Δελτίο Τύπου

Τίτλος: Ώρα Μηδέν…

Συγγραφέας: Αιμιλία Πλατή

Εκδόσεις: Αύρα

Κεντρική διάθεση: Ομήρου 4 (Στοά) Σύνταγμα – Σύγχρονο Βιβλιοπωλείο

e-shop: http://www.avrabooks.gr/product.php?id_product=420 …

exofyllo teliko 2

Το βιβλίο αυτό είναι μια ιστορία για το δικαίωμα των νέων ανθρώπων να ονειρεύονται χωρίς τα όρια που βάζουν η οικογένεια, η τάξη στην οποία ανήκουν, η κοινωνία, η πατρίδα. Μια ιστορία για την αληθινή αγάπη, το έγκλημα, την τιμωρία και την κάθαρση που τελικά έρχεται μόνο μέσα από την προσφορά στο συνάνθρωπο.

Το βιβλίο είναι βασισμένο πάνω σε πραγματική ιστορία. Όμως παραμένει μυθοπλασία και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση καταγραφή ή βιογραφία.

Η πλοκή διαδραματίζεται στην Ελλάδα και την Πολωνία. Σκηνές ξετυλίγονται τόσο στην Αθήνα και την ευρύτερη Αττική αλλά και την Βαρσοβία.

Η συγγραφέας εμπνεύστηκε το κομμάτι της ιστορίας στην Βαρσοβία γιατί είναι μια πόλη όπου έχει ζήσει αρκετά τα τελευταία χρόνια και ο πολωνικός λαός ένας λαός που εκτιμάει πολύ. Μέσα στο βιβλίο βρίσκει κανείς την ιστορία της πόλης, ήθη και έθιμα, γιορτές και φαγητά καθώς και πανέμορφα πολωνικά νανουρίσματα.

Ο σκοπός

Όλες οι πωλήσεις του βιβλίου θα δοθούν στα σχολεία των φυλακών.

Τα σχολεία των φυλακών έχουν πολλές ελλείψεις και λειτουργούν κάτω από δύσκολες συνθήκες. Όμως κάνουν έργο και έχουν επιτυχίες στο εκπαιδευτικό σύστημα.

Η μόρφωση είναι δικαίωμα όλων και μόνο καλό μπορεί να φέρει στον καθένα και στην κοινωνία. Η μόρφωση αλλάζει τον κόσμο. Αυτό το βιβλίο θέλει να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση.

gramma

(γράμμα μαθητή του σχολείου των φυλακών όταν απειλούνταν με κατάργηση)

Η συγγραφέας

emilia platter

Το ψευδώνυμο «Αιμιλία Πλατή» που επέλεξε η συγγραφέας για το μυθιστόρημά της είναι η απόδοση στα ελληνικά του ονόματος Emilia Plater.

Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες Πολωνές ηρωίδες, η οποία πολέμησε κατά τη διάρκεια της επανάστασης των Πολωνών ενάντια στους Ρώσους το 1830. Αριστοκρατικής καταγωγής –ήταν κοντέσσα–, ξεχώριζε για την υψηλή επιπέδου μόρφωσής της, σπάνιο για γυναίκα της εποχής της. Θαύμαζε προσωπικότητες όπως ο Γκαίτε και ο Σίλλερ και είχε ως πρότυπά της την Ελληνίδα Μπουμπουλίνα και τη Γαλλίδα Ζαν Ντ’ Άρκ. Το 1830, όταν εξεγέρθηκαν οι Πολωνοί ενάντια στους Ρώσους, κατατάχθηκε στο στρατό, έκοψε τα μαλλιά της, φόρεσε στολή και οδήγησε το τάγμα της σε μάχες στη Βαρσοβία. Ο αγώνας της ήταν νικηφόρος και αποτελεσματικός. Της απονεμήθηκε μάλιστα ο βαθμός του λοχαγού. Μετά το τέλος του πολέμου, αρρώστησε και πέθανε σε ηλικία μόλις 25 ετών.

Για τη συγγραφέα, το όνομα αυτό συμβολίζει τον νέο που αγωνίζεται, είναι αγνός, έχει όραμα και δεν προδίδει ποτέ τις αξίες του.

εγώ

Γεννήθηκα στη Βόρεια Ελλάδα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Είχα την τύχη να ταξιδέψω σε πολλά μέρη της γης. Σπούδασα την μεγάλη επιστήμη της Φύσης αλλά βρήκα σκοπό ζωής στις λέξεις, στη Λογοτεχνία.

Πιστεύω στη δύναμη που έχουν τα βιβλία να αλλάζουν τον κόσμο. Πιστεύω ότι τα βιβλία μπορούν να προσφέρουν. Πιστεύω στην μόρφωση και στους νέους ανθρώπους.

Η οικογένεια, η καταγωγή, οι κοινωνικές συνθήκες δεν θα πρέπει να θέτουν όρια στα όνειρα των ανθρώπων. Μια τέτοια ιστορία περιγράφει το πρώτο μου μυθιστόρημα «Ώρα μηδέν».

Φωτογραφίες

Το βιβλίο περιέχει μια καινοτομία που βοηθάει τον αναγνώστη και παρουσιάζει μια ξεχωριστή εικαστική άποψη.

Κάθε κεφάλαιο ξεκινάει με μια φωτογραφία που έχει σχέση με την δράση του. Οι φωτογραφίες είναι δημιουργίες της Μαρίας Παγώνη.

Το πίστομα – Μια πιθανή συνέχεια

… «Βάλτο πίστομα μέσα.»

Η γυναίκα στην αρχή, δεν κατάλαβε, τι ήθελε να πει ο άντρας της. Δεν μπορούσε να συλλάβει το μέγεθος της φρίκης, που περιείχε η διαταγή του. Μιλούσε για το παιδί της; Αυτό το αγγελούδι να έθαβε στη γη, αυτός που με τα χέρια του είχε κάνει ποιος ξέρει πόσα εγκλήματα; Μετά το μυαλό της πήρε μπροστά. Τι τέλος τους ετοίμαζε. Δεν φοβόταν ούτε Θεό, ούτε Διάολο.

Δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να γλιτώσει το παιδί της, με όποιο τρόπο. Πήρε το φτυάρι που εκείνος είχε αφήσει στο έδαφος και όρμισε πάνω του. Ο Αντώνης γέλασε με το τόλμημά της. Κοίτα να δεις πως κάνει η λύκαινα άμα πάνε να πειράξουν τα παιδιά της. Είχε μια ειρωνία στο βλέμμα όταν της κατάφερε ένα χαστούκι τρομερό. Όλα σκοτείνιασαν για δύο λεπτά και μάλλον παραπάτησε από το χτύπημα. Κάτι υγρό έτρεχε από το πρόσωπό της κι ένας πόνος στο κόκκαλο του σαγονιού της θύμισε ευτυχώς, πως έπρεπε να συνεχίσει.

Πήρε δύναμη από τη σκέψη του παιδιού της και ξανάσφιξε το φτυάρι. Το σήκωσε στα τυφλά και όρμισε δεύτερη φορά. Εύκολα αυτός με δυνατά χέρια το άρπαξε και την αφόπλισε. Πήρε με την σειρά του το φτυάρι και είχε όλη την πολυτέλεια να εκτιμά τι χτύπημα να της καταφέρει. Την κέντραρε καλά, σήκωσε το φτυάρι με δύναμη και….σωριάστηκε στη γη.

Τι είναι χειρότερο δεν ήξερε να πει. Ο φόβος ή ο θάνατος; Ήταν νεκρή ή ζωντανή; Έβλεπε οράματα από το φόβο της ή από τον θάνατό της;

Το παιδί. Το είχε προς στιγμή ξεχάσει. Το είχαν και οι δυο τους ξεχάσει. Προσηλωμένοι στον αγώνα για σωτηρία και για εκδίκηση είχαν ξεχάσει, πως ήταν κι εκείνο παρόν, με την άγνοια του φόβου, με το ένστικτο της επιβίωσης και με μόνο κριτήριο την αγάπη για την μάνα του. Που βρήκε την δύναμη να σηκώσει την τσάπα, να κάνει ένα δυό βήματα με αυτήν και μετά, πιο πολύ από τύχη, παρά από καλό σημάδι, να την καταφέρει στο κεφάλι του θύτη τους.

Το κεφάλι του Αντώνη μια πληγή μέσα στην λάσπη, το αίμα να κάνει κόκκινη την λάσπη, να κάνει κόκκινα ρυάκια δίπλα στα ρυάκια της βροχής. Ζούσε ακόμα, ανάσαινε, δεν είχε βγει η ψυχή του.

Το παιδί την κοιτούσε σαστισμένο, σαν να είχε κάνει ζημιά. Φοβόταν μην και το μαλώσει. Το βλέμμα του ήταν απότομα μεγαλωμένο. Ένα ενήλικο βλέμμα σε ένα παιδί οκτώ χρονών. Ένα βλέμμα που είχε δει τον θάνατο. Το πήρε αγκαλιά να το παρηγορήσει, να μη της πάθει τίποτα από την φοβερή στιγμή, τίποτα ανεπανόρθωτο μέσα στο μικρό του μυαλουδάκι. Του είπε λόγια γλυκά, όπως μόνο μια μάνα μπορεί να πει, λόγια που επουλώνουν όλες τις πληγές, χωρίς να έχουν σημασία οι κάθε αυτού λέξεις. Σιγά – σιγά οι δύο τους ησύχασαν.

Η γυναίκα ζώντας πάλι την στιγμή, κοίταξε προς τον ουρανό, για να τον δει και να τον ευχαριστήσει, τον άγγελο Κυρίου, τον άγγελο τον Τιμωρό, που όπλισε το αδύναμο χεράκι του παιδιού με την ελευθερία τους και την ζωή τους.

Ένα χτύπημα στο κεφάλι, στην κορυφή του κρανίου ή στον λαιμό και ξεμπέρδευε μια και καλή με τον εφιάλτη που είχε το όνομα Αντώνης Κουκουλιώτης. Που τον παντρεύτηκε χωρίς την θέλησή της, κοριτσάκι ακόμα, που γνώρισε στα χέρια του έναν έρωτα άχαρο και σκληρό, που πείνασε και κινδύνεψε, όταν αυτός την άφησε κι έφυγε στα βουνά να γλιτώσει από τα εγκλήματά του, ενώ εκείνη ζούσε μέσα στα θύματά του και την καταφρόνια τους.

Ή μια κλωτσιά για να τον στείλει στον τάφο. Τον τάφο, που με τόση όρεξη έσκαψε για το παιδί της. Για τον καρπό από τον μόνο της έρωτα, από τον μόνο άντρα που της φέρθηκε όμορφα. Μια κλωτσιά και να πέσει πίστομα αυτός και να τον κουκουλώσει με το χώμα της ανασκαφής και εκεί να μείνει και να μη μπορεί να σηκωθεί για να σωθεί, ούτε στην Δευτέρα Παρουσία.

Πήρε την τσάπα και τον σημάδευε και όπως τον σημάδευε κοίταξε με έκπληξη το βλέμμα του, που ήταν παρανοϊκό και απόκοσμο, το βλέμμα ενός βλαμμένου. Πήγε πιο κοντά να τον παρατηρήσει. Το σώμα του πεσμένο αδέξια σε μια στάση αφύσικη, και πιο πολύ όλη η δεξιά μεριά. Το στόμα στραβό, γερμένο προς τα κάτω με σάλια να τρέχουν και αφρούς. Ο Αντώνης ο Κουκουλιώτης βλαμμένος….

Και μετά το φονικό τι; Που να πάει και που να σταθεί; Μόνη της, και μ΄ένα μικρό παιδί να ζήσει;

Έριξε όπως – όπως το χώμα πίσω στον ανοικτό λάκκο, πήρε το παιδί αγκαλιά και άρχισε να τρέχει προς το χωριό. Φώναξε σε όλους το κακό που τους είχε βρει. Πώς ήταν ο άντρας βαριά χτυπημένος από ληστές. Και η ίδια βέβαια άγρια χτυπημένη. Ληστές που ήρθαν να πάρουν ότι είχαν πάνω τους, καθώς ξεκίνησαν εκείνη την μέρα να πάνε στα χωράφια τους, μακριά από το χωριό, στα ριζά του βουνού. Είχε βγει φήμη πως ο Αντώνης είχε γυρίσει στο χωριό του με λίρες. Ποιος να ήταν άραγε ιδέα δεν είχε. Δυστυχώς τον άντρα της τον εχθρεύονταν πολλοί. Πήγαν αρκετοί μαζί της πίσω να τον βοηθήσουν, να τον φορτώσουν και να τον κουβαλήσουν στο χωριό.

Ο γιατρός είπε θα ζήσει. Τυχερός μέσα στην ατυχία του, είχε αποφύγει το μοιραίο. Όμως ελπίδα να γίνει όπως πριν δεν υπήρχε καμία. Θα έμενε για πάντα παράλυτος, δεν θα μπορούσε να ορίσει την δεξιά μεριά, δεν θα μπορούσε να μιλήσει, να αγκαλιάσει και να χαρεί την γυναίκα του…

Όμως τι γινόταν μέσα στο μυαλό του κανείς δεν ήξερε να πει. Μπορεί να τα καταλάβαινε όλα και όλους γύρω του ή μπορεί και να ζούσε στο κενό.

Όταν καταλάγιασε λίγο το πράμα, ησύχασε ο κόσμος, οι χωροφύλακες και το χωριό, η γυναίκα είπε σε όλους πως μόνη της θα τον έπαιρνε στο σπίτι τους τον άτυχο τον άντρα της, να τον περιποιείται. Όταν γύρισαν όλοι στις έγνοιες τους κι όταν καινούριες ειδήσεις έφεραν ενδιαφέρον στο χωριό, καθάρισε ένα δώμα δίπλα στον σταύλο. Το είχαν βοηθητικό κι εκεί παλιά αποθήκευαν τις τροφές των ζώων. Άπλωσε λίγο άχυρο για να μην του αποτελειώσει τα κόκκαλα η υγρασία, ακούμπησε στη γη πλάι του ένα κύπελο για το νερό και ένα για το ψωμί. Όπως τα ζώα. Έστελνε το παιδί να του γεμίζει τα κύπελλα, για να το βλέπει που μεγάλωνε και ψήλωνε και γίνονταν άντρας.

Ένα βράδυ που το παιδί έλειπε σε δουλειά, πήγε αυτή να του γεμίσει τα κύπελλα. Τον είδε από μακριά σα ζώο, να σέρνεται χάμω, βρόμικος και υπάνθρωπος. Του έριξε το βλέμμα για μια στιγμή και εκεί ήταν σίγουρη πως διάβασε στα μάτια του, πως ο τάφος, ακόμα και πίστομα, θα ήταν γι’ αυτόν προτιμότερος.

Κοίταξε ψηλά στον ουρανό και της φάνηκε πως τον είδε, τον Άγγελο φύλακα και τιμωρό. Και ήσυχη γύρισε στο σπίτι της…