκκινο

Τραύμα στον ουρανό, πορφυρός κομήτης

Πάνω από τη μηχανή που τη σκότωσε-

Το μαυσωλείο, το κέρινο σπίτι

Μην τ` αφήσεις να έρθει από στόμα σε στόμα, θα είμαι εξήντα

Μέχρι να παραληφθεί ολόκληρο και πολύ νωθρή για να το χρησιμοποιήσω.

Μόνο ξεκρέμασε το πέπλο, το πέπλο, το πέπλο.

Αν ήταν θάνατος

Θα θαύμαζα τη βαθιά του σπουδαιότητα, τ` άχρονα μάτια του

Θα ήξερα ότι το εννοούσες.

Θα υπήρχε μια ανωτερότητα τότε, μια γενέθλιος ημέρα

Και το μαχαίρι δε θα σμίλευε, αλλά θα εισχωρούσε

Αγνό και καθαρό σαν κλάμα μωρού.

Και το σύμπαν θα γλιστρούσε από το πλάι μου.

Μια Γλυκιά Γυναίκα

Στο παζάρι βιβλίου της πλατείας Κοντζιά που βρέθηκα πρόσφατα, πελαγωμένη και άπληστη μπροστά στα τόσα βιβλία, που μπορούσαν να γίνουν όλα δικά μου, βρήκα βοήθεια από έναν ηλικιωμένο εκδότη. Προφανώς είδε την απελπισία μου και προσφέρθηκε να μου βρει όλα εκείνα τα μικρά διαμαντάκια, τα μικρά βιβλιαράκια των κλασσικών συγγραφέων: Ντοστογιέφσκι, Τσέχωφ, Τζόις, Ουάιλντ..

Ένα από αυτά τα μικρά διαμαντάκια ήταν το διήγημα του Φ. Ντοστογιέφσκι «Μια γλυκιά γυναίκα».

Δεν το ήξερα. Δεν το είχα βρει ως τώρα. Το διάβασα και το βρήκα συγκλονιστικό.

Ένας άντρας μονολογεί, πολύ ταραγμένος, αγγίζοντας σχεδόν το όριο της τρέλας, και πολλές φορές μιλάει στη νεκρή, νέα γυναίκα του, δίπλα στο νεκρό σώμα της.  Μέσα από το παραλήρημά του μαθαίνουμε την γνωριμία τους, την ιστορία του γάμου τους, και πιο σημαντικά τον μεγάλο του έρωτα για εκείνη που ποτέ δεν βρήκε το θάρρος να της περιγράψει.

Ποια είναι η ηθική; Τι προστάζει; Γιατί δεν είναι λάθος ένας γάμος που βασίζεται στην απόλυτη φτώχεια μιας πολύ νέας κοπέλας; Γιατί είναι λάθος η κοπέλα αυτή να ερωτευτεί κάποιον πραγματικά; Τι δένει τους ανθρώπους σε μια κοινή ζωή; Ποιος πρέπει και γιατί να τιμήσει έναν γάμο από συμφέρον και έναν γάμο απελπισίας;

Γιατί η ηθική βαραίνει μόνο τους ηθικούς ανθρώπους; Γιατί οι ηθικοί άνθρωποι βλέπουν παντού ένα χρέος; Γιατί βάζουν την ηθική που τους επιβάλει η κοινωνία πάνω από την δική τους ξεκάθαρη επιθυμία; Γιατί οι ηθικοί άνθρωποι αγαπούν τόσο να κάνουν θυσίες; Πολλές φορές δε να θυσιάσουν την ίδια τους την αγάπη, τον ίδιο τους τον εαυτό.

Ποιος είναι ο αμαρτωλός; Εκείνη που αγάπησε για πρώτη αληθινή φορά κάποιον και σήκωσε έτσι κεφάλι για μοναδική φορά σε μια ζωή χωρίς αγάπη, μια ζωή πεζή και άδεια. Και γιατί δεν είναι αμαρτωλός ο σύζυγος που «αγόρασε» μια σύζυγο πατώντας στην φτώχεια μιας κοπέλας, στην σκληρότητα της οικογένειά της και της κοινωνίας που ζούσε, ακόμα ακόμα και της θρησκείας της;

Γιατί ο χρόνος ποτέ δεν φτάνει; Γιατί ο χρόνος πάντα αργεί στο αναπόφευκτο; Πέντε λεπτά πριν θα προλάβαινε. Πέντε λεπτά. Μπορεί να γινόταν έτσι, μπορεί και όχι. Μπορεί ύστερα από πέντε ζωές.

Διαβάζοντας την «Γλυκιά γυναίκα» δεν μπόρεσαν να μην παρομοιάσω την νεαρή σύζυγο με την Ναστάσια Φιλίπποβνα στον Ηλίθιο. Γυναίκες εκπληκτικής ομορφιάς, μα ακόμα μιας πιο σπάνιας ψυχής, γενναίες και σκληρές με τον εαυτό τους. Δεμένες σε ένα χρέος που άλλοι δημιούργησαν για αυτές.

Κανένας δεν αγαπάει τις ηρωίδες του όσο ο Ντοστογιέφσκι. Τις προσέχει και τις νοιάζεται τόσο. Όταν αυτές πεθαίνουν, φροντίζει να γίνει αυτό με έναν τρόπο – μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά –  αναίμακτο. Να φεύγουν ανέγγιχτες από το θάνατο, κρατώντας την ομορφιά τους, μη χάνοντας τίποτα από τη γοητεία τους και από τον βαθύ έρωτα που προξένησαν.

… (απόσπασμα από τον Ηλίθιο… ο πρίγκιπας Μίσκιν και ο Ραγκόζιν μιλούν για την Ναστάσια Φιλίπποβνα).

  • «Το μαχαίρι δεν το έφερες ποτέ μαζί σου στο Παβλόφσκ;»
  • «Ποτέ δεν το έφερα. Για το μαχαίρι αυτό να τι έχω μονάχα να σου πω Λεφ Νικολάγιεβιτς – πρόσθεσε μετά από κάποια σιωπή – το έβγαλα από το κλειδωμένο ντουλάπι σήμερα το πρωί, διότι όλο το πράγμα έγινε σήμερα το πρωί, στις τέσσερεις η ώρα. Ήταν μέσα στο βιβλίο ακόμα…. Και… και να τι με παραξένεψε ακόμα. Το μαχαίρι άντε να πέρασε πέντε… το πολύ δέκα εκατοστά…κάτω ακριβώς από το αριστερό στήθος… και αίμα όλο κι όλο ούτε μισό κουτάλι της σούπας δεν έτρεξε πάνω στο μισοφόρι της, όχι παραπάνω.»
  • «Αυτό, αυτό, αυτό, ανασηκώθηκε αίφνης ο πρίγκιπας Μίσκιν τρομερά ταραγμένος, αυτό ,το ξέρω αυτό, το έχω διαβάσει αυτό… λέγεται εσωτερική αιμοραγία… Συμβαίνει μάλιστα ούτε σταγόνα. Αυτό όταν το πλήγμα είναι κατευθείαν στην καρδιά.»

…(απόσπασμα από το διήγημα Μια γλυκιά γυναίκα…ο σύζυγος μονολογεί κοιτάζοντας τη νεαρή, νεκρή γυναίκα του)

  • «Τι αδύνατη που φαίνεται μέσα στο φέρετρο, πόσο η μυτίτσα της είναι λεπτή! Τα ματόκλαδά της είναι λεπτά σαν σαϊτούλες. Πώς μπόρεσε να πέσει χάμω χωρίς να σπάσει τίποτα από το κορμάκι της; «Λίγες σταλαγματιές αίμα μόνο», όσες θα έπαιρνε ένα κουταλάκι του τσαγιού ίσως… Χωρίς άλλο αιμορραγία εσωτερική.»

Ανέγγιχτες στο θάνατο λοιπόν οι ηρωίδες του. Έφευγαν χωρίς καν να τρομάξουν τους θύτες τους. Χωρίς καν να τους στεναχωρήσουν με μια άσχημη εικόνα τους. Δοσμένες στη θυσία ως το τέλος. Έφευγαν όπως έζησαν. Ωραίες.

Αγαπώ τον Ντοστογιέφσκι πάρα πολύ. Τον διαβάζω με την ψυχή μου. Νομίζω πως κι εκείνος έτσι έγραφε… για να διαβαστεί με τις ψυχή των ανθρώπων.

Αυτή η εμμονή του με τον αναίμακτο θάνατο, με την ομορφιά που δεν χάνεται, αυτή η εμμονή με την εσωτερική αιμορραγία, ίσως να είναι ένας τρόπος να μας πει, πως όπως και το σώμα της Ναστάσια Φιλίπποβνα και της Γλυκιάς Γυναίκας δεν αλλοιώθηκε, έτσι ατόφια έμεινε και η ψυχή τους.

Οι ηρωίδες του Ντοστογιέφσκι μένουν ωραίες στο κορμί και στην ψυχή και πέρα από το θάνατο. Και δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην ευτυχία.

 

Δελτίο Τύπου

Τίτλος: Ώρα Μηδέν…

Συγγραφέας: Αιμιλία Πλατή

Εκδόσεις: Αύρα

Κεντρική διάθεση: Ομήρου 4 (Στοά) Σύνταγμα – Σύγχρονο Βιβλιοπωλείο

e-shop: http://www.avrabooks.gr/product.php?id_product=420 …

exofyllo teliko 2

Το βιβλίο αυτό είναι μια ιστορία για το δικαίωμα των νέων ανθρώπων να ονειρεύονται χωρίς τα όρια που βάζουν η οικογένεια, η τάξη στην οποία ανήκουν, η κοινωνία, η πατρίδα. Μια ιστορία για την αληθινή αγάπη, το έγκλημα, την τιμωρία και την κάθαρση που τελικά έρχεται μόνο μέσα από την προσφορά στο συνάνθρωπο.

Το βιβλίο είναι βασισμένο πάνω σε πραγματική ιστορία. Όμως παραμένει μυθοπλασία και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση καταγραφή ή βιογραφία.

Η πλοκή διαδραματίζεται στην Ελλάδα και την Πολωνία. Σκηνές ξετυλίγονται τόσο στην Αθήνα και την ευρύτερη Αττική αλλά και την Βαρσοβία.

Η συγγραφέας εμπνεύστηκε το κομμάτι της ιστορίας στην Βαρσοβία γιατί είναι μια πόλη όπου έχει ζήσει αρκετά τα τελευταία χρόνια και ο πολωνικός λαός ένας λαός που εκτιμάει πολύ. Μέσα στο βιβλίο βρίσκει κανείς την ιστορία της πόλης, ήθη και έθιμα, γιορτές και φαγητά καθώς και πανέμορφα πολωνικά νανουρίσματα.

Ο σκοπός

Όλες οι πωλήσεις του βιβλίου θα δοθούν στα σχολεία των φυλακών.

Τα σχολεία των φυλακών έχουν πολλές ελλείψεις και λειτουργούν κάτω από δύσκολες συνθήκες. Όμως κάνουν έργο και έχουν επιτυχίες στο εκπαιδευτικό σύστημα.

Η μόρφωση είναι δικαίωμα όλων και μόνο καλό μπορεί να φέρει στον καθένα και στην κοινωνία. Η μόρφωση αλλάζει τον κόσμο. Αυτό το βιβλίο θέλει να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση.

gramma

(γράμμα μαθητή του σχολείου των φυλακών όταν απειλούνταν με κατάργηση)

Η συγγραφέας

emilia platter

Το ψευδώνυμο «Αιμιλία Πλατή» που επέλεξε η συγγραφέας για το μυθιστόρημά της είναι η απόδοση στα ελληνικά του ονόματος Emilia Plater.

Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες Πολωνές ηρωίδες, η οποία πολέμησε κατά τη διάρκεια της επανάστασης των Πολωνών ενάντια στους Ρώσους το 1830. Αριστοκρατικής καταγωγής –ήταν κοντέσσα–, ξεχώριζε για την υψηλή επιπέδου μόρφωσής της, σπάνιο για γυναίκα της εποχής της. Θαύμαζε προσωπικότητες όπως ο Γκαίτε και ο Σίλλερ και είχε ως πρότυπά της την Ελληνίδα Μπουμπουλίνα και τη Γαλλίδα Ζαν Ντ’ Άρκ. Το 1830, όταν εξεγέρθηκαν οι Πολωνοί ενάντια στους Ρώσους, κατατάχθηκε στο στρατό, έκοψε τα μαλλιά της, φόρεσε στολή και οδήγησε το τάγμα της σε μάχες στη Βαρσοβία. Ο αγώνας της ήταν νικηφόρος και αποτελεσματικός. Της απονεμήθηκε μάλιστα ο βαθμός του λοχαγού. Μετά το τέλος του πολέμου, αρρώστησε και πέθανε σε ηλικία μόλις 25 ετών.

Για τη συγγραφέα, το όνομα αυτό συμβολίζει τον νέο που αγωνίζεται, είναι αγνός, έχει όραμα και δεν προδίδει ποτέ τις αξίες του.

εγώ

Γεννήθηκα στη Βόρεια Ελλάδα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Είχα την τύχη να ταξιδέψω σε πολλά μέρη της γης. Σπούδασα την μεγάλη επιστήμη της Φύσης αλλά βρήκα σκοπό ζωής στις λέξεις, στη Λογοτεχνία.

Πιστεύω στη δύναμη που έχουν τα βιβλία να αλλάζουν τον κόσμο. Πιστεύω ότι τα βιβλία μπορούν να προσφέρουν. Πιστεύω στην μόρφωση και στους νέους ανθρώπους.

Η οικογένεια, η καταγωγή, οι κοινωνικές συνθήκες δεν θα πρέπει να θέτουν όρια στα όνειρα των ανθρώπων. Μια τέτοια ιστορία περιγράφει το πρώτο μου μυθιστόρημα «Ώρα μηδέν».

Φωτογραφίες

Το βιβλίο περιέχει μια καινοτομία που βοηθάει τον αναγνώστη και παρουσιάζει μια ξεχωριστή εικαστική άποψη.

Κάθε κεφάλαιο ξεκινάει με μια φωτογραφία που έχει σχέση με την δράση του. Οι φωτογραφίες είναι δημιουργίες της Μαρίας Παγώνη.

Το πίστομα – Μια πιθανή συνέχεια

… «Βάλτο πίστομα μέσα.»

Η γυναίκα στην αρχή, δεν κατάλαβε, τι ήθελε να πει ο άντρας της. Δεν μπορούσε να συλλάβει το μέγεθος της φρίκης, που περιείχε η διαταγή του. Μιλούσε για το παιδί της; Αυτό το αγγελούδι να έθαβε στη γη, αυτός που με τα χέρια του είχε κάνει ποιος ξέρει πόσα εγκλήματα; Μετά το μυαλό της πήρε μπροστά. Τι τέλος τους ετοίμαζε. Δεν φοβόταν ούτε Θεό, ούτε Διάολο.

Δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να γλιτώσει το παιδί της, με όποιο τρόπο. Πήρε το φτυάρι που εκείνος είχε αφήσει στο έδαφος και όρμισε πάνω του. Ο Αντώνης γέλασε με το τόλμημά της. Κοίτα να δεις πως κάνει η λύκαινα άμα πάνε να πειράξουν τα παιδιά της. Είχε μια ειρωνία στο βλέμμα όταν της κατάφερε ένα χαστούκι τρομερό. Όλα σκοτείνιασαν για δύο λεπτά και μάλλον παραπάτησε από το χτύπημα. Κάτι υγρό έτρεχε από το πρόσωπό της κι ένας πόνος στο κόκκαλο του σαγονιού της θύμισε ευτυχώς, πως έπρεπε να συνεχίσει.

Πήρε δύναμη από τη σκέψη του παιδιού της και ξανάσφιξε το φτυάρι. Το σήκωσε στα τυφλά και όρμισε δεύτερη φορά. Εύκολα αυτός με δυνατά χέρια το άρπαξε και την αφόπλισε. Πήρε με την σειρά του το φτυάρι και είχε όλη την πολυτέλεια να εκτιμά τι χτύπημα να της καταφέρει. Την κέντραρε καλά, σήκωσε το φτυάρι με δύναμη και….σωριάστηκε στη γη.

Τι είναι χειρότερο δεν ήξερε να πει. Ο φόβος ή ο θάνατος; Ήταν νεκρή ή ζωντανή; Έβλεπε οράματα από το φόβο της ή από τον θάνατό της;

Το παιδί. Το είχε προς στιγμή ξεχάσει. Το είχαν και οι δυο τους ξεχάσει. Προσηλωμένοι στον αγώνα για σωτηρία και για εκδίκηση είχαν ξεχάσει, πως ήταν κι εκείνο παρόν, με την άγνοια του φόβου, με το ένστικτο της επιβίωσης και με μόνο κριτήριο την αγάπη για την μάνα του. Που βρήκε την δύναμη να σηκώσει την τσάπα, να κάνει ένα δυό βήματα με αυτήν και μετά, πιο πολύ από τύχη, παρά από καλό σημάδι, να την καταφέρει στο κεφάλι του θύτη τους.

Το κεφάλι του Αντώνη μια πληγή μέσα στην λάσπη, το αίμα να κάνει κόκκινη την λάσπη, να κάνει κόκκινα ρυάκια δίπλα στα ρυάκια της βροχής. Ζούσε ακόμα, ανάσαινε, δεν είχε βγει η ψυχή του.

Το παιδί την κοιτούσε σαστισμένο, σαν να είχε κάνει ζημιά. Φοβόταν μην και το μαλώσει. Το βλέμμα του ήταν απότομα μεγαλωμένο. Ένα ενήλικο βλέμμα σε ένα παιδί οκτώ χρονών. Ένα βλέμμα που είχε δει τον θάνατο. Το πήρε αγκαλιά να το παρηγορήσει, να μη της πάθει τίποτα από την φοβερή στιγμή, τίποτα ανεπανόρθωτο μέσα στο μικρό του μυαλουδάκι. Του είπε λόγια γλυκά, όπως μόνο μια μάνα μπορεί να πει, λόγια που επουλώνουν όλες τις πληγές, χωρίς να έχουν σημασία οι κάθε αυτού λέξεις. Σιγά – σιγά οι δύο τους ησύχασαν.

Η γυναίκα ζώντας πάλι την στιγμή, κοίταξε προς τον ουρανό, για να τον δει και να τον ευχαριστήσει, τον άγγελο Κυρίου, τον άγγελο τον Τιμωρό, που όπλισε το αδύναμο χεράκι του παιδιού με την ελευθερία τους και την ζωή τους.

Ένα χτύπημα στο κεφάλι, στην κορυφή του κρανίου ή στον λαιμό και ξεμπέρδευε μια και καλή με τον εφιάλτη που είχε το όνομα Αντώνης Κουκουλιώτης. Που τον παντρεύτηκε χωρίς την θέλησή της, κοριτσάκι ακόμα, που γνώρισε στα χέρια του έναν έρωτα άχαρο και σκληρό, που πείνασε και κινδύνεψε, όταν αυτός την άφησε κι έφυγε στα βουνά να γλιτώσει από τα εγκλήματά του, ενώ εκείνη ζούσε μέσα στα θύματά του και την καταφρόνια τους.

Ή μια κλωτσιά για να τον στείλει στον τάφο. Τον τάφο, που με τόση όρεξη έσκαψε για το παιδί της. Για τον καρπό από τον μόνο της έρωτα, από τον μόνο άντρα που της φέρθηκε όμορφα. Μια κλωτσιά και να πέσει πίστομα αυτός και να τον κουκουλώσει με το χώμα της ανασκαφής και εκεί να μείνει και να μη μπορεί να σηκωθεί για να σωθεί, ούτε στην Δευτέρα Παρουσία.

Πήρε την τσάπα και τον σημάδευε και όπως τον σημάδευε κοίταξε με έκπληξη το βλέμμα του, που ήταν παρανοϊκό και απόκοσμο, το βλέμμα ενός βλαμμένου. Πήγε πιο κοντά να τον παρατηρήσει. Το σώμα του πεσμένο αδέξια σε μια στάση αφύσικη, και πιο πολύ όλη η δεξιά μεριά. Το στόμα στραβό, γερμένο προς τα κάτω με σάλια να τρέχουν και αφρούς. Ο Αντώνης ο Κουκουλιώτης βλαμμένος….

Και μετά το φονικό τι; Που να πάει και που να σταθεί; Μόνη της, και μ΄ένα μικρό παιδί να ζήσει;

Έριξε όπως – όπως το χώμα πίσω στον ανοικτό λάκκο, πήρε το παιδί αγκαλιά και άρχισε να τρέχει προς το χωριό. Φώναξε σε όλους το κακό που τους είχε βρει. Πώς ήταν ο άντρας βαριά χτυπημένος από ληστές. Και η ίδια βέβαια άγρια χτυπημένη. Ληστές που ήρθαν να πάρουν ότι είχαν πάνω τους, καθώς ξεκίνησαν εκείνη την μέρα να πάνε στα χωράφια τους, μακριά από το χωριό, στα ριζά του βουνού. Είχε βγει φήμη πως ο Αντώνης είχε γυρίσει στο χωριό του με λίρες. Ποιος να ήταν άραγε ιδέα δεν είχε. Δυστυχώς τον άντρα της τον εχθρεύονταν πολλοί. Πήγαν αρκετοί μαζί της πίσω να τον βοηθήσουν, να τον φορτώσουν και να τον κουβαλήσουν στο χωριό.

Ο γιατρός είπε θα ζήσει. Τυχερός μέσα στην ατυχία του, είχε αποφύγει το μοιραίο. Όμως ελπίδα να γίνει όπως πριν δεν υπήρχε καμία. Θα έμενε για πάντα παράλυτος, δεν θα μπορούσε να ορίσει την δεξιά μεριά, δεν θα μπορούσε να μιλήσει, να αγκαλιάσει και να χαρεί την γυναίκα του…

Όμως τι γινόταν μέσα στο μυαλό του κανείς δεν ήξερε να πει. Μπορεί να τα καταλάβαινε όλα και όλους γύρω του ή μπορεί και να ζούσε στο κενό.

Όταν καταλάγιασε λίγο το πράμα, ησύχασε ο κόσμος, οι χωροφύλακες και το χωριό, η γυναίκα είπε σε όλους πως μόνη της θα τον έπαιρνε στο σπίτι τους τον άτυχο τον άντρα της, να τον περιποιείται. Όταν γύρισαν όλοι στις έγνοιες τους κι όταν καινούριες ειδήσεις έφεραν ενδιαφέρον στο χωριό, καθάρισε ένα δώμα δίπλα στον σταύλο. Το είχαν βοηθητικό κι εκεί παλιά αποθήκευαν τις τροφές των ζώων. Άπλωσε λίγο άχυρο για να μην του αποτελειώσει τα κόκκαλα η υγρασία, ακούμπησε στη γη πλάι του ένα κύπελο για το νερό και ένα για το ψωμί. Όπως τα ζώα. Έστελνε το παιδί να του γεμίζει τα κύπελλα, για να το βλέπει που μεγάλωνε και ψήλωνε και γίνονταν άντρας.

Ένα βράδυ που το παιδί έλειπε σε δουλειά, πήγε αυτή να του γεμίσει τα κύπελλα. Τον είδε από μακριά σα ζώο, να σέρνεται χάμω, βρόμικος και υπάνθρωπος. Του έριξε το βλέμμα για μια στιγμή και εκεί ήταν σίγουρη πως διάβασε στα μάτια του, πως ο τάφος, ακόμα και πίστομα, θα ήταν γι’ αυτόν προτιμότερος.

Κοίταξε ψηλά στον ουρανό και της φάνηκε πως τον είδε, τον Άγγελο φύλακα και τιμωρό. Και ήσυχη γύρισε στο σπίτι της…

Τα απομεινάρια μιας μέρας – Καζούο Ισιγκούρο

Δεν γνώριζα τον Καζούο Ισιγκούρο. Δεν τον είχα ανακαλύψει όλα αυτά τα χρόνια που διαβάζω με ενδιαφέρον κλασσικούς, μοντέρνους, παλιούς και νέους, γνωστούς και λιγότερο γνωστούς συγγραφείς από όλες τις χώρες του κόσμου. Είχα προφανώς προσπεράσει τα βιβλία του και είχα πάρει το βλέμμα μου από πάνω τους, όταν αυτά βρίσκονταν στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων.

Άκουσα για πρώτη φορά το όνομά του όταν έγινε η ανακοίνωση των φετινών βραβείων Νόμπελ Λογοτεχνίας από την Σουηδική Ακαδημία. Μαζί με την αμηχανία που είχαν όλα τα ελληνικά μαζικής ενημέρωσης σχετικά με την καταγωγή του και την ταυτότητά του: Ιάπωνας, Βρετανός. Ιαπωνικής καταγωγής Βρετανός.

Έτσι μου γεννήθηκε η απορία και τελικά η περιέργεια. Και αποφάσισα να τον ανακαλύψω. Πήγα στα σίγουρα και πήρα να διαβάσω το πρώτο του έργο «Τα απομεινάρια μιας μέρας». Από την αρχή κατάλαβα πως πρόκειται για καθαρόαιμη αγγλική λογοτεχνία – δεν ξέρω αν το λέω σωστά και αν υπάρχει ο όρος κι αν είναι δόκιμος – μα θέλω να πω πως είναι αυτός το αργός, καταναγκαστικός (συχνά βαρετός) τρόπος διήγησης που σε μεταφέρει στην αγγλική εξοχή και στην αγγλική νοοτροπία, στα ήθη και τα έθιμα μιας άλλης εποχής, πολύ συγκεκριμένης και στις συνήθειες και τις πεποιθήσεις ενός λαού πολύ συγκεκριμένου.

«Τα απομεινάρια μιας μέρας» μας περιγράφουν την εκδρομή ενός βρετανού μπάτλερ, την μοναδική πενθήμερη άδεια που πήρε ποτέ από την εργασία του σε όλη την ζωή του. Και μέσα στις πέντε αυτές μέρες, ξετυλίγεται μπροστά μας όλη η ζωή του.

Είναι ένα από αυτά τα βιβλία που αγαπώ πολύ. Που λατρεύω. Τα ονομάζω «ήρεμα σπαρακτικά βιβλία». Και είναι αβάσταχτα. Γιατί περιγράφουν με ήρεμο και απλό και επιτηδευμένα βαρετό τρόπο τις κατεστραμμένες ζωές απλών ανθρώπων, που καταπίεσαν συναισθήματα και προσωπικές επιλογές στον βωμό ενός ιδεώδους που ήταν ανύπαρκτο. Που ήταν λίγο.

Το νιώθω από την αρχή πως θα με βασανίσει ένα τέτοιο βιβλίο. Πως θα με φτάσει στο όριο να το αφήσω στην άκρη και να μην το τελειώσω. Πιστεύω πως πολλοί αναγνώστες θα το κάνουν. Αργές περιγραφές και αργοί διάλογοι, βρετανικό φλέγμα και τελετουργίες τσαγιού. Οι πρώτες σελίδες κυλούν δύσκολα. Όμως αυτό είναι μέρος του κόλπου. Του συγγραφέα. Ο συγγραφέας το έχει σκεφτεί και το έχει αποφασίσει. Και μας περνάει μέσα από αυτήν την δοκιμασία.

Μέχρι να γίνει ο πρώτος υπαινιγμός. Ο πρώτος υπαινιγμός για το καταπιεσμένο συναίσθημα. Ο πρώτος υπαινιγμός για έναν μεγάλο έρωτα. Ο πρώτος υπαινιγμός για ένα «λάθος» καθήκον. Και ίσως ένας υπαινιγμός για το αμετάκλητο του θέματος.

Η ιστορία είναι απλή. Απλοϊκή. Όπως σε όλα τα μεγάλα έργα. Μπορείς να την περιγράψεις με δύο τρεις προτάσεις. Όμως δεν είναι η ιστορία το θέμα μας. Είναι τα συναισθήματα που μας γεννά η γραφή του Καζούο Ισιγκούρο. Που με δεξιοτεχνία μας σπρώχνει σε ένα διάβασμα βιωματικό, συναισθηματικό και όχι νοητικό.

Μου άρεσαν πολύ «Τα απομεινάρια μιας μέρας». Έχω αυτόν τον πόνο στο στήθος για κάτι τόσο ήρεμα τραγικό που συμβαίνει σε όλες τις ζωές – ίσως και στην δική μου. Δυσκολεύομαι να αναπνεύσω και να μιλήσω – δεν έχω διάθεση να κάνω κάτι άλλο καθώς τελείωσα την ανάγνωσή του – είμαι ακόμα εκεί, δίπλα στους ήρωες.

Αυτό το συναίσθημα της απώλειας μόνο οι μεγάλοι συγγραφείς μπορούν να το προκαλέσουν. Μα έτσι κι αλλιώς δεν είχα καμιά αμφιβολία για την επιλογή της Σουηδικής Ακαδημίας. Τους είχα εμπιστοσύνη.