Ένας ωραίος Κυριακάτικος γάμος

Είχε ξημερώσει μια υπέροχη Κυριακή. Ένα φως καθαρό κι ανεμπόδιστο φώτισε τη θάλασσα του Γαλαξιδιού. Χρυσάφι έλιωνε τα πρωινά καίκια, τα νεοκλασσικά με την ώχρα στους τοίχους και τις μωβ μπουκαμβίλιες στους κήπους. Το μουντό του χειμώνα είχε αμετάκλητα εξατμιστεί. Ο Απρίλης είχε έρθει γεμάτος υποσχέσεις. Ότι ωραίο είναι να κάνεις, μια τέτοια μέρα άξιζε να το κάνεις…

Ο Συνοδινός πάντρευε σήμερα τον γιό του. Είχε βουίξει όλο το Γαλαξίδι. Γάμος με πάνω από 500 άτομα, με Αθηναίους μα και με ξένους, από την Ευρώπη και την Αμερική, με ανθρώπους που είχαν έρθει από το εξωτερικό μόνο και μόνο για αυτόν τον γάμο! Το μυστήριο βέβαια θα γινόταν στην μεγάλη εκκλησιά του Γαλαξιδιού, στον Άγιο Νικόλαο, τον ναυτικό τους άγιο. Και μετά γλέντι στην βίλα των Συνοδινών. Οι ετοιμασίες είχαν αρχίσει από μήνες πριν, για να είναι όλα τέλεια τούτη την μέρα.

Κόντευε μεσημέρι. Καμιά τους δεν μπορούσε να καταλάβει, τι της είχε βρει επιτέλους και έφτασε μέχρι εδώ, μέχρι το γάμο. Τι είχε κάνει στην ζωή της η Κάτια και άξιζε μια τέτοια τύχη, χωρίς καν να προσπαθήσει. Τον είχε τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί -τον είχε βάλει κιόλας στο βρακί της. Ένας γαμπρός σκέτο κελεπούρι. Νέος και όμορφος, αρρενωπός και μαζί τρυφερός, και κυρίως ο μοναδικός κληρονόμος των Συνοδινών, μετοχές σε ναυτιλιακές, ποσοστά σε καράβια, ξένα αμοιβαία, επενδύσεις σε ξενοδοχεία. Είχε κάψει καρδιές.

Ήταν πολύ καλομαθημένος, για να κουραστεί στη ζωή και να πάρει αποφάσεις. Τις είχαν πάρει άλλοι για αυτόν. Δήθεν σπουδές στην Ιταλία –  μετά την κατρακύλα που είχε στο Λύκειο – σε πανεπιστήμιο τρίτης κατηγορίας, κάτι γενικό στα οικονομικά, και μετά μια καλή θέση στην Τράπεζα. Ο μπαμπάς καθάρισε με 1-2 τηλέφωνα σε γνωστούς. Μεγαλοδικηγόρος με γραφείο δίπλα στα δικαστήρια, με εξειδίκευση στο ναυτικό δίκαιο, με γνωριμίες μέσα στους εφοπλιστικούς κύκλος, και ποιος δεν του όφειλε μια εξυπηρέτηση. Αφού ο Δημήτρης δεν μπορούσε να τον διαδεχθεί στη δικηγορία, να επωφεληθεί από την ατέλειωτη πελατεία του – ούτε καν η καλές σχέσεις και οι δωρεές στο City College  του Λονδίνου δεν βοήθησαν-, έπρεπε να κατασκευαστεί ένα άλλοθι και ένα πειστικό alternative  για την λαμπρή καριέρα ενός λαμπρού γόνου. Μετά από καβγάδες κατέληξαν στην μόνη λύση, την Τράπεζα.

Εκείνη πάλι ήταν το εντελώς αντίθετο. Ταπεινή καταγωγή. Τόσο ταπεινή, που έπρεπε να ξεχαστεί. Γεννημένη στις εργατικές πολυκατοικίες μεγάλωσε με στερήσεις αλλά και με αυτάρκεια. Ήξερε τι ήθελε να κάνει στην ζωή της από μικρή. Έβαζε στόχους και τους κατέρριπτε εντυπωσιακά και με συνέπεια. Σπούδασε Γενετική με υποτροφία, έκανε το μεταπτυχιακό της με υποτροφία, φοίτησε σε ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο με υποτροφία. Οι ατέλειωτες ώρες μελέτης δεν άλλαξαν την Κάτια, δεν την στέγνωσαν από ζωή. Πέρα από μια λαμπρή επιστήμονας, ήταν μια όμορφη νέα κοπέλα, που θα μπορούσε να κάνει ευτυχισμένο έναν άνδρα, με έναν ουσιαστικό και πραγματικό τρόπο. Τώρα βέβαια, μετά τον γάμο της, δεν θα είχε ανάγκη να εργαστεί. Ή μήπως όχι;

Αυτά συζητούσαν χαμηλόφωνα οι φίλες της Κάτιας, βλέποντας τον ζευγάρι, που είχε έρθει, να χαιρετήσει τους φίλους  και τις φίλες. Όλες κοντά στα τριάντα, είχαν εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό για τον τέλειο σύζυγο, για το θύμα που θα τους εξασφάλιζε μια άνετη ζωή και ένα κοινωνικό status.  To brunch στον κήπο του ξενοδοχείου σερβιριζόταν πλουσιοπάροχο, σε όλους τους φίλους του ζευγαριού, που είχαν έρθει για τον γάμο και που έμεναν – σαν καλεσμένοι  φυσικά – στο πεντάστερο ξενοδοχείο.  Ένας ατέλειωτος μπουφές είχε στηθεί με όλες τις τοπικές νοστιμιές, με ελληνικές γεύσεις, με μυρωδιές και χρώματα που μεθούσαν. Και ήταν το γεύμα αυτό απαραίτητο, μετά το χθεσινό ξενύχτι, στο ολονύχτιο bachelor party  του γαμπρού.

Η νύφη βέβαια είχε κάνει κάτι πιο μαζεμένο. Μια ευχάριστη βραδιά με τις φίλες της στην βίλα που τους είχε νοικιάσει η οικογένεια του Δημήτρη, ακριβώς δίπλα στην δική τους, λίγο έξω από την πόλη. Κάπως ξενέρωτη την βρήκαν…

  • «Κάτια, δεν μας είπες τι θα κάνεις μετά το γάμο. Θα σταματήσεις το διδακτορικό σου φαντάζομαι. Δεν θα έχεις χρόνο για κάτι τέτοιο, έτσι δεν είναι; Μια παντρεμένη γυναίκα και με τόσες κοινωνικές υποχρεώσεις..» ρώτησε με νόημα η Μαίρη, μια από τις συμμαθήτριες στο Πανεπιστήμιο.
  • «Δεν έχω σκοπό να σταματήσω την έρευνά μου. Δεν βλέπω και τον λόγο. Ο Δημήτρης ξέρει τι γυναίκα παίρνει, πόσο αγαπώ την επιστήμη μου. Και ο χρόνος να ξέρεις δεν είναι ποτέ πρόβλημα. Τον χρόνο – όταν θέλουμε – τον φτιάχνουμε.» απάντησε η Κάτια με ήσυχη και σταθερή φωνή. Και ήταν η σταθερότητα αυτή, που το έκανε όλο αυτό τόσο πραγματικό και σίγουρο.

Το ζευγάρι άστραφτε στην ευτυχία του! Το έβλεπες στο βλέμμα του Δημήτρη όταν την κοίταζε, πώς ούτε ο ίδιος δεν το πίστευε, πως τον αγαπούσε μια τέτοια γυναίκα. Ίσως γιατί αυτός καλύτερα από όλους το γνώριζε πόσο λίγο το άξιζε κάτι τέτοιο… Γιατί όλοι και όλες – όσο κι αν το έλεγαν χαμηλόφωνα, στο τέλος το παραδέχονταν και το έλεγαν και δυνατά– πως αυτή η κοπέλα τραβούσε τον δρόμο στη ζωή μόνη της, με δικές της δυνάμεις και χωρίς εκπτώσεις και φτήνεια. Και δεν παρέκλεινε ποτέ από την πορεία. Είχε δίκιο λοιπόν ο Δημήτρης. Λίγες ώρες ακόμη και η ζωή τους, θα ήταν δεμένη για πάντα!

Η Κάτια δεν κατάλαβε πότε τον πρόσεξε για πρώτη φορά. Μάλλον τον έπιασε η άκρη του ματιού της, έτσι ψηλό και αδύνατο, με τα χάλκινα μαλλιά του και τα απελπισμένα μάτια του. Στις 3 το μεσημέρι της πρώτης Κυριακής του Απρίλη, η Κάτια πάγωσε.

Σηκώθηκε και επί τούτου προχώρησε προς το μέρος του, να ελέξγει μην είχε κάνει λάθος. Κι όμως δεν είχε κάνει λάθος, ήταν ο Μάρκος. Καθώς πέρασε από κοντά του, με το βλέμμα όμως καρφωμένο στο πάτωμα, εκείνος της έπιασε το χέρι και της σφύριξε μέσα από το δόντια.

  • « θέλω να σου μιλήσω. Βγες στον δρόμο, που πάει προς Αθήνα. Θα δεις το αμάξι μου στα εκατό μέτρα. Μπες μέσα και περίμενέ με».
  • «Δεν θα’ σαι με τα καλά σου. Γιατί ήρθες εδώ; Δεν θα πάω πουθενά, σήμερα είναι ο γάμος μου… Δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο στον άντρα μου.» είπε εκείνη.
  • « Ώστε μόνον εκείνον σκέφτεσαι… Όχι εμάς. Όχι τον έρωτά μας. Όλα αυτά που είχαμε… Θέλω να σου μιλήσω. Αν δεν έρθεις τώρα, θα κάνω φασαρία…»
  • « Εντάξει» είπε η Κάτια νικημένη. Ήταν σίγουρα άγρια πιωμένος. Πώς οδήγησε στ’ αλήθεια τόσες ώρες σε τόσο κακό δρόμο;

Έφυγε γελαστή και πήγε στον Δημήτρη. Είπε μια αδέξια δικαιολογία για την κομμώτρια, που είχε έρθει νωρίτερα και έτσι έπρεπε να φύγει. Τον φίλησε, να σταματήσει το τρέμουλο που ένιωθε μέσα της,  να σιγουρευτεί κι η ίδια πως τον αγαπάει όσο θα έπρεπε. Και έφυγε.

Το αμάξι του Μάρκου , ένα σπορ παλιό ρημάδι, ήταν παρκαρισμένο παράλληλα στον δρόμο, πίσω από μια συστάδα δέντρων. Άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και κάθισε στο κάθισμα. Καθόταν λοιπόν ξανά σε αυτήν τη θέση. Τόσα χρόνια μετά.

Την κοίταζε με το βλέμμα του παιδιού που θέλει συγχώρεση. Όπως κοιτάζει ένας πιστός την εικόνα και λέει από μέσα του μια προσευχή. Κι ίσως κι εκείνος ο όμορφος και απελπισμένος, νέος άντρας, να έλεγε από μέσα του μια προσευχή. Όχι στον Θεό που πίστευε – γιατί δεν πίστευε. Ούτε σε κάποια αγία της θρησκείας του – γιατί θρησκεία δεν είχε. Αλλά μια προσευχή στο μόνο πρόσωπο που πίστευε, σε εκείνη…. Τι πόλεμος γινόταν στην ψυχή και στο μυαλό του… Χώθηκε στην αγκαλιά της με απελπισία και με φιλιά και δάκρυα προσπαθούσε να της θυμίσει τον έρωτα, που είχαν ζήσει οι δυο τους. Έναν έρωτα, που δεν ήταν αυτού του κόσμου.

Η μυρωδιά του ήταν η μυρωδιά του βρεγμένου δάσους. Το χρώμα των μαλλιών του – λιωμένος χαλκός – ήταν όλα τα δειλινά του κόσμου. Οι χτύποι της καρδιάς του, πάνω στο στήθος της, πάνω στην καρδιά της, είχαν γίνει το ρολόι, που μέτραγε τον χρόνο στον κόσμο. Το κορμί του την ζέσταινε ως μέσα στην ψυχή της. Δυο άνθρωποι έχουν πάρα πολλούς καλούς λόγους, για να χωρίσουν. Δύο ψυχές, όμως, ποτέ.

  • «Θέλω να πάω πίσω τώρα» τον παρακάλεσε.
  • «Ας πάμε μια βόλτα να ηρεμήσουμε λίγο και να μιλήσουμε», της πρότεινε. Την εκλιπαρούσε για λίγο χρόνο ακόμα.

Η Κάτια δεν είπε τίποτε και εκείνος το πήρε για καλό σημάδι και έβαλε μπροστά. Πήραν τον δρόμο για Αθήνα.

Την ίδια ώρα, στην βεράντα του ξενοδοχείου, η καλύτερη φίλη της νύφης πρόσεξε την μοναξιά του Δημήτρη και του πρόσφερε ένα ποτό. Οι δυο εραστές είχαν συμφωνήσει σε μια κοινή ομερτά για το καλό της Κάτιας. Άλλωστε αυτό που είχαν η Ντέπυ και ο Δημήτρης ήταν πολύ ώριμο,  ήταν κάτι έξω από σχέσεις και συναισθηματισμούς. Είχε να κάνει με την ηδονή και με την απόλαυση. Άνθρωποι σαν και τους δυο τους, το καταλάβαιναν αυτό πολύ καλά. Και δεν χρειαζόταν να το διακόψει κανένας γάμος.

Όμως ο Δημήτρης ήταν σήμερα λίγο διαφορετικός. Ξαφνικά ένιωσε πολύ έντονη την έλλειψη της Κάτιας. Την χαιρέτησε κι έκανε να φύγει.

  • «Πάμε μια βόλτα» του πρότεινε. «Η νύφη θα ετοιμάζεται για ώρες κι εδώ είναι ήδη βαρετά. Ο γαμπρός δεν θέλει πάνω από μια ώρα να ετοιμαστεί. Πάμε να δούμε πόσο πιάνει το καινούριο αμάξι σου στις στροφές;»

Ο Δημήτρης αγαπούσε την ταχύτητα και τα ακριβά και γρήγορα αυτοκίνητα και η Ντέπυ ήταν μια γυναίκα, που επιτέλους συγκινούνταν από αυτά. Ήταν ωραίο να παίρνεις τις στροφές με 120 χλμ/ωρα και να έχεις μια ωραία και πρόθυμη γυναίκα δίπλα σου. Άρχισε να χαλαρώνει ευχάριστα.

Την ίδια στιγμή, στον γεμάτο δρόμο στροφές, που ένωνε το ταπεινό Γαλαξίδι με την Αθήνα, ένα αυτοκίνητο κινούνταν με μικρή σχετικά ταχύτητα…

  • « Μάρκο, θέλω να ξέρεις πως σε αγάπησα πολύ, αλλά αυτό που είχαμε έχει τελειώσει. Αγαπώ τον Δημήτρη πολύ και θέλω να τον παντρευτώ. Δεν θέλω να γίνεις εμπόδιο.»

Ωραίο τρόπο έβρισκε η Κάτια να τον πληγώνει, να βγαίνει πάντα από πάνω.

  • « Αν είναι το ποτό το πρόβλημα, να ξέρεις ότι έχω ξεμπερδέψει με αυτό. Και με όλα τα άλλα. Θα ξεκόψω απ’ όλα και θα κάνουμε μια καινούρια αρχή μαζί. Θα αφήσω τη μουσική. Θα βρω άλλη δουλειά. Μια κανονική δουλειά. Δεν μπορώ να σε χάσω…»

Στην τελεσίγραφη άρνησή της, πήρε την απόφαση. Έκανε επιτόπου αναστροφή. Και πάτησε το γκάζι.

Με όριο τα 50 χιλιόμετρα την ώρα στην στροφή, ενώ είχε ήδη γεμίσει την τετάρτη με 100, δεν είχε καμιά επιλογή, για να μπορέσει ν’ αποφύγει το αμάξι που ερχόταν. Άγριο γκάζι, το απέναντι, cabrio Z4, έκανε τις στροφές ευθείες.

  • «Θα σκοτωθούμε» είπε η Κάτια με σιγουριά.

Ο Μάρκος άρχισε να κατεβάζει ταχύτητα κι έκοψε το τιμόνι δεξιά, στην μπάρα του δρόμου. Το αμάξι χτύπησε με το δεξί πλευρό στην τσιμεντένια μπάρα του δρόμου και μετά άρχιζε να στριφογυρίζει και να ξαναχτυπά πάνω στο μπετόν. Τελικά όμως κατέληξε με το αριστερό πλευρό στο απέναντι αυτοκίνητο.

Αυτό που πάγωσε την Κάτια δεν ήταν αυτή η πορεία στον θάνατο. Αυτό το είχε ήδη διαγνώσει. Το ένοχο βλέμμα του Δημήτρη, όμως, όπως την κοίταζε, καθώς και το οικείο άγγιγμά του στο κορμί της ξανθιάς γυναίκας, που καθόταν στο κάθισμα δίπλα του – τόσο οικείο και παθιασμένο – ήταν πιο πολύ από θάνατος.

Για έναν τέτοιο άνθρωπο λοιπόν ξόδεψε μια αγάπη…

Έκλεισε τα μάτια με απελπισία, πήρε το τιμόνι από τα χέρια του Μάρκου και πάτησε με το αριστερό της πόδι το γκάζι μέχρι τέρμα.

Φρεντερίκο Γκαρσία Λόρκα – Ο ματωμένος γάμος

Είδα τον «Ματωμένο Γάμο» του Λόρκα στην τελευταία του διασκευή για την μεγάλη οθόνη, στην μεγάλη διεθνή – μα κατά βάση ισπανική – παραγωγή.

Κανείς μπορεί να αναρωτηθεί

  • «Γιατί να θέλει κάποιος να μεταφέρει σήμερα στην μεγάλη οθόνη ένα τόσο κλασσικό θεατρικό έργο;»
  • « Τι κοινό μπορεί να έχει μια κλασσική ιστορία ερωτικού τριγώνου, εγκλωβισμένου στα δεσμά ενός ξεπερασμένου, ως ένα βαθμό, μυστηρίου και θεσμού, όπως ο γάμος, με την κοινωνία του 21ου αιώνα;»
  • «Ποιος θα σκότωνε σήμερα από έρωτα;»
  • «Ποιος θα παραδεχόταν ότι ανήκει στον άλλο γιατί έχει δεθεί μαζί του με τα δεσμά του γάμου;»
  • «Ποιος θα αγαπούσε σήμερα μόνο μια φορά;»

Η σύγχρονη διασκευή του έργου του Λόρκα είναι ιδιαίτερα παραδοσιακή. Μια κόρη που υπακούει στον πατέρα, ένας γιος που αγαπά και σέβεται μια χήρα μάνα, μια κοπέλα που περιμένει πώς και πώς να παντρευτεί, γυναίκες που οικειοθελώς θα κλειστούν σε δύο μέτρα τοίχο μετά τον γάμο τους, άντρες που περιμένουν να τελεστεί το μυστήριο του γάμου, για να βρεθούν ερωτικά με την γυναίκα που έχουν τόσο επιθυμήσει…

Τίποτα δεν μοιάζει να αναφέρεται και να αφορά την σύγχρονη εποχή.

Μια ιστορία που αναφέρεται μόνο στο χθές; Αναρωτιέμαι… Τόσο τραβηγμένο λάθος από τη σκηνοθέτη; Και γιατί;

Τα αρχέγονα συναισθήματα ίσως να μοιάζουν με το DNA. Υπάρχουν μέσα στους ανθρώπους και τους ενώνουν με το παρελθόν. Κι ας εξελίσσονται εκείνοι. Κάποια μόρια μένουν τα ίδια χιλιάδες χρόνια.

Βλέποντας την ταινία, που απευθύνεται στο συναίσθημα και στην αισθητική μας, νιώθει κανείς τα ίδια αδιέξοδα που υπάρχουν σήμερα στις σχέσεις. Στην οικογένεια. Στον έρωτα. Που υπήρχαν και εχθές. Και που θα υπάρχουν και αύριο.

Και το δίλημμα είναι το ίδιο ανά τους αιώνες.

  • «Έρωτας ή Θάνατος; »

Και η απάντηση μπορεί να χρειαστεί και μια ολόκληρη ζωή για να βρεθεί.

Θα πρότεινα στον καθένα να δει την ταινία…

Μα πιο πολύ θα του πρότεινα να διαβάσει τον μεγάλο ποιητή. Να διαβάσει Φρεντερίκο Γκαρσία Λόρκα.

Διαβάζοντας Έρνεστ Χέμινγουέι – Αποχαιρετισμός στα όπλα

“Η ζωή, η απλή ζωή, η ζωή εν καιρώ ειρήνης μπορεί να κάνει εγκλήματα μεγαλύτερα από τον πιο αιματηρό πόλεμο.”

Ο Χέμινγουέι γράφει το βιβλίο αυτό σαν ένας μεγάλος αναρχικός. Σαν ένας άνθρωπος που αμφισβητεί και καθαιρεί την εξουσία. Δεν νοιάζεται για τα γεγονότα του πολέμου, για τις μάχες και τις τοποθεσίες. Αν και τις γνωρίζει πολύ καλά. Νοιάζεται και γράφει για τα συναισθήματα των ανθρώπων, που ζουν το πόλεμο θέλοντας και μη. Για τον φόβο τους, για την αποστροφή προς τον θάνατο, για τους νόμους της στρατιωτικής πειθαρχίας και υπακοής. Για το πώς γίνεται ένας απλός άνθρωπος, ήρωας. Για την ματαιότητα – και καμιά φορά – για την γελοιότητα του θανάτου. Για την αλληλεγγύη, την φιλία και το μοίρασμα και πώς οι δύσκολες συνθήκες του πολέμου γεννούν μια άλλη ηθική και άλλα πιο δυνατά συναισθήματα.

Ένας γενναίος στρατιώτης, τόσο ικανός, που επιβιώνει σε τόσες μάχες και τελικά χάνει την ζωή του βλακωδώς, από φίλια πυρά, κατά την υποχώρηση. Ένας άλλος που κερδίζει μετάλλιο ανδρείας, για τον τραυματισμό του σε μια μάχη, την οποία απλά παρατηρούσε. Σε μια μάχη που δεν συμμετείχε ποτέ. Άλλος που υπομένει για χρόνια την παράνοια της στρατιωτικής πειθαρχίας και λιποταχτεί κατά την υποχώρηση, ενώ στην πραγματικότητα ο πόλεμος είχε τελειώσει.

Ο Χέμινγουέι μας περιγράφει την απελπισία των ευαίσθητων και καλλιεργημένων ανθρώπων, ενός γιατρού για παράδειγμα και ενός κατ’επιλογήν παππά, μπροστά στο παράλογο του πολέμου, της επικράτησης του ενός έθνους πάνω στο άλλο, στην αθλιότητα της εξουσίας και της στρατιωτικής ιεραρχίας.

Μας περιγράφει την αυταπάρνηση κάποιων άλλων, ρομαντικών ανθρώπων, που – σαν τον ήρωα του βιβλίου – αφήνουν της σιγουριά της πατρίδας – υπερδύναμης και την σιγουριά της οικογένειας με την υψηλή οικονομική και πολιτική θέση και υπηρετούν έναν ευγενικό σκοπό, απαρνούμενοι τα πάντα.

Και μέσα σε όλα, και μέσα στον πόλεμο υπάρχει πάντα ο έρωτας. Ο έρωτας που είναι πάντα ο ίδιος είτε στα χρόνια της ειρήνης είτε στα χρόνια του πολέμου. Και είναι πάντα πιο σκληρός και πιο αμείλικτος από τον πόλεμο.

Γιατί τελικά μόνο ο έρωτας σκοτώνει στ’αλήθεια – όχι ο πόλεμος.

“Το μαύρο βιβλίο” – του Ορχάν Παμούκ – ένα βιβλίο για εκείνους που γράφουν

Για το καλό βιβλίο, λένε, πως θα έρθει να σε βρει, την στιγμή ακριβώς, που το χρειάζεσαι πιο πολύ. Θα έρθει να σε βρει, για να σου δώσει απαντήσεις. Μια πιο πολύ, για να σε βοηθήσει να θέσεις τα ερωτήματα. Και μετά – αν είσαι τυχερός – να αφήσει να βρεις τον εαυτό σου μέσα από τις αλήθειες του.

Σε ένα χριστουγεννιάτικο, φιλανθρωπικό παζάρι, όταν όλοι αγοράζουν στολίδια και παιχνίδια και γλυκά, εγώ κάνω ένα κρυφό δώρο στον εαυτό μου – αγοράζω μαζικά τα βιβλία όλης της χρονιάς (ή περίπου όλης της χρονιάς, καθώς ποτέ δεν είναι αρκετά και καθώς ποτέ δεν κρατιέμαι να μην αγοράσω κι άλλα). Ανάμεσα σε άλλα υπήρχε σε πολύ καλή τιμή «Το μαύρο βιβλίο» του Ορχάν Παμούκ.

Έχω ανακαλύψει και αγαπήσει τον Ορχάν Παμούκ εδώ και χρόνια από το Χιόνι του και από την Καινούρια Ζωή. Με γαληνεύει η μελαγχολική γραφή του, η ροή που είναι αργή, ο χρόνος που περνάει τεμπέλικα, όπως τεμπέλικα γίνονται όλα στην Ανατολή. Δεν τον είχα διαβάσει για καιρό τελευταία.

Δεν είχα ιδέα για το θέμα, που διαπραγματευόταν το Μαύρο Βιβλίο. Δεν περίμενα ότι κάποιος τόσο μεγάλος συγγραφέας, κάτοχος του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, θα έγραφε τόσα πολλά για το θέμα αυτό: για το θέμα του να γίνει κανείς συγγραφέας.

Ποιο είναι το τίμημα και ποια είναι η ανάγκη;

Ποιο κομμάτι της ιστορίας που γράφει ο συγγραφέας είναι αληθινό, ποιο είναι μυθοπλασία;

Ποιος προηγείται: η πραγματική ζωή, ή η ιστορία που γράφεται από τον συγγραφέα;

Αυτό που γράφει ο συγγραφέας είναι η ιστορία της ζωής του, οι εμπειρίες του, οι πληγές του, τα παιδικά του τραύματα;

Ή μήπως η ζωή του ακολουθεί με σκηνοθετικό τρόπο αυτά που γεννήθηκαν στην φαντασία του, αυτά που έγραψε. Μήπως η ιστορία μετατρέπεται σε πραγματικότητα, στην πραγματικότητά του, σε αυτήν την ζωή που είναι καταδικασμένος να ζήσει;

Και οι αγαπημένοι άνθρωποι; Πόσο πληγώνονται από την έκθεση; Πόσο πληγώνονται όταν στα γραπτά του βλέπουν τον χαρακτήρα τους, τα βιώματά τους, τα ελαττώματά τους, τις δυστυχίες τους, τις αδυναμίες τους; Μήπως ο συγγραφέας με την γραφή του φέρνει την δυστυχία σε όλους τους δικούς του ανθρώπους; Και τελικά, μήπως για αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι καταδικασμένος στην αιώνια μοναξιά; Είναι καταδικασμένος να ζει μόνος;

Ο Ορχάν Παμούκ στο Μαύρο Βιβλίο, μέσα από τα λόγια ενός από τους πρωταγωνιστές του βιβλίου το λέει απλά:

«Αυτός που γράφει είναι διάβολος μαζί και άγγελος.»

Η συγγραφή ή ίσως πιο σωστά η διήγηση μιας ιστορίας  – κατά τον Ορχάν Παμούκ (και ίσως και σύμφωνα με την Ανατολική φιλοσοφία) είναι ο μόνος δρόμος για να βρει κανείς τον εαυτό του.

Ένας χαρακτηριστικός δεύτερος χαρακτήρας του βιβλίου, ρωτάει με επιμονή τον μεγάλο συγγραφέα

  • «Εσείς πως καταφέρνετε να είστε ο εαυτός σας;»

Κι όταν ο μεγάλος συγγραφέας προσπαθεί να ξεγελάσει εκείνον που έθεσε το ερώτημα αλλά και όλους τους άλλου, με μια πληρωμένη απάντηση, η μόνη πραγματική απάντηση δίνεται απλά ως εξής.

  • «Κάποιος γίνεται πραγματικά ο εαυτός του μόνο όταν διηγείται τις ιστορίες του.»

Κάτι τέτοιο ίσως να ήθελε να πει και ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, σε μια κουβέντα του, όταν είπε πως η ζωή δεν είναι ότι συνέβει, ούτε ότι θυμόμαστε.

  • «Η ζωή είναι αυτό που μπορούμε να διηγηθούμε, όταν όλα έχουν γίνει και όταν όλα έχουν τελειώσει.»

Δηλαδή η ζωή είναι η ιστορία μας και ο τρόπος που θα το διγηγηθούμε. Και ίσως αυτό να είναι λυτρωτικό. Γιατί έτσι ο καθένας μας είναι ένας εν δυνάμει συγγραφέας.

Και ο αναγνώστης;

Ποια είναι η σχέση του αναγνώστη με τον συγγραφέα; Και δεν μιλάμε εδώ για τον απλό, ανίδεο αναγνώστη αλλά για τον πιστό, αφοσιωμένο, ορκισμένο αναγνώστη, που αγαπά και έχει διαβάσει ολοκληρωτικά έναν συγγραφέα.

Εδώ ο Ορχάν Παμούκ γίνεται εφευρετικός, ειρωνικός και συμβολικός. Αγγίζει την πλοκή και τα κόλπα ενός αστυνομικού μυθιστορήματος.

Ο ένας μεγάλος θαυμαστής – αναγνώστης γίνεται ο καθρέφτης του συγγραφέα. Κλέβει τη ζωή του, μπαίνει στην θέση του, γίνεται εν τέλει εκείνος συγγραφικά, αφού πρώτα έχει χάσει ότι πιο πολύτιμο είχε στην ζωή. Ο συγγραφέας του κλέβει την μεγάλη του αγάπη. Του κλέβει την μόνη γυναίκα που έχει αγαπήσει στη ζωή του. Που την αγαπάει από μικρό παιδί. Και ο αναγνώστης σε αντίποινα παίρνει την θέση του στα άρθρα και στα βιβλία. Η αγάπη αντάλλαγμα για το ταλέντο; Η ευτυχία αντάλλαγμα για την δόξα;

Ο άλλος μεγάλος θαυμαστής – αναγνώστης γίνεται ο τιμωρός. Αφού καταλάβει μέχρι τέλους το άσχημο παιχνίδι, που κατά την γνώμη του, έχει παίξει απέναντι σε όλους, αλλά κυρίως απέναντι στον πιστό αναγνώστη, ο συγγραφέας, αφού δει την ατιμία του συγγραφέα από σε άκρη σε άκρη,  τον τιμωρεί με τελεσίδικο και μη αναστρέψιμο τρόπο. Του αφαιρεί την ζωή.

«”Γιατί τίποτα δεν είναι τόσο καταπληκτικό όσο η ζωή. Εκτός από το γράψιμο. Εκτός από το γράψιμο. Ναι βέβαια, εκτός από το γράψιμο, τη μόνη παρηγοριά”.

Τόμας Μαν – Το μαγικό βουνό Κριτική για ένα κλασσικό βιβλίο

«Το μαγικό βουνό» ήταν για μένα μια πολύ μεγάλη έκπληξη! Αν υπάρχουν βιβλία που μπορούν να ονομαστούν κλασσικά , θα πρέπει να μοιάζουν με «Το μαγικό βουνό». Κατά την γνώμη μου, το βιβλίο αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα της Κλασσικής Λογοτεχνίας – όπως ένα έργο του Μπετόβεν είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα της Κλασσικής Μουσικής.

Η πλοκή είναι απλή και μάλλον αργή. Ένας νέος, από καλή, συντηρητική, γερμανική οικογένεια, αλλά δυστυχώς ορφανός πολύ νωρίς από γονείς, επισκέπτεται τον άρρωστο με φυματίωση εξάδελφό του σε ένα σανατόριο της Γερμανίας, του γίνεται διάγνωση για πνευμονική πάθηση και μένει στο σανατόριο 7 χρόνια. Περνά την νεότητά του και τον πρώτο του έρωτα εκεί. Φεύγοντας από το σανατόριο και εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου γίνεται εθελοντής. Δεν γνωρίζουμε αν σκοτώθηκε στον πόλεμο ή όχι. Και η απόφασή του αυτή είναι, κατά κάποιον τρόπο, η τραγική ειρωνία του έργου.

Όμως το θέμα του βιβλίου δεν είναι καθόλου η πλοκή. Ο Τόμας Μαν βρίσκει μια αφορμή, μια απλή – και ίσως βαρετή – ιστορία και μέσα από αυτήν μας τα λέει όλα.

Μιλάει για την ζωή και το θάνατο. Κι ακόμα μιλάει για τον σκοπό της ζωής. Ποιος έζησε πιο αυθεντικά? Ο άρρωστος που περιορίστηκε για χρόνια σε ένα βουνό, με τον εγκλεισμό του σε ένα σανατόριο, αφήνοντας τα όνειρά του για μόρφωση, καριέρα και οικογένεια και τελικά με τον τρόπο αυτό επιβίωσε ή εκείνος που πήρε το ρίσκο, αψήφησε την ιατρική γνωμάτευση, κυνήγησε το όνειρό του, έγινε αυτό που ήθελε, στον βαθμό που του το επέτρεψε τη ταραγμένη του υγεία, και τελικά πλήρωσε με την ζωή του την επιλογή του αυτή?

Μιλάει για την υγεία, την αρρώστια και τον ρόλο της επιστήμης. Η ιατρική στην υπηρεσία του ανθρώπου που προσπαθεί να τον ιάσει, με μεγάλο τίμημα, που μπορεί να κάνει λάθη – που μπορεί να στοιχίσουν ζωές – που δεν είναι δίκαιη και ίδια απέναντι σε όλες τις οικονομικές τάξεις, που είναι τελικά προνόμιο των πλουσίων, που μπορεί να έχει και μια πλευρά καθαρής, οικονομικής εκμετάλλευσης.

Μιλάει για την ευθανασία, την αξιοπρέπεια στον θάνατο και την επιθυμία για πραγματική ζωή. Πόσο διαφορετική είναι αυτή για κάθε άνθρωπο. Πώς ο φόβος του θανάτου μπορεί να κάνει δούλο – ακόμα και να γελοιοποιήσει – έναν άνθρωπο πλήρη ημερών και πόσο γενναία μπορεί αντίθετα να τον αντιμετωπίσει ένας νέος άνθρωπος ή ακόμα κι ένα παιδί που έχει θεωρητικά κάθε δικαίωμα στην ζωή.

Μιλάει για την ιδρυματοποίηση και για την ένταξη στο σύστημα, όποιο κι είναι αυτό. Πόσο ένα σύστημα ισοπεδώνει τον άνθρωπο, ισοπεδώνει τον ψυχισμό του, τον αποκτηνώνει, του καθορίζει τα ενδιαφέροντα, την ψυχαγωγία, τις επιλογές.

Μιλάει για την φιλία και για τους ανθρώπους που γίνονται μέντορές μας, για το πώς ο άνθρωπος με τον οποίο συνδεόμαστε είναι ουσιαστικά ο καθρέφτης μας. Πως η φιλία στηρίζεται και στηρίζει το αξιακό μας σύστημα. Πως γίνεται το στήριγμα μας.

Τέλος μιλάει για τον έρωτα, που είναι πάντα μαγικός, που δεν φοβάται τον θάνατο, την αρρώστια και τις κοινωνικές αποστάσεις. Που είναι τραγικός και αδιέξοδος και γι’ αυτό τον λόγο τελικά άφθαρτος.

Αυτό που με άγγιξε προσωπικά στο βιβλίου του Τόμας Μαν, ήταν η άποψή του – η εμμονή του, θα τολμούσε να πει κανείς – με τον χρόνο. Ένα βιβλίο γραμμένο 100 χρόνια πριν, περιγράφει κατά λέξη τις απορίες που συνεχίζει να έχει η ανθρωπότητα για τον χρόνο, για τον πως τον μετράμε, για το πώς τον αισθανόμαστε. Είναι ο χρόνος ο ίδιος για όλους. Είναι ο χρόνος ο ίδιος παντού στο σύμπαν? Σήμερα, ο χρόνος συνεχίζει να είναι το πιο κρίσιμο ερώτημα στην Θεωρητική Φυσική! Και μάλιστα τα ερωτήματα είναι ακριβώς έτσι διατυπωμένα…

Αυτό όμως δεν κάνει τελικά ένα βιβλίο να είναι κλασσικό? Το ότι είναι διορατικό, είναι πάντα επίκαιρο και θέτει ερωτήματα που είναι αιώνια.

P.S. Στις σκηνές που περιγράφουν το σανατόριο (τα δωμάτια, τα μπαλκόνια με την ωραία θέα όπου έκαναν κούρα κουκουλωμένοι με κουβέρτες οι ασθενείς, στο εστιατόριο) αναγνώρισα πολλά κινηματογραφικά αριστουργήματα (είδα εικόνες από έργα του Χίτσκοκ, από τον Αστακό του Λάνθιμου, από την φωλιά του Κούκου) και από στίχους τραγουδιών (Hotel California…) Χαμογέλασα και σκέφτηκα, πως – που ξέρεις – οι δημιουργοί τους ίσως είχαν διαβάσει «Το μαγικό βουνό» του Τόμας Μαν.

Το κατώφλι

freesisyfos

Τα σύννεφα είχαν κατεβεί πολύ χαμηλά, άγγιζαν θαρρείς τους ψηλούς μαντρότοιχους της φυλακής. Μουντό σκηνικό σε ακόμα πιο μουντή διάθεση, όλη η θλίψη του κόσμου μαζεμένη σε μερικά ζευγάρια μάτια που περίμεναν καρτερικά στον έλεγχο της φρουράς.

View original post 580 more words

Η κλέφτρα των βιβλίων – Κριτική σε μια ταινία και σε ένα βιβλίο

Poster.jpg.ashx

Συνήθως βλέπω τις ταινίες με χρονική καθυστέρηση… Σχεδόν ποτέ δεν έχω αρκετό χρόνο να τις απολαύσω στις αίθουσες, στην μεγάλη οθόνη. Η δουλειά, τα επαγγελματικά ταξίδια, οι προτεραιότητες που έχουν οι επαγγελματικές δραστηριότητες, το κάνουν δύσκολο, σχεδόν ακατόρθωτο.

Έτσι μένει η λύση του dvd/download από τους ιστότοπους που τις διαθέτουν στους χρήστες, ανά πάσα στιγμή και έναντι μικρού αντίτιμου ή των συνδρομητικών καναλιών. Με την επιλογή αυτή είδα πρόσφατα μια ταινία αρκετά γνωστή, «την κλέφτρα βιβλίων». Και ήταν η ταινία αυτή μια αποκάλυψη για μένα. Ίσως γιατί έχει την ποιότητα του εξαιρετικού κινηματογραφικού έργου, που επιπλέον στηρίζεται πάνω σε ένα  εξαιρετικό βιβλίο.

Με συνεπήρε στ’αλήθεια η ιστορία αυτού του μικρού, γενναίου κοριτσιού, που μέσα στην φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μέσα στην συνεχή αγωνία της πείνας και του ναζισμού, μέσα στον ανείπωτο πόνο από στην απώλεια όλων των αγαπημένων της – του αδελφού, μα και της μητέρας της – μέσα στον φόβο για το κακό, που μπορούσε το καθεστώς να κάνει στον θετό της πατέρα, εκείνη ανακαλύπτει την μεγάλη αγάπη της για τα βιβλία.

Καμία συνθήκη δεν ήταν υπέρ της. Η δίωξη των γονιών της λόγω των πολιτικών τους φρονημάτων την αναγκάζουν σε μια πρόωρη ορφάνια. Στην πιο τρυφερή ηλικία γίνεται – εκείνη μόνη – μάρτυρας στον θάνατο του αδελφού της από φυματίωση, και καταδικάζεται έτσι σε μια ζωή γεμάτη εφιάλτες. Και τέλος ο πόλεμος της στερεί την δυνατότητα να γράφει και να διαβάζει. Μέχρι και τα δέκα της δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει συστηματικά κάποια τάξη του σχολείου.

Κανένα από τα εμπόδια όμως δεν ήταν αρκετό. Στο σκοτεινό υπόγειο του σπιτιού των θετών γονιών της, με εργαλείο οποιοδήποτε άσχετο βιβλίο μπορούσε να κλέψει, εκείνη μαθαίνει γραφή και ανάγνωση. Τα βιβλία είναι μια ανάγκη της που –και να θέλει – δεν μπορεί να παραβλέψει.

Το πρωί μετά από τους βομβαρδισμούς, όταν τα συνεργεία σωτηρίας στην μικρή τους πόλη ψάχνουν και σώζουν πληγωμένους, όταν οι απελπισμένοι άνθρωποι γύρω της ψάχνουν και σώζουν ρούχα και ξύλα για την φωτιά, εκείνη ψάχνει και σώζει βιβλία. Και όταν το καθεστώς ρίχνει στην πυρά όλα τα βιβλία που δεν εγκρίνει και φοβάται, εκείνη δεν μπορεί να αντισταθεί. Τραβάει ένα βιβλίο από την φωτιά και το κρύβει στην αγκαλιά της.

Στον αγώνα της αυτό, έχει σύμμαχο και οδηγό τον θετό της πατέρα. Μέχρι που βρίσκει μια απρόσμενη σύμμαχο στο πρόσωπο της πλούσιας και απόμακρης κυρίας Δημάρχου, που στέλνει την μπουγάδα της στην θετή της μητέρα. Στο σπίτι του δημάρχου θα αντικρίσει με δέος μια σπάνια και τεράστια βιβλιοθήκη. Και την αγάπη του μικρού κοριτσιού για τα βιβλία θα τη νιώσει η άλλη μητέρα, που έχασε κι εκείνη ένα παιδί, που μοιραζόταν την ίδια λατρεία για το διάβασμα. Στο πρόσωπου του μικρού κοριτσιού, σκυμμένου πάνω σε ένα βιβλίο, θα βλέπει το γιο, που δεν γύρισε ποτέ από τον πόλεμο.

Όμως αυτός ο παράδεισος δεν θα κρατήσει πολύ, καθώς οι τάξεις και οι πολιτικές πεποιθήσεις, θα μπουν στην μέση και θα το διακόψουν.

Στην αγωνία για επιβίωση της θετής οικογένειας έρχεται να προστεθεί και το χρέος. Το χρέος για έναν νεαρό Εβραίο που πρέπει να σωθεί. Ο θετός πατέρας και η θετή μητέρα κάνουν μεγάλο αγώνα για ένα πιάτο φαγητό ακόμα, για ένα πάπλωμα και μια κουβέρτα, για λίγα ξύλα στην φωτιά. Η ανακάλυψη από τις αρχές σημαίνει θάνατο για όλους τους.

Όταν ο Μαξ, ο νεαρός Εβραίος  πέφτει βαριά άρρωστος, σε κώμα σχεδόν, μόνο το μικρό κορίτσι βρίσκει την θεραπεία. Δεν είναι το πιάτο ζεστό φαί που φέρνει η θετή μητέρα, ούτε το σκέπασμα που κουβαλά ο θετός πατέρας. Είναι η έμπνευση, τα συναισθήματα και οι εικόνες που γεμίζουν το δωμάτιο, όταν το μικρό κορίτσι διαβάζει ένα – ένα τα βιβλία που συστηματικά – και με κίνδυνο της ζωής της – κλέβει από την βιβλιοθήκη του Δημάρχου.

Το μικρό κορίτσι σώζει τον νεαρό Εβραίο με τις λέξεις. Γιατί κάποιοι άνθρωποι μόνο με τις λέξεις μπορούν να σωθούν.

Σκέφτηκα βλέποντας την ταινία, πως μόνο το βιβλίο μπορεί να μεταφέρει στον αναγνώστη αυτό το αίσθημα του δέους, που νιώθει ο αφηγητής του βιβλίου για το μικρό κορίτσι. Ένα δέος για την δύναμη της ζωής και της έμπνευσης απέναντι σε μια μελλοντική συγγραφέα, που συνεπήρε με τις ιστορίες της γενιές ολόκληρες και που σαν μικρό κορίτσι δεν ήξερε ούτε καν να διαβάζει. Ήταν απλά μια κλέφτρα βιβλίων.

Και έχει σημασία να πούμε εδώ πως ο αφηγητής του βιβλίου είναι ο ίδιος ο θάνατος. Ο θάνατος που καμιά φορά κι εκείνος συγκλονίζεται απέναντι στην δύναμη κάποιων ανθρώπων, κάποιων λέξεων και κάποιων βιβλίων.

kleftra2