Πώς έτρεξα ένα νησί;

Σαν μέρος της προπόνησης μου για τον Μαραθώνιο της Αθήνας, σαν μέρος της προετοιμασίας μου για τον κλασσικό Μαραθώνιο, σήμερα είχα  έναν σπουδαίο και ξεχωριστό αγώνα, τον γύρο των Σπετσών. Τον φημισμένο #spetsesminimarathon2018!!!

Ο αγώνας αυτός είναι ξεχωριστός γιατί είναι, στην πραγματικότητα, μια τριήμερη γιορτή. Η συμμετοχή όλων των κατοίκων του νησιού είναι καθολική και συγκινητική. Την Παρασκευή υπάρχουν αγώνες κολύμβησης για παιδιά και ενήλικες. Ένας από αυτούς είναι ο διάπλους από Κόστα στις Σπέτσες.

Το Σάββατο το απόγευμα γίνεται ο αγώνας των 10 χλμ. Την Κυριακή το πρωί γίνεται ο κύριος αγώνας των 25 χιλιομέτρων, που είναι και ο κυριότερο θέμα και που ουσιαστικά είναι ο γύρος του νησιού. Το πρωί της Κυριακής γίνεται και ο αγώνας των 5 χλμ. Όλοι οι αγώνες παίρνουν εκκίνηση μπροστά στο ιστορικό ξενοδοχείο Ποσειδώνιο και φυσικά τερματίζουν εκεί.

Οι συμμετοχές πολλές σε όλους τους αγώνες. Οι σπόνσορες και οι χορηγοί πολλοί και δυνατοί. Ο αγώνας έχει μεγάλη αίγλη. Γεμίζει το νησί. Καθώς γίνεται αρχές Οκτώβρη, μοιάζει σαν μια βουτιά πίσω στο καλοκαίρι που πέρασε.

Ξεκινάμε με έναν συναθλητή μου με αυτοκίνητο από την Αθήνα το μεσημεράκι για Κόστα και μετά για Σπέτσες. Στο δρόμο μιλάμε για διάφορα θέματα και για να γνωριστούμε. Είναι πολύ όμορφο να βλέπει πόσο κοντά φέρνει τους ανθρώπους ο αθλητισμός. Η διαδρομή έιναι ευχάριστη και με την κουβέντα δεν την καταλαβαίνω καθόλου. Ο καιρός είναι υπέροχος. Στην Κόστα δεν είχει μείνει μέρος για πάρκιγκ ούτε για πλάκα. Είμαστε όμως τυχεροί. Βρίσκουμε μια ασφαλή θέση για το αυτοκίνητο. Την ώρα που κατεβαίνουμε προς το μικρό λιμάνι μας σφυρίζει το μικροσκοπικό φέρρυ της γραμμμής. Τρέχουμε και το προλαβαίνουμε. Μας περιμένει.

Στην αντίπερα πλευρά, στις Σπέτσες, μας περιμένει ο προπονητής μας και η Ρ., η αγαπημένη μου συναθλήτρια. Είμαστε σαν μια παρέα στους αγώνες, Στηρίζουμε ο ένας τον άλλο. Είναι 5 το απόγευμα μόλις φτάνουμε και το πρώτο πράγμα που θέλω είναι να κάνω ένα μπάνιο στη θάλασσα. Φοβάμαι πως με τριγυρίζει ένα κρυολόγημα και η θάλασσα είναι η μόνη θεραπεία. Πάω στο δωμάτιο, βάζω μαγιώ και φεύγω για το «Καϊκι», την κοντινότερη οργανωμένη παραλία. Στον δρόμο, όπως πηγαίνω προς τα εκεί, συναντάω τους αθλητές που τρέχουν το 10άρι. Βλέπω τον πρώτο, που είναι ο Ελληνας πρωταθλητής μεγάλων αποστάσεων. Βλέπω και τους επόμενους. Χειροκροτάω σαν τρελή και τους φωνάζω τα συγχαρητήριά μου! Εμψυχώνω τους επόμενους.

Η θάλασσα είναι δροσερή, μα υπέροχη. Δεν μπορώ να αντισταθώ στην θάλασσα. Νομίζω πως μπορώ να κολυμπάω κάθε εποχή του χρόνου. Ειδικά αν τρέχω. Όμορφα χρώματα δειλινού, μπλε νερά και βότσαλα. Όλα μυρίζουν καλοκαίρι.

Δεν μένω πολύ, από τον φόβο να μην κρυώσω. Γυρίζω γρήγορα πίσω, κάνω ντους και ετοιμάζομαι για να βρω τους φιλους και συναθλητές μου. Πίνω ένα καφεδάκι μέχρι να περάσει η ώρα και να πάμε όλοι στο pasta party που γίνεται μπροστά στο Ποσειδώνιο. Για να περάσει η ώρα κάνω έναν περίποτα στο Παλιό Λιμάνι. Πλακώστρωτος δρόμος δίπλα στη θάλασσα, με εκκλησίες και όμορφα σπίτια, μέχρι και παλιά κάστρα. Καθώς βραδιάζει μοιάζει να περπατάς σε άλλον αιώνα. Πηγαίνω προς το Ποσειδώνιο και εκεί τους βρίσκω όλους, δρομείς που ξέρω και άλλους που δεν ξέρω. Το Pasta Party έχει αρχίσει. Τρώμε από μια μερίδα πάστα, που είναι ό,τι ακριβώς χρειάζεται ένας δρομέας μια μέρα πριν τρέξει έναν δύσκολο.

Λέω στην Ρ. να πάμε για μια μπύρα πριν κοιμηθούμε. Δεν θέλω να κλειστώ στο δωμάτιο πριν νυστάξω για τα καλά. Η μπύρα είναι το πιο πολύ που μας επιτρέπεται. Καθόμαστε σε ένα ήσυχο μπαράκι με θέα θάλασσα και μιλάμε. Πάμε για ύπνο νωρίς. Το μυαλό έχει μπει στην υπηρεσία του αγώνα και ήδη νυστάζω πολύ.

Ξυπνάω πριν το ξυπνητήρι και είναι τόσο όμορφη η θέα από το δωμάτιό μου. Ένα ξημέρωμα πάνω στην θάλασσα. Έχω λίγο άγχος για τον αγώνα. Φοβάμαι και αυτό το κρυολόγημα που με τριγυρνάει. Ντύνομαι και βάζω το νούμερό μου. Κάτω από δρόμο μου περνάνε οι δρομείς και πηγαίνουν στην εκκίνηση. Σιγά – σιγά το κέφι φτιάχνει. Είμαστε όλοι οι συναθλητές μαζί. Ευχόμαστε καλή επιτυχία ο ένας στον άλλο. Το ευχόμαστε αληθινά!

Πριν από την κανονική εκκίνηση του αγώνα δίνεται ξεχωριστή εκκίνηση για τα παιδιά με ειδικές ανάγκες που τρέχουν με αμαξίδιο που σπρώχνουν δρομείς. Είναι μια στιγμή που συνειδητοποιείς πόσο μεγάλο πράγμα είναι ο αθλητισμός.

Στην εκκίνηση είμαστε δίπλα-δίπλα με την Ρ. Δίπλα μας το γνωστό  πλήθος δρομέων που αγαπάνε το τρέξιμο όσο κι εμείς – ίσως και πιο πολύ. Τώρα σκέφτομαι πόσο θέλω να τρέξω! Σκέφτομαι πως ο αγώνας αυτός θα είναι μοναδικός καθώς σε όλη τη διαδρομή θα βλέπω θάλασσα και παραλίες και χωριά του νησιού.

Έχω χωρίσει την διαδρομή σε 5 5άρια. Με βοηθάει η σκέψη αυτή. Τα έχω στο μυαλό μου κάπως έτσι:

Στα πρώτα 5 χιλιόμετρα θα κάνω ζέσταμα

Από το 5ο στο 10ο χλμ θα βρω καλή αναπνοή και καλό ρυθμό

Από το 10ο έως το 20ο και στα δυο αυτά πεντάρια θα τρέξω ελεύθερα.

Από το 20ο έως το 25ο χλμ θα πολεμήσω την κούρασή μου

Τα πρώτα 5 χλμ είναι πάντα κουραστικά γιατί είναι το ζέσταμα. Όσο πιο πολλά χιλιόμετρα τρέχω με τον καιρό, τόσο πιο πολύ αργώ να ζεσταθώ. Το ζέσταμα είναι άβολο. Είναι η αντίσταση του οργανισμού στο τρέξιμο. Με ενοχλούν τα ρούχα μου, η αναπνοή μου, τα παπούτσια μου, νιώθω πόνους στις γάμπες… Όταν όμως περάσω τα 5 χλμ, δεν νιώθω πια τίποτα.

Στον πρώτο σταθμό τροφοδοσίας, μικρά παιδιά 5-6 χρονών, μας προσφέρουν νερό και ισοτονικά. Μικρά παιδιά που κυριακάτικα έχουν αφήσει τα Playstation, Nickelodeon και Netflix και έχουν στηθεί μέσα στον ήλιο και προσφέρουν δροσιστικά ποτά σε δρομείς, που στην πλειονόητητά τους είναι ερασιτέχνες και ήρθαν να τρέξουν στο νησί τους. Στα παιδάκια που μου δίνουν στα χέρια νερό και ισοτονικό τους λέω πόσο πολύ με βοηθάνε και με ξεκουράζουν, εμένα και όλους τους δρομείς. Να το κάνουν ξανά του χρόνου αν μπορούν!

Μετά τα 5 χλμ είναι ήδη καλύτερα και αφήνομαι να κοιτάξω την θέα. Είναι πανέμορφη. Πράσινο στα αριστερά μου και γαλάζια θάλασσα στα δεξιά μου. Όμορφες παραλίες. Ακούω το κύμα καθώς τρέχω.

Στο 10ο χλμ, όπως το είχα προβλέψει νιώθω φανταστικά. Έχω ενυδατωθεί πολύ καλά πίνοντας νερό και ισοτονικό στους δύο σταθμούς που συναντήσαμε ως τώρα. Έχω περάσει τις πρώτες δύσκολες και βασανιστικές ανηφόρες. Οι ανηφόρες, όταν είναι στην αρχή της διαδρομής μου αρέσουν γιατί σπρώχνουν το αερόβιο κατώφλι μου πιο πέρα.

Από το 10ο χλμ και μετά τρέχω ελεύθερα. Κοιτάζω μόνο την ομορφιά της διαδρομής. Δεν με απασχολεί τίποτα. Βρίσκω μπροστά μου την μικρή Μ., ένα παιδί με ειδικές ανάγκες, που τρέχει τον αγώνα με τον ανανπηρικό της αμαξίδιο. Το σπρώχνει ο πατέρας της που είναι δρομέας και μια πολύ δυνατή αθλήτρια του αγωνίσματος. Ούτε μπορώ να φανταστώ τον κόπο τους, να τρέχουν και να σπρώχνουν τόσο βάρος.

Τους χαιρετάω και τρέχω μαζί τους κάποια χιλιόμετρα. Η Μ. τιτιβίζει από χαρά. Έχει μπροστά στο αμαξίδιό της, στα πόδια της, ένα σκυλάκι. Πόσο όμορφο είναι να τρέχει δίπλα σε τόσο ξεχωριστούς ανθρώπους! Στην κατηφόρα τους αφήνω και βάζω τα δυνατά μου.

  • «Μ., σε ευχαριστώ που μου έκανες την τιμή να τρέξω μαζί σου. Να ξέρεις πως είσαι η πιο όμορφη δρομέας!», της λέω.

Η Μ. χαμογελάει και μετά σκέφτεται και μου λέει:

  • «Και η Μιλού;»

Καταλάβαίνω πως η Μιλού είναι το σκυλάκι της. Της λέω πως η Μιλού είναι μια ξεχωριστή σκυλίτσα – δρομέας που άλλη σαν και αυτή δεν υπάρχει.

Η διαδρομή περνάει τώρα από καμμένα δάση και η θέα είναι θλιβερή, στενάχωρη. Ωςστικτωδώς κοιτάζω προς την θάλασσα. Να βρω εκει ομορφιά και παρηγοριά. Φτάνω στο 20ο χιλιόμετρο και τα πράγματα αρχίζουν να ζορίζουν. Η κούραση αρχίζει να κάνει τα πόδια βαριά. Ο ήλιος είναι σκληρός και με χτυπάει κατακέφαλα. Η διαδρομή τουλάχιστον είναι βατή.

Στο 21ο χλμ προσπερνάω μια δρομέα. Θαυμάζω την κατατομή της. Έχει σώμα δρομέα. Είναι πολύ ωραία ντυμένη. Καθώς την προσπερνάω νομίζω πως ακούω κλάματα. Γυρίζω και την βλέπω στ’αλήθεια να κλαίει.

  • «Είσαι καλά; Μήπως πονάς», τη ρωτάω.
  • «Πονάω πάρα πολύ!», μου λέει και δείχνει την κοιλιά της.

Δεν ξέρω τι να κάνω. Σκέφτομαι πως δεν μπορώ να της προσφέρω βοήθεια εγώ. Ούτε νερό δεν έχω μαζί. Προσπαθώ να σκεφτώ γρήγορα την καλύτερη λύση.

  • «Μείνε στην σκιά και περίμενε εδώ. Θα τρέξω και στον επόμενο σταθμό ιατρικής βοήθειας (υπολόγισα πως θα ήταν στο 22,5 χλμ) θα ειδοποιήσω και θα έρθουν να σε πάρουν.»

Μου γνέφει ναι. Βάζω μεγάλη προσπάθεια τώρα να τρέξω πιο γρήγορα. Σε λίγο για καλή μου τύχη βλέπω έναν περαστικό με μηχανάκι. Τον σταματάω και του ζητάω να πάει να βρει την αθλήτρια και να την βοηθήσει ή να φέρει βοήθεια. Με ακούει με νοιάξιμο. Σε λίγο τους βλέπω και τους δύο πάνω στο μηχανάκι να πηγαίνουν προς το ιατρείο που βρίσκεται στον τερματισμό. Ησύχασα. Η συναθλήτριά μου με χαιρετάει με χαμόγελο και ευγνωμοσύνη.

Από το 22 χλμ και μετά είναι μαρτύριο. Κάθε χιλιόμετρο μοιάζει να κρατάει για 5 ή για 10. Μπαίνουμε στον πλακόστρωτο δρόμο προς το Παλιό Λιμάνι. Και να ο κόσμος! Αυτός το υπέροχος κόσμος του νησιού. Είναι έξω στους δρόμους, μας χειροκροτάει και μας δίνει κουράγιο. Η συνεισφορά του είναι τεράστια. Μου δίνει κέφι το χαμόγελο των ανθρώπων που μου λένε μπράβο. Τα πόδια μου βγάζουν φτερά. Τους χαιρετάω. Τους απαντάω. Τους ευχαριστώ. Τρέχω το τελευταίο χιλιόμετρο. Το πιο δύσκολο. Το πιο ωραίο. Η Ρ.,που έχει ήδη τερματίσει, με περιμένει πριν τον τερματισμό. Τρέχει μαζί μου. Πιο κάτω ο προπονητής μου. Οι υπόλοιποι συναθλητές. Κάνω spreed (που βρήκα δύναμη; ) και τερματίζω με χαμόγελο. Ένα κορίτσι μου περνάει στον λαιμό το μετάλλιο του αγώνα.

Έτρεξα το πρώτο αγώνα 25 χιλιομέτρων!

Έτρεξα ένα νησί!

 

Τι να ευχηθώ για την νέα σχολική χρονιά;

 

Ωραία μέρα σήμερα. Ζωντανή. Πολλη κίνηση στους δρόμους, πολλή ζωντάνια, πολλά παιδιά και έφηβοι καθοδόν για το σχολείο τους. Παιδιά και έφηβοι στους δρόμους…

Πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς! Θες, δε θες, επηρεάζεσαι. Αν είσαι μαθητής επηρεάζεσαι πολύ, αν είσαι γονιός ή εκπαιδευτικός ακόμα περισσότερο, μα όποιος κι αν είσαι σίγουρα, κάνεις σήμερα μια σκέψη για την χρονιά που αρχίζει και για το σχολείο.

Έτσι κι αλλιώς όλοι μας – ανεξάρτητα από ηλικία – κρύβουμε έναν σχολικό Σεπτέμβρη μέσα σας, απομεινάδι από τα δικά μας σχολικά χρόνια. Και η χρονιά είναι σαν μόλις να αρχίζει, να έχει 10 γεμάτους μήνες με πολλή δουλειά, με μόχθο, με πράγματα που πρέπει να γίνουν, με μαθήματα που πρέπει όλοι να μάθουμε, με άλγεβρα, αρχαία και ιστορία αλλά και με διαλείμματα, ματιές στα απέναντι θρανία, με ποδόσφαιρο, μπαλέτο, τρεχάλα να τα προλάβουμε όλα… Μέχρι το επόμενο καλοκαίρι…

Μια σκέψη που κάνω σήμερα είναι τι «άλλο» θα μπορούσε να προσφέρει το σχολείο; Αν ήταν ένα πράγμα που θα μπορούσε να κάνει ποιο θα ήταν αυτό – το πιο σημαντικό;

Σκέφτομαι με τι παθιάζονται τα παιδιά και οι νέοι; Τι τους ξεσηκώνει; Τι τους κάνει να βάλουν κάτι όχι μόνο στο μυαλό τους αλλά και στην καρδιά τους;

  • «Μια συναυλία», μου απαντάω.
  • « ’Ενας κύκλος από νέα επεισόδια από την αγαπημένη αμερικανική σειρά μυστηρίου στο Netflix», επίσης.

Και τώρα δηλαδή τι πρέπει να γίνει; Να κάνουμε τους τύπους την τριγωνομετρίας remix με dj Vegas και την Βυζαντινή Ιστορία σήριαλ μυστηρίου; Την Φυσική ταινία επιστημονικής φαντασίας; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα….

Σκέφτομαι τι παθιάζει γενικά τον κόσμο σήμερα. Ή καλύτερα με τι εμπνέεται ο κόσμος; Τι μπορεί να δει και να ακούσει ένας άνθρωπος και από εκεί να εμπνευστεί, να πάρει έναυσμα και προτροπή, για να προχωρήσει σε κάτι που του αρέσει. Και να το ακολουθήσει…

Τι κάνει κάποιες εκδηλώσει επιτυχημένες; Γιατί ο κόσμος αγαπάει να πηγαίνει σε μέρη όπου μοιράζεται γνώση; Γιατί η TEDEx, ας πούμε, έχει τόση επιτυχία; Γιατί ο κόσμος εκεί δεν διδάσκεται κάτι, αλλά έρχεται σε επαφή με κάτι για πρώτη φορά. Και συχνά αυτό γίνεται μέσα από μια ολιγόλεπτη, απλή αλλά ουσιαστική ιστορία. Το “story-telling” – όπως θα έλεγαν οι Αγγλοσάξωνες.

Το “story-telling” , η εξιστόριση κατά το ελληνικότερο. Για αιώνες αυτός ήταν ο τρόπος που οι άνθρωποι δίδασκαν τους νέους. Μετά το αφήσαμε για τα εγχειρίδια σπουδών. Μετά όλα αρχίζουν με το βιβλίο του μαθήματος – όχι με τον άνθρωπο που λέει μια όμορφη ιστορία.

Νομίζω όμως ότι ίσως αυτός να είναι ο κρίκος που χάθηκε. Και δεν είναι πια τόσο διασκεδαστικό να μαθαίνει κανείς Φυσική και Γλώσσα. Χάθηκε η μαγεία και η ιστορία που την περιείχε. Και αν είναι να ευχηθώ κάτι σήμερα σε όλους τους δασκάλους που ξεκινούν μια νέα – δύσκολη κοινωνικά και οικονομικά – σχολική χρονιά, θα είναι αυτό:

Να βρουν την δύναμη να εμπνεύσουν τους μαθητές τους! Να τους δώσουν κάτι να δουν σε σχέση με την επιστήμη τους. Και να τους το πουν με μια ωραία ιστορία, που οι ίδιοι πιστεύουν!

Να τους πουν για την θαυμαστή ιστορία του Ερατοσθένη, που 23 αιώνες πριν, χρησιμοποιώντας έναν δρομέα σταθερού βήματος (ένα βηματιστή) και έχοντας για μόνο εξάρτημα ένα κοντάρι, κατάφερε να μετρήσει με καταπληκτική (ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα) ακρίβεια, την ακτίνα της γης. Εκείνα τα παιδιά που έχουν μέσα τους τον σπόρο της Γεωμετρίας, ίσως βρουν σε αυτήν την ιστορία την δύναμη να την ακολουθήσουν. [Παραπομπή σε βιβλίο: Τα αστέρια της Βερενίκης, Ντάνι Γκετζ].

Να τους πουν για τα δραματικά και μεγαλειώδη γεγονότα της Βυζαντινής Ιστορίας, για την δύναμη και την καλλιέργεια των αντρών αλλά και των γυναικών του βυζαντίου, για την θαυμαστή σχολή της εξωτερικής τους πολιτικής, για την τραγική πορεία προς το τέλος και τις τελευταίες μέρες πριν την άλωση που είχαν όλες και μια διαφορετική σημασία και βαρύτητα. [Παραπομπή σε βιβλιο: Ιωάννης Άγγελος, Μίκα Βάλταρι].

Να τους ταξιδέψουν στο σύμπαν, χωρίς φόβο και δέος. Γιατί η Φυσική τα εξηγεί όλα τόσο απλά και τελικά με έναν μόνο νόμο και πως αυτό πρέπει να έχουν στο μυαλό τους. Όχι τους δύσκολους μαθηματικούς τύπους και τις μονάδες μέτρησης.  Ότι τίποτα δεν είναι σίγουρο αν δεν αποδειχθεί με ένα πείραμα, που κάποιος (μήπως κάποιος από τους μαθητές;) πρέπει να το σκεφτεί και να το σχεδιάσει – αλλιώς ούτε καν το βραβείο Νόμπελ δεν μπορεί να αποδοθεί σε κάποιον Φυσικό…  Είναι βέβαιο πως στα παιδιά που κρύβουν ένα ταλέντο στη Φυσική, αυτή η ιστορία θα γεννήσει κάτι, μια θέληση και μια έμπνευση. [Παραπομπή σε βιβλίο: Το σύμπαν στα χέρια σας, Christophe Galfard].

Νομίζω  τελικά ότι αυτό θα ήθελα να ευχηθώ σήμερα σε όλους τους δασκάλους στα σχολεία. Να βρουν την δύναμη, την θέληση, τον χρόνο και το θάρρος να πουν μια ιστορία μέσα στην τάξη, για την επιστήμη τους, που δεν θα είναι διδακτική στο αντικείμενο, αλλά θα εμπνέει!

Και στους μαθητές θα ευχηθώ, να έχουν την καρδιά τους ανοιχτή για να την ακούσουν!

Κι ας «φάνε» ίσως έτσι 45 λεπτά από το ωρολόγιο πρόγραμμα της τάξης…

Καλή σχολική χρονιά!

Irvin Yalom – Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!

Μέσα στην βαλίτσα έβαλα βιβλία για τις καλοκαιρινές διακοπές, μυθιστορήματα κυρίως και λίγη ποίηση να με συντροφεύουν δίπλα στο κύμα, όλους τους αγαπημένους και τις αγαπημένες μου συγγραφείς. Ανάμεσα σε αυτά θέλησα να προσθέσω και μια (αυτό) βιογραφία. Το έχω ανάγκη και από πρακτική πλευρά. Αυτό τον καιρό έχω ξεκινήσει να γράφω την βιογραφία ενός ξεχωριστού ανθρώπου και ήθελα έναν οδηγό. Ένα παράδειγμα.

Τον Irvin Yalom τον εκτιμώ ιδιαίτερα. Δεν έχω διαβάσει όλα του τα βιβλία. Δεν είμαι ψυχολόγος ή θεραπεύτρια, ούτε ειδική στην Ψυχιατρική ή την Ψυχολογία, για να μπορώ να κρίνω τις απόψεις του και την θεραπευτική σχολή, που έχει δημιουργήσει. Με άγγιξαν όμως πολύ δύο βιβλία του, που διάβασα στον παρελθόν. Το πρώτο ήταν μια μυθοπλασία για τον Νίτσε που την απόλαυσα και όταν έγινε μια εξαιρετική και πρωτοποριακή θεατρική παράσταση. Εκείνο όμως το βιβλίο του που είχε πάνω μου επιρροή ήταν «Μια θεραπεία ειπωμένη δυο φορές». Αυτό το βιβλίο μου έδωσε την έμπνευση για να ονειρευτώ ένα δικό μου «δύσκολο» βιβλίο, που ίσως μια μέρα να καταφέρω να τελειώσω.

Τα τελευταία χρόνια είχα την τύχη να γνωρίσω την μεταφράστριά του στα ελληνικά, την Ευαγγελία Ανδριτσάνου και να με τιμήσει με την φιλία της. Έτσι ήρθα πιο κοντά στα βιβλία του και στον τρόπο που σκέφτεται και δουλεύει. Είχα ζήσει κάπως από κοντά όλον τον κόπο της Ευαγγελίας καθώς μετέφραζε το βιβλίο, όλη την αγωνία του Γιάλομ να προλάβει να το γράψει στην προχωρημένη ηλικία που βρίσκεται. Είχα μεγάλη προσμονή. Ήμουν στην παρουσίαση του βιβλίου του στον Ιανό,  όπου την παρακολούθησα σχεδόν όλη όρθια, τόσο πολύ κόσμο είχε.

Άρχισα όμως την ανάγνωση του βιβλίου διστακτικά. Το τελευταίο βιβλίο του Γιάλομ σύμφωνα με πολλούς. Μα έχει γράψει τόσα και έχει πει τόσα, που στ’αλήθεια τι άλλο υπάρχει να πει;

Από τα πρώτα κεφάλαια το βιβλίο ήταν μια αποκάλυψη. Διαβάζοντας ένα – ένα τα κεφαλαία από την παιδική ηλικία του συγγραφέα, έζησα μαζί και τα δικά μου. Ήταν σαν να έκανα μια σειρά από συνεδρίες με έναν πολύ καλό ψυχαναλυτική που εμπιστεύομαι. Όλα πέρασαν από μπροστά μου: το τραύμα με τη μητέρα μου, η σχέση αγάπης με τον πατέρα μου, η φτώχεια μου στα παιδικά μου χρόνια, το άγχος και η ανάγκη μου για πρωτιά, η αγάπη για την επιστήμη, ο αγώνας για την καριέρα, η λαχτάρα για την Τέχνη και την Λογοτεχνία, που τελικά δίνει νόημα στη ζωή.

Ο Γιάλομ στέκεται πολύ γενναιόδωρα απέναντί μας και μας κάνει δώρο μια ολόκληρη θεραπεία μέσα σε ένα βιβλίο. Το έχει γράψει το βιβλίο αυτό, με έναν τρόπο που έιναι ένα δώρα για τον καθένα έναν και κάθε μία από εμάς. Γυμνώνει την ψυχή του, μας λέει μεγάλες και μικρές αλήθειες του, μας λέει τους φόβους τους. Μας περιγράφει πότε έχει κλάψει. Πότε είχε μαι αδύναμη στιγμή. Πόσο γενναίο είναι να το κάνει αυτό ένας μεγάλος και καταξιωμένος Ψυχίατρος και Ψυχολόγος.

Μέσα στο βιβλίο του δεν θα βρει κανείς πουθενά συμβουλές με τα 10 -20 -100 πράγματα που πρέπει να κάνει, για να είναι ευτυχισμένος.

Κι όμως με τις διηγήσεις του, με τις εξομολογήσεις του μας διδάσκει τελικά τι είναι σημαντικό σε μια ζωή, που αν τη ζήσουμε, δεν θα μετανιώσουμε που την ζήσαμε.

Προσωπικά, όταν έκλεισα το βιβλίο, ένιωσα ευγνωμοσύνη.

 

Υ.Γ. Επειδή κάπου στο βιβλίο του γράφει πως οι άνθρωποι που πλησίασαν με περισσότερη γαλήνη το τέλος της ζωής τους ήταν εκείνοι που δεν μετάνιωσαν για κάτι που δεν έκαναν, πήρα το θάρρος και έγραψα δυο λόγια στον Ϊρβιν Γιάλομ. Μου απάντησε ο ίδιος (το γράφει πως απαντάει πάντα ο ίδιος στην αλληλογραφία με τους αναγνώστες του) και μου έδωσε με δυο του λέξεις το κουράγιο για ένα δύσκολο και σημαντικό για μένα βιβλίο. Αν το κάνω θα είναι πραγματικά χάρη στην προτροπή του.

Τα χρόνια με τη Λάουρα Δίας – Κάρλος Φουέντες

Όταν το έχεις πολλή ανάγκη, ένα βιβλίο έρχεται να σε βρει. Όχι οποιοδήποτε βιβλίο, μα αυτό που έχεις πραγματικά ανάγκη.

Έχω μέσα στην καρδιά και στο μυαλό μου το βιβλίο με την Λάουρα. Το έχω από καιρό. Γράφω τα πρώτα δειλά κεφάλαια και τα σβήνω. Γράφω το σενάριο, τα πρόσωπα, τους διάφορους χαρακτήρες, τα μεγάλα διλήμματα και τις ανατροπές. Και έτσι που με ζορίζει η δική μου Λάουρα, μια άλλη Λάουρα ήρθε να με βρει. Η Λάουρα Δίας του Κάρλος Φουέντες.

«Τα χρόνια με την Λάουρα Δίας» είναι ένα από τα πιο μεστά βιβλία που έχω διαβάσει. Ο Κάρλος Φουέντες είναι ένας τεράστιος λογοτέχνης της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής. Ένας μεγάλος συγγραφέας της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας.

Η σύλληψη του βιβλίου είναι απλή και γι’αυτό μεγαλειώδης. Ο Φουέντες διαλέγει μια γυναίκα, τη Λάουρα, και μέσα από την ζωή της, μας περιγράφει όλη την πονεμένη, άγρια, αιματοβαμένη ιστορία του Μεξικού. Μας μιλάει για τους ατέλειωτους εμφυλίους πολέμους, για τις αδίστακτες δικτατορίες που με ελάχιστα διαστήματα δημοκρατίας δυνάστευσαν την Κεντρική και Λατινική Αμερική έως και σήμερα, για τον αντίκτυπο του Ισπανικού εμφυλίου και των διωγμών του Φράνκο, που έφερε τόσους ισπανόφωνους καλλιτέχνες εξόριστους στο Μεξικό, για τους αγώνες των κομμουνιστών και των αναρχικών συνδικαλιστών, για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και για το κυνήγι του Μακάρθουρ στις ΗΠΑ που ξεκλήρεισε όλες τις ελεύθερες φωνές και έφερε ένα δεύτερο κύμα – αμερικανών αυτή τη φορά – εξορίστων καλλιτεχνών στο Μεξικό. Μιλά για τον Ριβιέρα και για την Φρίντα Κάλο, για την λογοτεχνία, την ποίηση, την ζωγραφική και κάθε μορφή Τέχνης, που γεννιέται πάντα όπου υπάρχει πόνος και αγώνας.

Όμως όλα αυτά δεν είναι ξένα και δημοσιογραφικά. Όχι σαν ένας πολύ καλά διαβασμένος ιστορικός – που σίγουρα είναι. Τα βλέπουμε να τα ζει στην ψυχή, στο μυαλό και στο κορμί της μια γυναίκα. Τα βλέπουμε να έχουν αντίχτυπο στην οικογένειά της, να χτυπούν τους απελπισμένους έρωτές της, στους άντρες της ζωής της. Είναι μια όμορφη, γενναία, νέα γυναίκα χωρίς ιδιαίτερη μοίρα, χωρίς εξαιρετικά ταλέντα ή τεράστια μόρφωση, που όμως διάλεξε να ζήσει τη ζωή της με ειλικρίνεια και ελευθερία.

Η Λάουρα υποφέρει πολύ. Χάνει τους αγαπημένους της σε εργατικούς αγώνες, σε βασανιστήρια της χούντας, ζει από κοντά την αλλοτρίωση του κομμουνιστικού κόμματος από την δύναμη της εξουσίας, ζει από κοντά το απελπισμένο ταλέντο των μεγάλων καλλιτεχνών της χώρας της, των ποιητών και των ζωγράφων, όπως ο Ριβιέρα και η Κάλο, των σεναριογράφων και σκηνοθετών του Χόλλυγουντ που κατηγορούνται ως κομμουνιστές και χάνουν τη δουλειά τους και εξορίζονται, που αναγκάζονται να γίνουν καταδότες. Ζει το κυνήγι των ναζί εναντίων των Εβραίων. Ζει το κυνήγι κάθε κατατρεγμένου. Και έχει πάντα διαλέξει πλευρά. Παρά την αδυναμία να είναι μια απλή γυναίκα.

Στους διανοούμενους που γνώρισε (κάποια από τα μεγαλύτερα πνεύματα του αιώνα της, κάποιοι από αυτούς μεγάλοι φιλόσοφοι), όταν για να την κεντρίσουν της έδωσαν τον λόγο, έκανε μόνο μια ερώτηση:

  • «Μπορεί η αγάπη ενός ζευγαριού να αντισταθμίσει όλη την δυστυχία του κόσμου;»

Δεν πήρε απάντηση.

Αλμπέρ Καμύ – “Ο ξένος”

Τον Αμπέρ Καμύ τον συνάντησα κάπως αργά στη ζωή μου, όμως τον συνάντησα και αυτό έχει σημασία. Κάθε συνάντηση, κάθε μεγάλο βιβλίο και κάθε μεγάλος έρωτας έχει την ώρα του.

Προσπαθώντας να ξεπεράσω την ταραχή που μου προκάλεσε «Η πτώση», που διάβασα πρόσφατα, πήρα στην άμμο εδώ μαζί μου, εδώ στην θάλασσα, στα 8 μποφόρ του Αιγαίου τον «Ξένο». Δεν θα συνέλθω ποτέ από αυτό το βιβλίο νομίζω. Δεν θα συνέλθω ποτέ από τον Καμύ.

Τον «Ξένο» τον διαβάζεις χωρίς ανάσα. Δεν τον αφήνεις κάτω. Δεν ξέρεις τι μέρα είναι και τι ώρα, δεν θυμάσαι σε ποια ακρογιαλιά είσαι, σε ποιο νησί… Οι πρώτες λέξεις και οι πρώτες παράγραφοι είναι αρκετές για να δείξουν την ευφυία του συγγραφέα, το υψηλό του πνεύμα, την διάνοιά του.

Αναριωτιέμαι πώς να γεννήθηκε ένα τέτοιο βιβλίο στο μυαλό του Καμύ, πώς ο συγγραφέας συνέλαβε την ιδέα, αυτό που ήθελε να πει, πώς μετά διάλεξε την (τόσο απλή) πλοκή, πώς έπλασε τους χαρακτήρες. Να είχε γράψει άραγε τα πάντα αναλυτικά,  τις σκέψεις του, τα βαθιά νοήματα και μετά να αφαιρούσε όπως σμιλεύει ο γλείπτης το περιττό μάρμαρο και δίνει σχήμα και νόημα; Ή μήπως ήταν από την αρχή ξεκάθαρος στο μυαλό του αυτός το λιτός και απέριττος τρόπος γραφής;

Ο Καμύ έχει την ιδιοφυία να χρησιμοποιεί τις λιγότερες δυνατές λέξεις και τα πιο απλά παραδείγματα, να φτιάχνει τους ολιγάριθμους και τόσο πεζούς χαρακτήρες για να πει τις πιο μεγάλες πανανθρώπινες και αιώνιες αλήθειες. Αυτές που είναι τα τραύματά μας και οι εφιάλτες μας. Να πει για την ζωή και το νοήμά της, για το θάνατο, το τραύμα με τη μητέρα και τον πατέρα, για τον έρωτα και την ελευθερία του να μην είσαι ερωτευμένος, για το έγκλημα και την τιμωρία, για την κοινωνία και την φυλακή. Για όλα.

Πόσοι συγγραφείς μπορούν αλήθεια να κάνουν κάτι τέτοιο; Και πόσοι μεγάλοι λογοτέχνες και φιλόσοφοι μπορούν στ’αλήθεια να ξεφύγουν από την ματαιοδοξία, από την παγίδα της ικανότητάς τους να χειρίζονται τον λόγο, από την παγίδα της δόξας και της φήμης τους και να μένουν στο απλό και το λιτό και το αληθινό, χωρίς να χρειάζεται με τυμπανοκρουσίες να αποδείξουν πόσο μεγάλοι λογοτέχνες είναι.

Ακούω καμιά φορά εκδότες να μιλούν για την αποτυχία που περιμένει τα βιβλία  που δεν είναι «τούβλα», που δεν έχουν ας πούμε 500 με 600 σελίδες, που δεν είναι value for money, που δεν έχουν πολλές ελπίδες για έκδοση και για πωλήσεις. Ο «Ξένος» του Καμύ είναι 130 σελίδες και δεν λείπει ούτε μια λέξη, ούτε μια τελεία. Δεν χρειάζεται ούτε μια φράση παραπάνω.

Ο Καμύ έχει πίστη στις λέξεις του, στην αφαιρετική του ικανότητα. Παίρνει ένα θέμα τόσο βαρύ όσο η φιλοσοφία ζωής και το κάνει μια ανάλαφρη νουβέλα με εικόνες από παραλίες της Μεσογείου και από σινεμά. Εγώ που αγαπώ τόσο τον Ντοστογιέφσκι δεν μπορώ να μην το δω: Ο «Ξένος» είναι το «Έγκλημα και τιμωρία» γραμμένο με συναισθήματα, με εικόνες, χωρίες εξηγήσεις, χωρίς μονολόγους. Με το λιγότερο δυνατό λόγο (όπως θα ήταν το μηχανικό ανάλογο στην Φυσική).

Ο Καμύ βάζει εμάς να τα σκεφτούμε όλα, να τα φανταστούμε όλα, να τα νιώσουμε όλα. Δεν εννοεί τίποτα αν δεν το εννοήσουμε εμείς. Μας αφήνει να βρούμε εμείς την αιτία, τον λόγο, την αφορμή, το γιατί και το τέλος (αν υπάρχει τέλος). Μας θέλει ενεργούς αναγνώστες, έξυπνους, διορατικούς, πραγματικούς βοηθούς του. Και αυτό γινόμαστε όταν διαβάζουμε Καμύ.

Γινόμαστε συν-συγγραφείς μαζί του.

Camy.jpg

 

Γιατί με απασχολεί η υπόθεση της Ηριάννας;

Τους τελευταίους μήνες – και με ακόμα μεγαλύτερη ένταση τις τελευταίες μέρες – παρακολουθώ κι εγώ, όπως και το πανελλήνιο, την δικαστική υπόθεση της Ηριάννας και κατ’επέκταση κι εκείνη του συντρόφου της Κωνσταντίνου καθώς και την αντίστοιχη του άλλου κατηγορούμενου, Περικλή. Πολλοί ειδικοί και μη, έχουν γράψει ήδη πολλές και διαφορετικές απόψεις για το θέμα. Ο τύπος είναι γεμάτος από αυτές.

Προσωπικά, δεν είμαι ειδικός. Δεν έχω ιδιαίτερες επιστημονικές γνώσεις πάνω σε δικαστικά ζητήματα. Ούτε σε πολιτικά ζητήματα. Πόσο μάλλον σε θέματα τρομοκρατίας. Παρόλα αυτά είμαι μια νέα γυναίκα, ένας ελεύθερος άνθρωπος που ζει σε αυτήν την χώρα. Και το θέμα με απασχολεί. Και αυτές είναι λίγες σκέψεις μου για το θέμα.

Στην υπόθεση αυτή υπάρχει ένα οξύμωρο σχήμα, που αφορά την σχέση μιας νέας γυναίκας με έναν νέο άντρα, που κατηγορήθηκε για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση,  μια σχέση συντροφική και ερωτική. Η δίκη του συντρόφου της Ηριάννας, Κωνσταντίνου, έχει προηγηθεί και έχει ήδη βγει αθωωτική απόφαση. Σύμφωνα με τις αρχές της δικαστικής εξουσίας, ένας άνθρωπος που δικάζεται θεωρείται από τον νόμο αθώος, μέχρι απόδειξης του ενάντιου και όχι το αντίθετο. Στην περίπτωση δε του Κωνσταντίνου, υπάρχει και τελεσίδικη αθωωτική απόφαση. Επομένως ο άνθρωπος αυτός, θεωρήθηκε και θεωρείται από την δικαστική εξουσία αθώος πριν, κατά την διάρκεια και μετά την ολοκλήρωση της δίκης του. Θεωρείται πέρα ως πέρα αθώος.

Η γυναίκα η οποία έχει δεσμό μαζί του συλλαμβάνεται κυρίως γιατί έχει σχέσεις μαζί του, δηλαδή σχέσεις με έναν αθώο. Η απλή σκέψη που κάνω είναι γιατί μια σοβαρή και τελεσίδικη δικαστική απόφαση (η αθώωση του Κωνσταντίνου στην προκειμένη περίπτωση) δεν είναι ένα νέο τεκμήριο στην δίκη που έχει άμεση σχέση, δηλαδή της δίκη της Ηριάννας. Δεν θα έπρεπε να είναι το σοβαρότερο ίσως τεκμήριο;

Στην υπόθεση της Ηριάννας χρησιμοποιήθηκε μια ευρέως εφαρμοσμένη μέθοδος (η μέθοδος του DNA). Προφανώς και είναι μια επιστημονική μέθοδος και έχει διαλευκάνει πολλά και δύσκολα εγκλήματα. Όμως είναι μια μέθοδος και όπως όλες έχει κάποια περιθώρια λάθους. Στην περίπτωση της δίκης της Ηριάννας, έγκριτοι επιστήμονες κατέθεσαν τις τεκμηριωμένες τους απόψεις γιατί η μέθοδος αυτή, στην περίπτωση της Ηριάννας ήταν λανθασμένη η ελλειπής. Δεν θα έπρεπε να τους ακούσουμε;

Η Ηριάννα είναι μια μορφωμένη νέα γυναίκα, που έχει σαν όνειρό της την ακαδημαϊκή καριέρα. Βαδίζει στο να γίνει λέκτορας στο Πανεπιστήμιο. Πολλές απόψεις προέκυψαν για το αν μπορεί μια γυναίκα που έχει σχέση με έναν άντρα, που η ιδεολογία του ανήκει στον αντι-εξουσιαστικό χώρο, να κατέχει μια τέτοια θέση και καριέρα.

Προσωπικά έχω σπουδάσει Θετικές Επιστήμες και είμαι κάτοχος MSc ενός από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Χρειάστηκε να απορρίψω για καθαρά βιοποριστικούς λόγους, το διδακτορικό που μου προτάθηκε. Είχα ξεκάθαρα την επιλογή μιας πανεπιστημιακής καριέρας. Σκέφτομαι την περίπτωση της Ηριάννας. Δηλαδή, τα πτυχία μου και η ακαδημαϊκή μου πορεία μου απαγορεύει να έχω σχέση, να ερωτευθώ, να κάνω φίλους ή απλά να σχετίζομαι με ανθρώπους από συγκεκριμένες ιδεολογίες; Από συγκεκριμένους χώρους σκέψης; Και γιατί;

Το άλλο που αισθάνομαι σαν γυναίκα είναι πως όλος αυτός ο θόρυβος και η επίθεση προς την Ηριάννα κρύβει και κάποιο μισογυνισμό. Τι θα γινόταν αν η δίκη της Ηριάννας είχε προηγηθεί της δίκης του συντρόφου της; Θα απασχολούσε το ίδιο όλους αν ένας άνδρας είχε σχέσεις με μια γυναίκα που η ιδεολογία της είναι στο αντι-εξουσιαστικό χώρο; Η αυτό επιτρέπεται; Η ο άντρας μπορεί να κάνει ότι θέλει;

Δεν είμαι ειδική, ούτε καν ενήμερη στις λεπτομέρειες, στις ελλείψεις που έχουν τα επιχειρήματά μου. Όμως πιάνω το συναίσθημα της υπόθεσης αυτής. Αυτό γίνεται και με τον απλό κόσμο.

Δεν είναι κακό για την Δικαιοσύνη να επισκεφτεί ξανά μια απόφαση. Δεν είναι κακό για την Δικαιοσύνη να παραδεχτεί ότι μια εξαιρετική μέθοδος έχει ελάχιστα αλλά υπαρκτά περιθώρια λάθους. Δεν είναι αδυναμία όταν παραδεχτούμε ένα λάθος για να γίνει το σωστό.

Ελπίζω η Δικαιοσύνη να το δει αυτό.

Το κορίτσι με τα μαύρα μαλλιά (ένα ανεκτίμητο δώρο σε μένα)

γνώρισα ενα κορίτσι με μαύρα μαλλιά

που έλεγε μονάχα αλήθεια,

τρόμαξα

δεν είχε σπίτι μα μια βαλίτσα

ένα αστρο στο στήθος,

δύο μελανιές για χείλη

δύο λουλούδια για χέρια,

άσπρο πανί για δέρμα,

καράβι για σώμα

ούτε όνομα, ουτε χαρτη

μονάχα ένα αμήχανο χαμόγελο για ήχο

και έναν βυθό, παραμιλητό,

πνιγμένη μιλιά για ανασα

τρόμαξα

γίνηκε θάλασσα κύμα σε ένα σχήμα απείρου,

αγάπη,

νυχτιά σε σακουλάκια με αέρα

σαν ανθακι νυχτολουλουδου

συμπόνια

και ξέσπασμα έναστρου αναστεναγμού

Η όμορφη γυναίκα του αγρότη

Ήταν μια φορά ένας αγρότης που ζούσε όχι πολύ μακριά από εδώ. Δούλευε καλά τα  χωράφια του και είχε ένα μεγάλο κοπάδι. Δούλευε σκληρά, πολύ σκληρά. Επέκτεινε την φάρμα του αγοράζοντας και άλλη γη όταν η στιγμή ήταν η σωστή, και δούλευε και την καινούρια γη καλά, έτσι που η γη καρποφόρησε. Έδωσε καρπούς και καλή σοδειά που την αποθήκευσε και έτσι είχε άφθονη τροφή για το κοπάδι του. Με τα χρόνια και με την σκληρή δουλειά έγινε ο πιο πλούσιος και ο πιο μεγάλος αγρότης της περιοχής. Έγινε γνωστός για το μεγαλύτερο κοπάδι, για τις πιο πλούσιες καλλιέργειες του και γιατί είχε τους περισσότερους εργάτες να δουλεύουν γι’αυτόν.

Αποφάσισε πως του άξιζε αν χτίσει ένα μεγάλο σπίτι για τον εαυτό του. Όντως έχτισε το σπίτι και ήταν ένα πραγματικά μεγάλο και όμορφο αρχοντόσπιτο. Μετά από λίγο καιρό σκέφτηκε:

  • «Μα κάτι λείπε! Έχω ένα μεγάλο σπίτι. Έχω το μεγαλύτερο και καλύτερο κοπάδι της περιοχής. Έχω τις μεγαλύτερες και καλύτερες καλλιέργειες του τόπου. Έχω τους περισσότερους και πιο άξιους εργάτες να δουλεύουν για μένα. Όμως θα πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να έχω, κάτι άλλο…Αναρωτιέμαι τι να είναι αυτό.»

Σκέφτηκε το θέμα αρκετά ώσπου κατέληξε ο ανόητος πώς αυτό που του έλειπε ήταν μια σύζυγος. Μόλις κατέληξε πως χρειάζεται μια σύζυγο, προχώρησε με το θέμα πολύ γρήγορα. Κάτω στο χωριό, δίπλα στο κτήμα του ζούσε ένα όμορφο, νέο κορίτσι. Σκέφτηκε πως θα ήταν ακριβώς η σύζυγος που χρειαζόταν. Ήταν όμορφη , μαθημένη στην σκληρή δουλειά και είχε την φιγούρα της γυναίκας που ταίριαζε σε εκείνος, πλούσιο στήθος και ανοιχτή λεκάνη, που σίγουρα θα έκανε πολλά παιδιά.

  • «Θα είναι η τέλεια σύζυγος για μένα.», σκέφτηκε.

Έτσι είπε και ξεκίνησε να συναντήσει τους γονείς του κοριτσιού. Είπε στους γονείς πως είχε αποφασίσει πως ήθελε να παντρευτεί την κόρη τους. Η ιδέα αυτή συνεπήρε τους γονείς, γιατί ήξεραν πως ήταν ένας από τους μεγαλύτερους αγρότες της περιοχής και είχε πολλά χρήματα. Διέθεται όλα όσα έπρεπε να διαθέτει ένας άντρας. Είχε ένα μεγάλο σπίτι και πολλούς ανθρώπους να δουλεύουν γι’αυτόν. Θα ήταν καλός για την κόρη τους. Όταν η κόρη τους γύρισε στο σπίτι, της είπαν πως είχε περάσει ο αγρότης με το μεγάλο κτήμα και την είχε ζητήσει για γυναίκα του.

Όμως η κόρη είπε:

  • «Δεν είμαι και τόσο σίγουρη γι’αυτό. Είναι αρκετά μεγαλύτερός μου. Κι έπειτα τι θα έπρεπε να περιμένω από την δύναμη και το σθένος τους και πώς θα έπρεπε να τα αντιμετωπίσω;»

T «Μα αυτό είναι ένα ασήμαντο πρακτικό ζήτημα. Τα πράγματα που θα έπρεπε να σε νοιάζουν είναι πως έχει δικό του ένα μεγάλο, όμορφο σπίτι, υπηρέτες και όλα όσα πρέπει να έχει ένας άντρας. Έχει ατέλειωτα, εύφορα κτήματα με σοδειές και μεγάλα, ζωηρά κοπάδια και σίγουρα θα έχει βάλει κάπου χρήματα στην άκρη. Τώρα, αν τον παντρευτείς όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν δικά σου, γιατί όπως πολύ σωστά είπες, είναι αρκετά μεγαλύτερός σου και ίσως να μην ζήσει και τόσο πολύ. Λίγα χρόνια δεν θα πείραζαν και τόσο.»

Το κορίτσι δεν ήταν χαρούμενο. Είχε ονειρευτεί να πλαγιάζει στο κρεββάτι με ένα όμορφο, γεροδεμένο νέο και όχι με έναν άγνωστο άντρα, τόσο μεγαλύτερό της. Όμως με τα πολλά, οι γονείς της την έπεισαν ότι ο αγρότης θα ήταν ο καλύτερος για εκείνη και το κορίτσι ενέδωσε. Ο γάμος έγινε και ήταν ένας λαμπρός, μεγάλος γάμος. Το ζευγάρι ξεκίνησε να ζει στο σπίτι του και ήταν παράξενο να πει κανείς, πως ήταν ένας ευτυχισμένος γάμος. Ο αγρότης λάτρευε την νεαρή γυναίκα του κι εκείνη ήταν πολύ καλή στο νοικοκυριό. Εκείνη του μαγείρευε και έκανε όλα όσα έπρεπε να γίνουν σε ένα σπίτι. Ο έρωτας που έκαναν τα βράδια ήταν μαγικός.

Ώσπου μια μέρα ο αγρότης βρέθηκε στο χωριό, είδε κάποιους και τους άκουσε να μιλάνε. Γύρισε στο σπίτι, κάθισε και ζήτησε να μιλήσει στην γυναίκα του.

  • «Αυτοί οι άνθρωποι, όταν σε είδαν είπαν:
  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»
  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είσαι η γυναίκα μου, είσαι δική μου και ανήκεις σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του ότι δεν θα έπρεπε να ξαναπάει στο χωριό ποτέ. Το κορίτσι ήταν ένα από αυτά τα παράξενα πλάσματα, μια αγνή, υπάκουη ψυχή και έσκυψε το κεφάλι και δεν πήγε ξανά στο χωριό.

Μετά από λίγο καιρό ο αγρότης σκέφτηκε την γυναίκα του να περπατάει στους αγρούς και οι εργάτες που δούλευαν στους αγρούς να λένε:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του πώς θα μπορούσε να μένει μόνο στον κήπο και στο σπίτι. Δεν θα μπορούσε να περπατάει πια ελεύθερη στους αγρούς. Κι εκείνη έκανε και πάλι όπως της είπε. Και υπήρχε ακόμα ευτυχία στον κήπο της και στο σπίτι της.

Τότε μια μέρα το αγρότης είδε την γυναίκα του στον κήπο, να σκύβει και να φροντίζει τα λουλούδια, να σκαλίζει το χώμα και να ποτίζει τους θάμνους. Πρόσεξε πως κάποιοι από τους υπηρέτες κοίταζαν πάνω από τον φράχτη και χάζευαν την γυναίκα του στο κήπο.

Ο αγρότης σκέφτηκε πως οι υπηρέτες σίγουρα θα έλεγαν το βράδυ, όταν θα μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά του τζακιού στην κουζίνα τις ώρες της ξεκούρασης:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του πως δεν θα έπρεπε να βγει ξανά στον κήπο. Πως θα έπρεπε να μένει μέσα στο σπίτι τους. Και πάλι το κορίτσι υπάκουσε και έμεινε στο σπίτι και ακόμα βρίσκονταν ακόμα ευτυχία ανάμεσά τους.

Ώσπου μια μέρα ο αγρότης σκέφτηκε μονολογώντας στον εαυτό του.

  • «Μα η γυναίκα μου σίγουρα θα κινείται μέσα στο σπίτι. Καθώς θα κάνει τις δουλειές του σπιτιού θα περνάει από δωμάτιο σε δωμάτιο. Και όπως θα κινείται θα περνάει από τα παράθυρα. Ο κόσμος που περνάει έξω από το σπίτι και οι υπηρέτες που θα βρίσκονται μέσα στο σπίτι θα την κοιτάζουν και θα λένε:
  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Είπε λοιπόν στην γυναίκα του πως θα έπρεπε να μένει μέσα στο σπίτι με κλειστά παράθυρα για να μην την βλέπει κανείς. Έπιασε λοιπόν και κάρφωσε με ξύλα όλα τα παράθυρα για να μην μπορεί να την δει κανείς. Η κοπέλα υπάκουσε και πάλι, μόνο που αυτό της έφερε μια βαθιά θλίψη.

Ο καιρός περνούσε και η ευτυχία κρατούσε ακόμα στο ζευγάρι. Ο αγρότης γύριζε στο σπίτι το βράδυ και η γυναίκα του τον περίμενε για να φάνε μαζί το βραδινό και να μιλήσουν. Μετά έκαναν μαγικό έρωτα στο κρεβάτι τους.

Ώσπου μια μέρα και πάλι ο αγρότης σκέφτηκε. Υπάρχουν και οι υπηρέτες που βρίσκονται και δουλεύουν μέσα στο σπίτι και όλη την μέρα μπορούν να βλέπουν την γυναίκα μου ακόμα κι αν εκείνη δεν βγαίνει έξω από το σπίτι. Όσο την βλέπουν όλη μέρα θα λένε:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Κι έτσι ο αγρότης κλείδωσε την γυναίκα του μέσα στην κρεβατοκάμαρά τους. Δεν θα την έφηνε να βγει ξανά ποτέ από εκεί.

Η γυναίκα έμενε κλειδωμένη μέσα στην κρεβατοκάμαρα όλη την ημέρα, και όταν ο αγρότης γύριζε στο σπίτι κάθε βράδυ, ξεκλείδωνε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και έμπαινε μέσα και κάποιου είδους ευτυχία υπήρχε ανάμεσά τους. Όμως η γυναίκα κάθε μέρα αδυνάτιζε και αρρώσταινε. Ο αγρότης δεν πρόσεξε κάτι. Έτσι ένα βράδυ ο αγρότης γύρισε στο σπίτι, ξεκλείδωσε την κρεβατοκάμαρα και βρήκε την γυναίκα του να κείτεται νεκρή πάνω στο κρεβάτι τους.

Ο αγρότης ήταν συντετριμμένος. Τώρα για πρώτη φορά κατάλαβε πόση αγάπη και πόση χαρά του έδινε απλόχερα η γυναίκα του. Πήρε την γυναίκα του αγκαλιά και της έκανε μια όμορφη, συγκινητική κηδεία. Αυτό όμως δεν μετρίασε το πένθος και τον πόνο του. Γύρισε στο μεγάλο, όμορφο σπίτι του, που τώρα ήταν ένα άδειο σπίτι, κι ας ήταν γεμάτο από τόσους υπηρέτες. Τώρα καταλάβαινε τι έχασε με αυτό το εγωιστικό λάθος του. Μα τώρα τίποτα δεν μπορούσε να κάνει γι’αυτό.

Έναν χρόνο και μια μέρα μετά ο αγρότης βρισκόταν όπως πάντα μόνος στο σπίτι, όταν άκουσε έναν χτύπο στην εξώπορτα. Πήγε στην πόρτα κι εκεί είδε να στέκεται ένας μικρόσωμος άνθρωπος, ένας νάνος, με λευκή γενειάδα και με γαλάζια μάτια που λαμπύριζαν. Είχε το πιο αστραφτερό γαλάζιο βλέμμα που είχε δει ποτέ του ο αγρότης. Ο άντρας ήταν ντυμένος από πάνω μέχρι κάτω στα καφέ. Ο μικρόσωμος άντρας παρακάλεσε τον αγρότη για λίγη φιλοξενία, και ο αγρότης που ήταν κατά βάθος ένας καλός άνθρωπος, το κάλεσε μέσα, του πρόσφερε ένα καλό γεύμα και ένα αναπαυτικό κρεβάτι για να ξεκουραστεί τη νύχτα, όπως προστάζει στα μέρη αυτά το έθιμο της φιλοξενίας. Το πρωί, ο αγρότης σιγουρεύτηκε πως ο νάνος έφαγε ένα πλούσιο και δυναμωτικό πρωινό και τον ξεπροβόδισε δίνοντάς του προμήθειες για τον δρόμο του. Καθώς τον αποχαιρετούσε, ο μικρόσωμος άντρας τον ρώτησε:

  • «Αν μπορούσες να ζητήσεις μόνο μια ευχή, και η ευχή να πραγματοποιηθεί, ποια ευχή θα ζητούσες;»
  • «Ω, έχω μια και μόνη ευχή, μα κανείς δεν μπορεί να πραγματοποιήσει την ευχή μου.»
  • «Δεν είμαι σίγουρος γι’αυτό, μα αν μου πεις την ευχή σου, θα σου πω τι μπορεί να γίνει.», απάντησε ο παράξενος νάνος.
  • «Η μόνη ευχή που θα ήθελα να ευχηθώ αν είχα μία και μόνη ευχή είναι να είχα ξανά κοντά μου την αγαπημένη μου γυναίκα.» είπε χωρίς δισταγμός ο αγρότης.
  • «Μα ήταν το δικό σου λάθος που την σκότωσε.» είπε σκληρά ο μικρόσωμος άντρας.
  • «Το γνωρίζω αυτό. Και δεν υπάρχει ούτε μια στιγμή, που να το ξέχασα αυτό, όλον αυτόν τον ένα χρόνο και μια μέρα. Πενθώ για εκείνη κάθε μέρα και εύχομαι να γινόταν να γυρίσει πίσω. Και εύχομαι κάθε μέρα να μην ήμουν τόσο κακός μαζί της και να μην είχα κάνει όλα αυτές τις φρικτές πράξεις που της είχα κάνει. Μα όπως και να έχει, κανείς δεν μπορεί τώρα πια να πραγματοποιήσει την ευχή μου.»

Ο μικροσκοπικός άντρας πήρε το δρόμο και ο αγρότης πήγε στις δουλειές των χωραφιών και του κοπαδιού. Όταν το βράδυ γύρισε στο σπίτι του, δεν περίμενε ποτέ αυτό που είχε αντικρύσει. Η αγαπημένη του γυναίκα τον περίμενε εκεί, ζωντανή και με όλη την ομορφιά της. Η ευτυχία είχε ξαναγυρίσει στο ζευγάρι. Με πάθος την πήρε στην αγκαλιά του και έκαναν μαγικό έρωτα ξανά.

Η ζωή έγινε ξανά τόσο όμορφη όσο και πριν. Και ακόμα περισσότερο. Οι ώρες που περνούσαν μαζί ήταν ακόμα πιο ωραίες και ο έρωτας που έκαναν ήταν ακόμα πιο δυνατός.

Ώσπου μια μέρα ο αγρότης βρέθηκε στο χωριό, είδε κάποιους και τους άκουσε να μιλάνε. Γύρισε στο σπίτι, κάθισε και ζήτησε να μιλήσει στην γυναίκα του.

  • «Αυτοί οι άνθρωποι, όταν σε είδαν είπαν:
  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»
  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είσαι η γυναίκα μου, είσαι δική μου και ανήκεις σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του ότι δεν θα έπρεπε να ξαναπάει στο χωριό ποτέ. Το κορίτσι ήταν ένα από αυτά τα παράξενα πλάσματα, μια αγνή, υπάκουη ψυχή και έσκυψε το κεφάλι και δεν πήγε ξανά στο χωριό.

Μετά από λίγο καιρό ο αγρότης σκέφτηκε την γυναίκα του να περπατάει στους αγρούς και οι εργάτες που δούλευαν στους αγρούς να λένε:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του πώς θα μπορούσε να μένει μόνο στον κήπο και στο σπίτι. Δεν θα μπορούσε να περπατάει πια ελεύθερη στους αγρούς. Κι εκείνη έκανε και πάλι όπως της είπε. Και υπήρχε ακόμα ευτυχία στον κήπο της και στο σπίτι της.

Τότε μια μέρα το αγρότης είδε την γυναίκα του στον κήπο, να σκύβει και να φροντίζει τα λουλούδια, να σκαλίζει το χώμα και να ποτίζει τους θάμνους. Πρόσεξε πως κάποιοι από τους υπηρέτες κοίταζαν πάνω από τον φράχτη και χάζευαν την γυναίκα του στο κήπο.

Ο αγρότης σκέφτηκε πως οι υπηρέτες σίγουρα θα έλεγαν το βράδυ, όταν θα μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά του τζακιού στην κουζίνα τις ώρες της ξεκούρασης:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του πως δεν θα έπρεπε να βγει ξανά στον κήπο. Πως θα έπρεπε να μένει μέσα στο σπίτι τους. Και πάλι το κορίτσι υπάκουσε και έμεινε στο σπίτι και ακόμα βρίσκονταν ακόμα ευτυχία ανάμεσά τους.

Ώσπου μια μέρα ο αγρότης σκέφτηκε μονολογώντας στον εαυτό του.

  • «Μα η γυναίκα μου σίγουρα θα κινείται μέσα στο σπίτι. Καθώς θα κάνει τις δουλειές του σπιτιού θα περνάει από δωμάτιο σε δωμάτιο. Και όπως θα κινείται θα περνάει από τα παράθυρα. Ο κόσμος που περνάει έξω από το σπίτι και οι υπηρέτες που θα βρίσκονται μέσα στο σπίτι θα την κοιτάζουν και θα λένε:
  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Είπε λοιπόν στην γυναίκα του πως θα έπρεπε να μένει μέσα στο σπίτι με κλειστά παράθυρα για να μην την βλέπει κανείς. Έπιασε λοιπόν και κάρφωσε με ξύλα όλα τα παράθυρα για να μην μπορεί να την δει κανείς. Η κοπέλα υπάκουσε και πάλι, μόνο που αυτό της έφερε μια βαθιά θλίψη.

Ο καιρός περνούσε και η ευτυχία κρατούσε ακόμα στο ζευγάρι. Ο αγρότης γύριζε στο σπίτι το βράδυ και η γυναίκα του τον περίμενε για να φάνε μαζί το βραδινό και να μιλήσουν. Μετά έκαναν μαγικό έρωτα στο κρεβάτι τους.

Ώσπου μια μέρα και πάλι ο αγρότης σκέφτηκε. Υπάρχουν και οι υπηρέτες που βρίσκονται και δουλεύουν μέσα στο σπίτι και όλη την μέρα μπορούν να βλέπουν την γυναίκα μου ακόμα κι αν εκείνη δεν βγαίνει έξω από το σπίτι. Όσο την βλέπουν όλη μέρα θα λένε:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Κι έτσι ο αγρότης κλείδωσε την γυναίκα του μέσα στην κρεβατοκάμαρά τους. Δεν θα την έφηνε να βγει ξανά ποτέ από εκεί.

Έτσι ένα βράδυ ο αγρότης γύρισε στο σπίτι, ξεκλείδωσε την κρεβατοκάμαρα και βρήκε την γυναίκα του να κείτεται νεκρή πάνω στο κρεβάτι τους για δεύτερη φορά. Όταν κατάλαβε το λάθος του με σπαραγμό την πήρε αγκαλιά και προσπάθησε να την βγάλει από το κλειδωμένο δωμάτιο. Με έκπληξη όμως είδε, πως η πόρτα και τα παράθυρα είχαν πια χτιστεί. Κάθε έξοδος είχε κλείσει. Κι έτσι έμεινε μαζί της κι εκείνος για πάντα κλεισμένος δίπλα στην νεκρή γυναίκα του, μέχρι το δικό του θάνατο.

 

Κελτικές ιστορίες της θάλασσας

Δουνκέρκη

Σε μια μεγάλη υπερατλαντική πτήση είχα την τύχη να δω την ταινία Δουνκέρκη. Την είχα βάλει στη λίστα των ταινιών που θέλω να δω από καιρό, όμως ο χρόνος είναι πολύ λίγος πάντα σε σχέση με τις ταινίες που βάζω στη λίστα. Όμως να ένα ταξίδι αεροπορικό, που είναι αναγκαίο και έχει πολλές ώρες δημιουργεί μια τέλεια συνθήκη για να δει κανείς μια ταινία σαν κι αυτή.

Η Δουνκέρκη είναι μια ταινία που μιλάει με τις εικόνες. Όχι με τους διαλόγους. Ούτε με την πλοκή. Οι εικόνες της δημιουργούν συναισθήματα. Όχι λογικές συνέχειες και λύση γρίφων. Είναι σε αυτό το θέμα πολύ πρωτότυπη και ίσως παράξενη, αν την συγκρίνει κανείς με ταινίες της εποχής.

Η Δουνκέρκη πάνω από όλα είναι – με τον τρόπο της – μια ταινία αντιπολεμική. Δείχνει την αλήθεια του πολέμου. Την ασχήμια του. Την καθημερινότητά του. Αυτό που νιώθεις βαθιά για τον πόλεμο είναι το αίσθημα του εγκλωβισμού. Το ψυχικό μαρτύριο που δημιουργεί ο πόλεμος σε κάθε άνθρωπο. Οι στρατιώτες δεν πάνε στη μάχη με χαμόγελο, κρατώντας μια σημαία και νιώθοντας γενναίοι. Έχουν την αγωνία της επιβίωσης. Έχουν την ελπίδα και την ανάγκη να ζήσουν, να ξεφύγουν, να είναι αυτοί που θα σωθούν.

Η Δουνκέρκη είναι πάνω από όλα μια ταινία – ύμνος στις αξίες των ανθρώπων. Δείχνει πως ο πόλεμος (όπως και η εποχή της ειρήνης) καθορίζεται από το πώς κάποιοι άνθρωποι μένουν πιστοί στο προσωπικό σύστημα αξιών τους. Ο πόλεμος κρίνεται από αυτά που αυτοί οι άνθρωποι θα κάνουν ή δεν θα κάνουν. Αν θα σώσουν έναν άγνωστο τραυματία ή θα τον αφήσουν να πεθάνει. Αν θα σώσουν τον εαυτό τους θυσιάζοντας έναν άλλο άγνωστο άνθρωπο. Αν θα διαλέξουν ποιος θα ζήσει η θα πεθάνει με βάση την εθνικότητα. Αν θα κάνουν το σωστό. Αν θα εκτεθούν στον κίνδυνο οι ίδιοι για να σώσουν λίγους ή πολλούς άλλους. Αν θα κρατήσουν την δύσκολη στιγμή την αξία στην οποία πιστεύουν κι αν θα μπορούν έτσι να κοιτάζουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη.

Ποιος θα διάλεγε να υμνήσει σε μια ταινία μια ιστορία υποχώρησης; Μια ιστορική στιγμή που ίσως οι σύμμαχοι να μην ήθελαν να θυμούνται. Κι όμως η υποχώρηση και ο τρόπος που θα γίνει έχει την αξία του. Και μας δείχνει πως τελικά το σημαντικό στον πόλεμο και στην ειρήνη, στις ένδοξες στιγμές αλλά και στην κάθε μέρα μας είναι να μην χάσουμε τον εαυτό μας.

 

Πίστομα

… «Βάλτο πίστομα μέσα.»

Η γυναίκα στην αρχή, δεν κατάλαβε, τι ήθελε να πει ο άντρας της. Δεν μπορούσε να συλλάβει το μέγεθος της φρίκης, που περιείχε η διαταγή του. Μιλούσε για το παιδί της; Αυτό το αγγελούδι να έθαβε στη γη, αυτός που με τα χέρια του είχε κάνει ποιος ξέρει πόσα εγκλήματα; Μετά το μυαλό της πήρε μπροστά. Τι τέλος τους ετοίμαζε. Δεν φοβόταν ούτε Θεό, ούτε Διάολο.

Δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να γλιτώσει το παιδί της, με όποιο τρόπο. Πήρε το φτυάρι που εκείνος είχε αφήσει στο έδαφος και όρμισε πάνω του. Ο Αντώνης γέλασε με το τόλμημά της. Κοίτα να δεις πως κάνει η λύκαινα άμα πάνε να πειράξουν τα παιδιά της. Είχε μια ειρωνία στο βλέμμα όταν της κατάφερε ένα χαστούκι τρομερό. Όλα σκοτείνιασαν για δύο λεπτά και μάλλον παραπάτησε από το χτύπημα. Κάτι υγρό έτρεχε από το πρόσωπό της κι ένας πόνος στο κόκκαλο του σαγονιού της θύμισε ευτυχώς, πως έπρεπε να συνεχίσει.

Πήρε δύναμη από τη σκέψη του παιδιού της και ξανάσφιξε το φτυάρι. Το σήκωσε στα τυφλά και όρμισε δεύτερη φορά. Εύκολα αυτός με δυνατά χέρια το άρπαξε και την αφόπλισε. Πήρε με την σειρά του το φτυάρι και είχε όλη την πολυτέλεια να εκτιμά τι χτύπημα να της καταφέρει. Την κέντραρε καλά, σήκωσε το φτυάρι με δύναμη και….σωριάστηκε στη γη.

Τι είναι χειρότερο δεν ήξερε να πει. Ο φόβος ή ο θάνατος; Ήταν νεκρή ή ζωντανή; Έβλεπε οράματα από το φόβο της ή από τον θάνατό της;

Το παιδί. Το είχε προς στιγμή ξεχάσει. Το είχαν και οι δυο τους ξεχάσει. Προσηλωμένοι στον αγώνα για σωτηρία και για εκδίκηση είχαν ξεχάσει, πως ήταν κι εκείνο παρόν, με την άγνοια του φόβου, με το ένστικτο της επιβίωσης και με μόνο κριτήριο την αγάπη για την μάνα του. Που βρήκε την δύναμη να σηκώσει την τσάπα, να κάνει ένα δυό βήματα με αυτήν και μετά, πιο πολύ από τύχη, παρά από καλό σημάδι, να την καταφέρει στο κεφάλι του θύτη τους.

Το κεφάλι του Αντώνη μια πληγή μέσα στην λάσπη, το αίμα να κάνει κόκκινη την λάσπη, να κάνει κόκκινα ρυάκια δίπλα στα ρυάκια της βροχής. Ζούσε ακόμα, ανάσαινε, δεν είχε βγει η ψυχή του.

Το παιδί την κοιτούσε σαστισμένο, σαν να είχε κάνει ζημιά. Φοβόταν μην και το μαλώσει. Το βλέμμα του ήταν απότομα μεγαλωμένο. Ένα ενήλικο βλέμμα σε ένα παιδί οκτώ χρονών. Ένα βλέμμα που είχε δει τον θάνατο. Το πήρε αγκαλιά να το παρηγορήσει, να μη της πάθει τίποτα από την φοβερή στιγμή, τίποτα ανεπανόρθωτο μέσα στο μικρό του μυαλουδάκι. Του είπε λόγια γλυκά, όπως μόνο μια μάνα μπορεί να πει, λόγια που επουλώνουν όλες τις πληγές, χωρίς να έχουν σημασία οι κάθε αυτού λέξεις. Σιγά – σιγά οι δύο τους ησύχασαν.

Η γυναίκα ζώντας πάλι την στιγμή, κοίταξε προς τον ουρανό, για να τον δει και να τον ευχαριστήσει, τον άγγελο Κυρίου, τον άγγελο τον Τιμωρό, που όπλισε το αδύναμο χεράκι του παιδιού με την ελευθερία τους και την ζωή τους.

Ένα χτύπημα στο κεφάλι, στην κορυφή του κρανίου ή στον λαιμό και ξεμπέρδευε μια και καλή με τον εφιάλτη που είχε το όνομα Αντώνης Κουκουλιώτης. Που τον παντρεύτηκε χωρίς την θέλησή της, κοριτσάκι ακόμα, που γνώρισε στα χέρια του έναν έρωτα άχαρο και σκληρό, που πείνασε και κινδύνεψε, όταν αυτός την άφησε κι έφυγε στα βουνά να γλιτώσει από τα εγκλήματά του, ενώ εκείνη ζούσε μέσα στα θύματά του και την καταφρόνια τους.

Ή μια κλωτσιά για να τον στείλει στον τάφο. Τον τάφο, που με τόση όρεξη έσκαψε για το παιδί της. Για τον καρπό από τον μόνο της έρωτα, από τον μόνο άντρα που της φέρθηκε όμορφα. Μια κλωτσιά και να πέσει πίστομα αυτός και να τον κουκουλώσει με το χώμα της ανασκαφής και εκεί να μείνει και να μη μπορεί να σηκωθεί για να σωθεί, ούτε στην Δευτέρα Παρουσία.

Πήρε την τσάπα και τον σημάδευε και όπως τον σημάδευε κοίταξε με έκπληξη το βλέμμα του, που ήταν παρανοϊκό και απόκοσμο, το βλέμμα ενός βλαμμένου. Πήγε πιο κοντά να τον παρατηρήσει. Το σώμα του πεσμένο αδέξια σε μια στάση αφύσικη, και πιο πολύ όλη η δεξιά μεριά. Το στόμα στραβό, γερμένο προς τα κάτω με σάλια να τρέχουν και αφρούς. Ο Αντώνης ο Κουκουλιώτης βλαμμένος….

Και μετά το φονικό τι; Που να πάει και που να σταθεί; Μόνη της, και μ΄ένα μικρό παιδί να ζήσει;

Έριξε όπως – όπως το χώμα πίσω στον ανοικτό λάκκο, πήρε το παιδί αγκαλιά και άρχισε να τρέχει προς το χωριό. Φώναξε σε όλους το κακό που τους είχε βρει. Πώς ήταν ο άντρας βαριά χτυπημένος από ληστές. Και η ίδια βέβαια άγρια χτυπημένη. Ληστές που ήρθαν να πάρουν ότι είχαν πάνω τους, καθώς ξεκίνησαν εκείνη την μέρα να πάνε στα χωράφια τους, μακριά από το χωριό, στα ριζά του βουνού. Είχε βγει φήμη πως ο Αντώνης είχε γυρίσει στο χωριό του με λίρες. Ποιος να ήταν άραγε ιδέα δεν είχε. Δυστυχώς τον άντρα της τον εχθρεύονταν πολλοί. Πήγαν αρκετοί μαζί της πίσω να τον βοηθήσουν, να τον φορτώσουν και να τον κουβαλήσουν στο χωριό.

Ο γιατρός είπε θα ζήσει. Τυχερός μέσα στην ατυχία του, είχε αποφύγει το μοιραίο. Όμως ελπίδα να γίνει όπως πριν δεν υπήρχε καμία. Θα έμενε για πάντα παράλυτος, δεν θα μπορούσε να ορίσει την δεξιά μεριά, δεν θα μπορούσε να μιλήσει, να αγκαλιάσει και να χαρεί την γυναίκα του…

Όμως τι γινόταν μέσα στο μυαλό του κανείς δεν ήξερε να πει. Μπορεί να τα καταλάβαινε όλα και όλους γύρω του ή μπορεί και να ζούσε στο κενό.

Όταν καταλάγιασε λίγο το πράμα, ησύχασε ο κόσμος, οι χωροφύλακες και το χωριό, η γυναίκα είπε σε όλους πως μόνη της θα τον έπαιρνε στο σπίτι τους τον άτυχο τον άντρα της, να τον περιποιείται. Όταν γύρισαν όλοι στις έγνοιες τους κι όταν καινούριες ειδήσεις έφεραν ενδιαφέρον στο χωριό, καθάρισε ένα δώμα δίπλα στον σταύλο. Το είχαν βοηθητικό κι εκεί παλιά αποθήκευαν τις τροφές των ζώων. Άπλωσε λίγο άχυρο για να μην του αποτελειώσει τα κόκκαλα η υγρασία, ακούμπησε στη γη πλάι του ένα κύπελο για το νερό και ένα για το ψωμί. Όπως τα ζώα. Έστελνε το παιδί να του γεμίζει τα κύπελλα, για να το βλέπει που μεγάλωνε και ψήλωνε και γίνονταν άντρας.

Ένα βράδυ που το παιδί έλειπε σε δουλειά, πήγε αυτή να του γεμίσει τα κύπελλα. Τον είδε από μακριά σα ζώο, να σέρνεται χάμω, βρόμικος και υπάνθρωπος. Του έριξε το βλέμμα για μια στιγμή και εκεί ήταν σίγουρη πως διάβασε στα μάτια του, πως ο τάφος, ακόμα και πίστομα, θα ήταν γι’ αυτόν προτιμότερος.

Κοίταξε ψηλά στον ουρανό και της φάνηκε πως τον είδε, τον Άγγελο φύλακα και τιμωρό. Και ήσυχη γύρισε στο σπίτι της…