Ένας ωραίος Κυριακάτικος γάμος

Είχε ξημερώσει μια υπέροχη Κυριακή. Ένα φως καθαρό κι ανεμπόδιστο φώτισε τη θάλασσα του Γαλαξιδιού. Χρυσάφι έλιωνε τα πρωινά καίκια, τα νεοκλασσικά με την ώχρα στους τοίχους και τις μωβ μπουκαμβίλιες στους κήπους. Το μουντό του χειμώνα είχε αμετάκλητα εξατμιστεί. Ο Απρίλης είχε έρθει γεμάτος υποσχέσεις. Ότι ωραίο είναι να κάνεις, μια τέτοια μέρα άξιζε να το κάνεις…

Ο Συνοδινός πάντρευε σήμερα τον γιό του. Είχε βουίξει όλο το Γαλαξίδι. Γάμος με πάνω από 500 άτομα, με Αθηναίους μα και με ξένους, από την Ευρώπη και την Αμερική, με ανθρώπους που είχαν έρθει από το εξωτερικό μόνο και μόνο για αυτόν τον γάμο! Το μυστήριο βέβαια θα γινόταν στην μεγάλη εκκλησιά του Γαλαξιδιού, στον Άγιο Νικόλαο, τον ναυτικό τους άγιο. Και μετά γλέντι στην βίλα των Συνοδινών. Οι ετοιμασίες είχαν αρχίσει από μήνες πριν, για να είναι όλα τέλεια τούτη την μέρα.

Κόντευε μεσημέρι. Καμιά τους δεν μπορούσε να καταλάβει, τι της είχε βρει επιτέλους και έφτασε μέχρι εδώ, μέχρι το γάμο. Τι είχε κάνει στην ζωή της η Κάτια και άξιζε μια τέτοια τύχη, χωρίς καν να προσπαθήσει. Τον είχε τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί -τον είχε βάλει κιόλας στο βρακί της. Ένας γαμπρός σκέτο κελεπούρι. Νέος και όμορφος, αρρενωπός και μαζί τρυφερός, και κυρίως ο μοναδικός κληρονόμος των Συνοδινών, μετοχές σε ναυτιλιακές, ποσοστά σε καράβια, ξένα αμοιβαία, επενδύσεις σε ξενοδοχεία. Είχε κάψει καρδιές.

Ήταν πολύ καλομαθημένος, για να κουραστεί στη ζωή και να πάρει αποφάσεις. Τις είχαν πάρει άλλοι για αυτόν. Δήθεν σπουδές στην Ιταλία –  μετά την κατρακύλα που είχε στο Λύκειο – σε πανεπιστήμιο τρίτης κατηγορίας, κάτι γενικό στα οικονομικά, και μετά μια καλή θέση στην Τράπεζα. Ο μπαμπάς καθάρισε με 1-2 τηλέφωνα σε γνωστούς. Μεγαλοδικηγόρος με γραφείο δίπλα στα δικαστήρια, με εξειδίκευση στο ναυτικό δίκαιο, με γνωριμίες μέσα στους εφοπλιστικούς κύκλος, και ποιος δεν του όφειλε μια εξυπηρέτηση. Αφού ο Δημήτρης δεν μπορούσε να τον διαδεχθεί στη δικηγορία, να επωφεληθεί από την ατέλειωτη πελατεία του – ούτε καν η καλές σχέσεις και οι δωρεές στο City College  του Λονδίνου δεν βοήθησαν-, έπρεπε να κατασκευαστεί ένα άλλοθι και ένα πειστικό alternative  για την λαμπρή καριέρα ενός λαμπρού γόνου. Μετά από καβγάδες κατέληξαν στην μόνη λύση, την Τράπεζα.

Εκείνη πάλι ήταν το εντελώς αντίθετο. Ταπεινή καταγωγή. Τόσο ταπεινή, που έπρεπε να ξεχαστεί. Γεννημένη στις εργατικές πολυκατοικίες μεγάλωσε με στερήσεις αλλά και με αυτάρκεια. Ήξερε τι ήθελε να κάνει στην ζωή της από μικρή. Έβαζε στόχους και τους κατέρριπτε εντυπωσιακά και με συνέπεια. Σπούδασε Γενετική με υποτροφία, έκανε το μεταπτυχιακό της με υποτροφία, φοίτησε σε ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο με υποτροφία. Οι ατέλειωτες ώρες μελέτης δεν άλλαξαν την Κάτια, δεν την στέγνωσαν από ζωή. Πέρα από μια λαμπρή επιστήμονας, ήταν μια όμορφη νέα κοπέλα, που θα μπορούσε να κάνει ευτυχισμένο έναν άνδρα, με έναν ουσιαστικό και πραγματικό τρόπο. Τώρα βέβαια, μετά τον γάμο της, δεν θα είχε ανάγκη να εργαστεί. Ή μήπως όχι;

Αυτά συζητούσαν χαμηλόφωνα οι φίλες της Κάτιας, βλέποντας τον ζευγάρι, που είχε έρθει, να χαιρετήσει τους φίλους  και τις φίλες. Όλες κοντά στα τριάντα, είχαν εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό για τον τέλειο σύζυγο, για το θύμα που θα τους εξασφάλιζε μια άνετη ζωή και ένα κοινωνικό status.  To brunch στον κήπο του ξενοδοχείου σερβιριζόταν πλουσιοπάροχο, σε όλους τους φίλους του ζευγαριού, που είχαν έρθει για τον γάμο και που έμεναν – σαν καλεσμένοι  φυσικά – στο πεντάστερο ξενοδοχείο.  Ένας ατέλειωτος μπουφές είχε στηθεί με όλες τις τοπικές νοστιμιές, με ελληνικές γεύσεις, με μυρωδιές και χρώματα που μεθούσαν. Και ήταν το γεύμα αυτό απαραίτητο, μετά το χθεσινό ξενύχτι, στο ολονύχτιο bachelor party  του γαμπρού.

Η νύφη βέβαια είχε κάνει κάτι πιο μαζεμένο. Μια ευχάριστη βραδιά με τις φίλες της στην βίλα που τους είχε νοικιάσει η οικογένεια του Δημήτρη, ακριβώς δίπλα στην δική τους, λίγο έξω από την πόλη. Κάπως ξενέρωτη την βρήκαν…

  • «Κάτια, δεν μας είπες τι θα κάνεις μετά το γάμο. Θα σταματήσεις το διδακτορικό σου φαντάζομαι. Δεν θα έχεις χρόνο για κάτι τέτοιο, έτσι δεν είναι; Μια παντρεμένη γυναίκα και με τόσες κοινωνικές υποχρεώσεις..» ρώτησε με νόημα η Μαίρη, μια από τις συμμαθήτριες στο Πανεπιστήμιο.
  • «Δεν έχω σκοπό να σταματήσω την έρευνά μου. Δεν βλέπω και τον λόγο. Ο Δημήτρης ξέρει τι γυναίκα παίρνει, πόσο αγαπώ την επιστήμη μου. Και ο χρόνος να ξέρεις δεν είναι ποτέ πρόβλημα. Τον χρόνο – όταν θέλουμε – τον φτιάχνουμε.» απάντησε η Κάτια με ήσυχη και σταθερή φωνή. Και ήταν η σταθερότητα αυτή, που το έκανε όλο αυτό τόσο πραγματικό και σίγουρο.

Το ζευγάρι άστραφτε στην ευτυχία του! Το έβλεπες στο βλέμμα του Δημήτρη όταν την κοίταζε, πώς ούτε ο ίδιος δεν το πίστευε, πως τον αγαπούσε μια τέτοια γυναίκα. Ίσως γιατί αυτός καλύτερα από όλους το γνώριζε πόσο λίγο το άξιζε κάτι τέτοιο… Γιατί όλοι και όλες – όσο κι αν το έλεγαν χαμηλόφωνα, στο τέλος το παραδέχονταν και το έλεγαν και δυνατά– πως αυτή η κοπέλα τραβούσε τον δρόμο στη ζωή μόνη της, με δικές της δυνάμεις και χωρίς εκπτώσεις και φτήνεια. Και δεν παρέκλεινε ποτέ από την πορεία. Είχε δίκιο λοιπόν ο Δημήτρης. Λίγες ώρες ακόμη και η ζωή τους, θα ήταν δεμένη για πάντα!

Η Κάτια δεν κατάλαβε πότε τον πρόσεξε για πρώτη φορά. Μάλλον τον έπιασε η άκρη του ματιού της, έτσι ψηλό και αδύνατο, με τα χάλκινα μαλλιά του και τα απελπισμένα μάτια του. Στις 3 το μεσημέρι της πρώτης Κυριακής του Απρίλη, η Κάτια πάγωσε.

Σηκώθηκε και επί τούτου προχώρησε προς το μέρος του, να ελέξγει μην είχε κάνει λάθος. Κι όμως δεν είχε κάνει λάθος, ήταν ο Μάρκος. Καθώς πέρασε από κοντά του, με το βλέμμα όμως καρφωμένο στο πάτωμα, εκείνος της έπιασε το χέρι και της σφύριξε μέσα από το δόντια.

  • « θέλω να σου μιλήσω. Βγες στον δρόμο, που πάει προς Αθήνα. Θα δεις το αμάξι μου στα εκατό μέτρα. Μπες μέσα και περίμενέ με».
  • «Δεν θα’ σαι με τα καλά σου. Γιατί ήρθες εδώ; Δεν θα πάω πουθενά, σήμερα είναι ο γάμος μου… Δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο στον άντρα μου.» είπε εκείνη.
  • « Ώστε μόνον εκείνον σκέφτεσαι… Όχι εμάς. Όχι τον έρωτά μας. Όλα αυτά που είχαμε… Θέλω να σου μιλήσω. Αν δεν έρθεις τώρα, θα κάνω φασαρία…»
  • « Εντάξει» είπε η Κάτια νικημένη. Ήταν σίγουρα άγρια πιωμένος. Πώς οδήγησε στ’ αλήθεια τόσες ώρες σε τόσο κακό δρόμο;

Έφυγε γελαστή και πήγε στον Δημήτρη. Είπε μια αδέξια δικαιολογία για την κομμώτρια, που είχε έρθει νωρίτερα και έτσι έπρεπε να φύγει. Τον φίλησε, να σταματήσει το τρέμουλο που ένιωθε μέσα της,  να σιγουρευτεί κι η ίδια πως τον αγαπάει όσο θα έπρεπε. Και έφυγε.

Το αμάξι του Μάρκου , ένα σπορ παλιό ρημάδι, ήταν παρκαρισμένο παράλληλα στον δρόμο, πίσω από μια συστάδα δέντρων. Άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και κάθισε στο κάθισμα. Καθόταν λοιπόν ξανά σε αυτήν τη θέση. Τόσα χρόνια μετά.

Την κοίταζε με το βλέμμα του παιδιού που θέλει συγχώρεση. Όπως κοιτάζει ένας πιστός την εικόνα και λέει από μέσα του μια προσευχή. Κι ίσως κι εκείνος ο όμορφος και απελπισμένος, νέος άντρας, να έλεγε από μέσα του μια προσευχή. Όχι στον Θεό που πίστευε – γιατί δεν πίστευε. Ούτε σε κάποια αγία της θρησκείας του – γιατί θρησκεία δεν είχε. Αλλά μια προσευχή στο μόνο πρόσωπο που πίστευε, σε εκείνη…. Τι πόλεμος γινόταν στην ψυχή και στο μυαλό του… Χώθηκε στην αγκαλιά της με απελπισία και με φιλιά και δάκρυα προσπαθούσε να της θυμίσει τον έρωτα, που είχαν ζήσει οι δυο τους. Έναν έρωτα, που δεν ήταν αυτού του κόσμου.

Η μυρωδιά του ήταν η μυρωδιά του βρεγμένου δάσους. Το χρώμα των μαλλιών του – λιωμένος χαλκός – ήταν όλα τα δειλινά του κόσμου. Οι χτύποι της καρδιάς του, πάνω στο στήθος της, πάνω στην καρδιά της, είχαν γίνει το ρολόι, που μέτραγε τον χρόνο στον κόσμο. Το κορμί του την ζέσταινε ως μέσα στην ψυχή της. Δυο άνθρωποι έχουν πάρα πολλούς καλούς λόγους, για να χωρίσουν. Δύο ψυχές, όμως, ποτέ.

  • «Θέλω να πάω πίσω τώρα» τον παρακάλεσε.
  • «Ας πάμε μια βόλτα να ηρεμήσουμε λίγο και να μιλήσουμε», της πρότεινε. Την εκλιπαρούσε για λίγο χρόνο ακόμα.

Η Κάτια δεν είπε τίποτε και εκείνος το πήρε για καλό σημάδι και έβαλε μπροστά. Πήραν τον δρόμο για Αθήνα.

Την ίδια ώρα, στην βεράντα του ξενοδοχείου, η καλύτερη φίλη της νύφης πρόσεξε την μοναξιά του Δημήτρη και του πρόσφερε ένα ποτό. Οι δυο εραστές είχαν συμφωνήσει σε μια κοινή ομερτά για το καλό της Κάτιας. Άλλωστε αυτό που είχαν η Ντέπυ και ο Δημήτρης ήταν πολύ ώριμο,  ήταν κάτι έξω από σχέσεις και συναισθηματισμούς. Είχε να κάνει με την ηδονή και με την απόλαυση. Άνθρωποι σαν και τους δυο τους, το καταλάβαιναν αυτό πολύ καλά. Και δεν χρειαζόταν να το διακόψει κανένας γάμος.

Όμως ο Δημήτρης ήταν σήμερα λίγο διαφορετικός. Ξαφνικά ένιωσε πολύ έντονη την έλλειψη της Κάτιας. Την χαιρέτησε κι έκανε να φύγει.

  • «Πάμε μια βόλτα» του πρότεινε. «Η νύφη θα ετοιμάζεται για ώρες κι εδώ είναι ήδη βαρετά. Ο γαμπρός δεν θέλει πάνω από μια ώρα να ετοιμαστεί. Πάμε να δούμε πόσο πιάνει το καινούριο αμάξι σου στις στροφές;»

Ο Δημήτρης αγαπούσε την ταχύτητα και τα ακριβά και γρήγορα αυτοκίνητα και η Ντέπυ ήταν μια γυναίκα, που επιτέλους συγκινούνταν από αυτά. Ήταν ωραίο να παίρνεις τις στροφές με 120 χλμ/ωρα και να έχεις μια ωραία και πρόθυμη γυναίκα δίπλα σου. Άρχισε να χαλαρώνει ευχάριστα.

Την ίδια στιγμή, στον γεμάτο δρόμο στροφές, που ένωνε το ταπεινό Γαλαξίδι με την Αθήνα, ένα αυτοκίνητο κινούνταν με μικρή σχετικά ταχύτητα…

  • « Μάρκο, θέλω να ξέρεις πως σε αγάπησα πολύ, αλλά αυτό που είχαμε έχει τελειώσει. Αγαπώ τον Δημήτρη πολύ και θέλω να τον παντρευτώ. Δεν θέλω να γίνεις εμπόδιο.»

Ωραίο τρόπο έβρισκε η Κάτια να τον πληγώνει, να βγαίνει πάντα από πάνω.

  • « Αν είναι το ποτό το πρόβλημα, να ξέρεις ότι έχω ξεμπερδέψει με αυτό. Και με όλα τα άλλα. Θα ξεκόψω απ’ όλα και θα κάνουμε μια καινούρια αρχή μαζί. Θα αφήσω τη μουσική. Θα βρω άλλη δουλειά. Μια κανονική δουλειά. Δεν μπορώ να σε χάσω…»

Στην τελεσίγραφη άρνησή της, πήρε την απόφαση. Έκανε επιτόπου αναστροφή. Και πάτησε το γκάζι.

Με όριο τα 50 χιλιόμετρα την ώρα στην στροφή, ενώ είχε ήδη γεμίσει την τετάρτη με 100, δεν είχε καμιά επιλογή, για να μπορέσει ν’ αποφύγει το αμάξι που ερχόταν. Άγριο γκάζι, το απέναντι, cabrio Z4, έκανε τις στροφές ευθείες.

  • «Θα σκοτωθούμε» είπε η Κάτια με σιγουριά.

Ο Μάρκος άρχισε να κατεβάζει ταχύτητα κι έκοψε το τιμόνι δεξιά, στην μπάρα του δρόμου. Το αμάξι χτύπησε με το δεξί πλευρό στην τσιμεντένια μπάρα του δρόμου και μετά άρχιζε να στριφογυρίζει και να ξαναχτυπά πάνω στο μπετόν. Τελικά όμως κατέληξε με το αριστερό πλευρό στο απέναντι αυτοκίνητο.

Αυτό που πάγωσε την Κάτια δεν ήταν αυτή η πορεία στον θάνατο. Αυτό το είχε ήδη διαγνώσει. Το ένοχο βλέμμα του Δημήτρη, όμως, όπως την κοίταζε, καθώς και το οικείο άγγιγμά του στο κορμί της ξανθιάς γυναίκας, που καθόταν στο κάθισμα δίπλα του – τόσο οικείο και παθιασμένο – ήταν πιο πολύ από θάνατος.

Για έναν τέτοιο άνθρωπο λοιπόν ξόδεψε μια αγάπη…

Έκλεισε τα μάτια με απελπισία, πήρε το τιμόνι από τα χέρια του Μάρκου και πάτησε με το αριστερό της πόδι το γκάζι μέχρι τέρμα.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s