Sylvia Plath

ΚΕΝΤΡΙΑ

 

Με γυμνά τα χέρια ,παραδίνω τις κερήθρες.

Ο άντρας με λαμπερό χαμόγελο, με χέρια γυμνά,

Τα τούλινα γάντια μας τακτικά και γλυκά,

Οι τράχηλοι των καρπών μας γενναίοι κρίνοι.

Αυτός κι εγώ

 

Με χίλια καθαρά κελιά ανάμεσά μας,

Οχτώ κερήθρες κίτρινες κούπες ,

Και η κυψέλη το τσαγερό,

Λευκό με ρόδινα άνθη ,

Μόνη μου το σμάλτωσα μ’ αγάπη περισσή

 

«Ηδύτητα, ηδύτητα» σκεφτόμουν.

Κελιά εκκόλαψης, γκρίζα σαν απολιθώματα όστράκων

Μοιάζουν τόσο γερασμένα, με τρομάζουν.

Μα τι πρόκειται αγοράσω, σκουληκιασμένο μαόνι;

Υπάρχει καμία βασίλισσα μέσα;

 

Αν υπάρχει είναι γριά,

Τα φτερά της σκισμένες εσάρπες, το μακρύ κορμί της

Αποψιλωμένο από την αίγλη του-

Φτωχό και γυμνό κι ακόμη ντροπιασμένο, καθόλου βασιλικό.

Στέκομαι σε μια σειρά

 

Από φτερωτές ασήμαντες γυναίκες

Δούλες του μελιού.

Εγώ δεν είμαι δούλα

Αν και για χρόνια έτρωγα σκόνη

Και στέγνωνα πιάτα με τα πυκνά μαλλιά μου.

 

Κι είδα τη μοναδικότητα μου να εξατμίζεται,

Γαλάζια πάχνη από επικίνδυνο δέρμα.

Θα με μισήσουν

Αυτές οι γυναίκες που άλλο δεν ξέρουν παρά να τρέχουν

Που για άλλο δε νοιάζονται παρά για τ’ ανθισμένο τριφύλλι, τ’ άνθη της κερασιάς;

 

Η υπόθεση έχει σχεδόν κλείσει.

Έχω τον έλεγχο.

Να κι η μηχανή μου του μελιού.

Θα δουλέψει δίχως σκέψη.

Θ’ ανοίξει την άνοιξη , σαν επιμελής παρθένα

 

Για να ξεχυθεί στις ανθισμένες κορυφές

Όπως το φεγγάρι, με τη φιλντισένια σκόνη του, ξεχύνεται στη θάλασσα .

Ένα τρίτο πρόσωπο παρακολουθεί.

Δεν έχει καμία σχέση με τον πωλητή των μελισσών ή μ’ εμένα.

Τώρα έφυγε

 

 

Με οχτώ μεγάλα πηδήματα ,μέγας αποδιοπομπαίος τράγος.

Να η μια του παντόφλα κι εδώ μια δεύτερη,

Κι εδώ ένα τετράγωνο λευκό λινό,

Που φορούσε για καπέλο.

Ήταν γλυκός,

 

 

Ο ιδρώτας των κόπων του βροχή

Που ανάγκαζε τον κόσμο να καρπίσει.

Οι μέλισσες τον ανακάλυψαν,

Κόλλησαν στα χείλη του σαν ψεύδη,

Περιπλέκοντας τα χαρακτηριστικά του.

 

 

Νόμιζαν πως γι αυτό άξιζε να πεθάνουν, όμως εγώ

Έχω τον εαυτό μου να ανακτήσω ,τη βασίλισσα

Είναι νεκρή, μήπως κοιμάται;

Που να έχει πάει,

Με το λιονταρίσιο πορφυρό της σώμα, τα γυάλινα φτερά της;

 

Τώρα πετάει

Πιο φοβερή από ποτέ, κόκκινο

Τραύμα στον ουρανό, πορφυρός κομήτης

Πάνω από τη μηχανή που τη σκότωσε-

Το μαυσωλείο, το κέρινο σπίτι

Μην τ` αφήσεις να έρθει από στόμα σε στόμα, θα είμαι εξήντα

Μέχρι να παραληφθεί ολόκληρο και πολύ νωθρή για να το χρησιμοποιήσω.

Μόνο ξεκρέμασε το πέπλο, το πέπλο, το πέπλο.

Αν ήταν θάνατος

Θα θαύμαζα τη βαθιά του σπουδαιότητα, τ` άχρονα μάτια του

Θα ήξερα ότι το εννοούσες.

Θα υπήρχε μια ανωτερότητα τότε, μια γενέθλιος ημέρα

Και το μαχαίρι δε θα σμίλευε, αλλά θα εισχωρούσε

Αγνό και καθαρό σαν κλάμα μωρού.

Και το σύμπαν θα γλιστρούσε από το πλάι μου.

Μια Γλυκιά Γυναίκα

Στο παζάρι βιβλίου της πλατείας Κοντζιά που βρέθηκα πρόσφατα, πελαγωμένη και άπληστη μπροστά στα τόσα βιβλία, που μπορούσαν να γίνουν όλα δικά μου, βρήκα βοήθεια από έναν ηλικιωμένο εκδότη. Προφανώς είδε την απελπισία μου και προσφέρθηκε να μου βρει όλα εκείνα τα μικρά διαμαντάκια, τα μικρά βιβλιαράκια των κλασσικών συγγραφέων: Ντοστογιέφσκι, Τσέχωφ, Τζόις, Ουάιλντ..

Ένα από αυτά τα μικρά διαμαντάκια ήταν το διήγημα του Φ. Ντοστογιέφσκι «Μια γλυκιά γυναίκα».

Δεν το ήξερα. Δεν το είχα βρει ως τώρα. Το διάβασα και το βρήκα συγκλονιστικό.

Ένας άντρας μονολογεί, πολύ ταραγμένος, αγγίζοντας σχεδόν το όριο της τρέλας, και πολλές φορές μιλάει στη νεκρή, νέα γυναίκα του, δίπλα στο νεκρό σώμα της.  Μέσα από το παραλήρημά του μαθαίνουμε την γνωριμία τους, την ιστορία του γάμου τους, και πιο σημαντικά τον μεγάλο του έρωτα για εκείνη που ποτέ δεν βρήκε το θάρρος να της περιγράψει.

Ποια είναι η ηθική; Τι προστάζει; Γιατί δεν είναι λάθος ένας γάμος που βασίζεται στην απόλυτη φτώχεια μιας πολύ νέας κοπέλας; Γιατί είναι λάθος η κοπέλα αυτή να ερωτευτεί κάποιον πραγματικά; Τι δένει τους ανθρώπους σε μια κοινή ζωή; Ποιος πρέπει και γιατί να τιμήσει έναν γάμο από συμφέρον και έναν γάμο απελπισίας;

Γιατί η ηθική βαραίνει μόνο τους ηθικούς ανθρώπους; Γιατί οι ηθικοί άνθρωποι βλέπουν παντού ένα χρέος; Γιατί βάζουν την ηθική που τους επιβάλει η κοινωνία πάνω από την δική τους ξεκάθαρη επιθυμία; Γιατί οι ηθικοί άνθρωποι αγαπούν τόσο να κάνουν θυσίες; Πολλές φορές δε να θυσιάσουν την ίδια τους την αγάπη, τον ίδιο τους τον εαυτό.

Ποιος είναι ο αμαρτωλός; Εκείνη που αγάπησε για πρώτη αληθινή φορά κάποιον και σήκωσε έτσι κεφάλι για μοναδική φορά σε μια ζωή χωρίς αγάπη, μια ζωή πεζή και άδεια. Και γιατί δεν είναι αμαρτωλός ο σύζυγος που «αγόρασε» μια σύζυγο πατώντας στην φτώχεια μιας κοπέλας, στην σκληρότητα της οικογένειά της και της κοινωνίας που ζούσε, ακόμα ακόμα και της θρησκείας της;

Γιατί ο χρόνος ποτέ δεν φτάνει; Γιατί ο χρόνος πάντα αργεί στο αναπόφευκτο; Πέντε λεπτά πριν θα προλάβαινε. Πέντε λεπτά. Μπορεί να γινόταν έτσι, μπορεί και όχι. Μπορεί ύστερα από πέντε ζωές.

Διαβάζοντας την «Γλυκιά γυναίκα» δεν μπόρεσαν να μην παρομοιάσω την νεαρή σύζυγο με την Ναστάσια Φιλίπποβνα στον Ηλίθιο. Γυναίκες εκπληκτικής ομορφιάς, μα ακόμα μιας πιο σπάνιας ψυχής, γενναίες και σκληρές με τον εαυτό τους. Δεμένες σε ένα χρέος που άλλοι δημιούργησαν για αυτές.

Κανένας δεν αγαπάει τις ηρωίδες του όσο ο Ντοστογιέφσκι. Τις προσέχει και τις νοιάζεται τόσο. Όταν αυτές πεθαίνουν, φροντίζει να γίνει αυτό με έναν τρόπο – μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά –  αναίμακτο. Να φεύγουν ανέγγιχτες από το θάνατο, κρατώντας την ομορφιά τους, μη χάνοντας τίποτα από τη γοητεία τους και από τον βαθύ έρωτα που προξένησαν.

… (απόσπασμα από τον Ηλίθιο… ο πρίγκιπας Μίσκιν και ο Ραγκόζιν μιλούν για την Ναστάσια Φιλίπποβνα).

  • «Το μαχαίρι δεν το έφερες ποτέ μαζί σου στο Παβλόφσκ;»
  • «Ποτέ δεν το έφερα. Για το μαχαίρι αυτό να τι έχω μονάχα να σου πω Λεφ Νικολάγιεβιτς – πρόσθεσε μετά από κάποια σιωπή – το έβγαλα από το κλειδωμένο ντουλάπι σήμερα το πρωί, διότι όλο το πράγμα έγινε σήμερα το πρωί, στις τέσσερεις η ώρα. Ήταν μέσα στο βιβλίο ακόμα…. Και… και να τι με παραξένεψε ακόμα. Το μαχαίρι άντε να πέρασε πέντε… το πολύ δέκα εκατοστά…κάτω ακριβώς από το αριστερό στήθος… και αίμα όλο κι όλο ούτε μισό κουτάλι της σούπας δεν έτρεξε πάνω στο μισοφόρι της, όχι παραπάνω.»
  • «Αυτό, αυτό, αυτό, ανασηκώθηκε αίφνης ο πρίγκιπας Μίσκιν τρομερά ταραγμένος, αυτό ,το ξέρω αυτό, το έχω διαβάσει αυτό… λέγεται εσωτερική αιμοραγία… Συμβαίνει μάλιστα ούτε σταγόνα. Αυτό όταν το πλήγμα είναι κατευθείαν στην καρδιά.»

…(απόσπασμα από το διήγημα Μια γλυκιά γυναίκα…ο σύζυγος μονολογεί κοιτάζοντας τη νεαρή, νεκρή γυναίκα του)

  • «Τι αδύνατη που φαίνεται μέσα στο φέρετρο, πόσο η μυτίτσα της είναι λεπτή! Τα ματόκλαδά της είναι λεπτά σαν σαϊτούλες. Πώς μπόρεσε να πέσει χάμω χωρίς να σπάσει τίποτα από το κορμάκι της; «Λίγες σταλαγματιές αίμα μόνο», όσες θα έπαιρνε ένα κουταλάκι του τσαγιού ίσως… Χωρίς άλλο αιμορραγία εσωτερική.»

Ανέγγιχτες στο θάνατο λοιπόν οι ηρωίδες του. Έφευγαν χωρίς καν να τρομάξουν τους θύτες τους. Χωρίς καν να τους στεναχωρήσουν με μια άσχημη εικόνα τους. Δοσμένες στη θυσία ως το τέλος. Έφευγαν όπως έζησαν. Ωραίες.

Αγαπώ τον Ντοστογιέφσκι πάρα πολύ. Τον διαβάζω με την ψυχή μου. Νομίζω πως κι εκείνος έτσι έγραφε… για να διαβαστεί με τις ψυχή των ανθρώπων.

Αυτή η εμμονή του με τον αναίμακτο θάνατο, με την ομορφιά που δεν χάνεται, αυτή η εμμονή με την εσωτερική αιμορραγία, ίσως να είναι ένας τρόπος να μας πει, πως όπως και το σώμα της Ναστάσια Φιλίπποβνα και της Γλυκιάς Γυναίκας δεν αλλοιώθηκε, έτσι ατόφια έμεινε και η ψυχή τους.

Οι ηρωίδες του Ντοστογιέφσκι μένουν ωραίες στο κορμί και στην ψυχή και πέρα από το θάνατο. Και δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην ευτυχία.