Η όμορφη γυναίκα του αγρότη

Ήταν μια φορά ένας αγρότης που ζούσε όχι πολύ μακριά από εδώ. Δούλευε καλά τα  χωράφια του και είχε ένα μεγάλο κοπάδι. Δούλευε σκληρά, πολύ σκληρά. Επέκτεινε την φάρμα του αγοράζοντας και άλλη γη όταν η στιγμή ήταν η σωστή, και δούλευε και την καινούρια γη καλά, έτσι που η γη καρποφόρησε. Έδωσε καρπούς και καλή σοδειά που την αποθήκευσε και έτσι είχε άφθονη τροφή για το κοπάδι του. Με τα χρόνια και με την σκληρή δουλειά έγινε ο πιο πλούσιος και ο πιο μεγάλος αγρότης της περιοχής. Έγινε γνωστός για το μεγαλύτερο κοπάδι, για τις πιο πλούσιες καλλιέργειες του και γιατί είχε τους περισσότερους εργάτες να δουλεύουν γι’αυτόν.

Αποφάσισε πως του άξιζε αν χτίσει ένα μεγάλο σπίτι για τον εαυτό του. Όντως έχτισε το σπίτι και ήταν ένα πραγματικά μεγάλο και όμορφο αρχοντόσπιτο. Μετά από λίγο καιρό σκέφτηκε:

  • «Μα κάτι λείπε! Έχω ένα μεγάλο σπίτι. Έχω το μεγαλύτερο και καλύτερο κοπάδι της περιοχής. Έχω τις μεγαλύτερες και καλύτερες καλλιέργειες του τόπου. Έχω τους περισσότερους και πιο άξιους εργάτες να δουλεύουν για μένα. Όμως θα πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να έχω, κάτι άλλο…Αναρωτιέμαι τι να είναι αυτό.»

Σκέφτηκε το θέμα αρκετά ώσπου κατέληξε ο ανόητος πώς αυτό που του έλειπε ήταν μια σύζυγος. Μόλις κατέληξε πως χρειάζεται μια σύζυγο, προχώρησε με το θέμα πολύ γρήγορα. Κάτω στο χωριό, δίπλα στο κτήμα του ζούσε ένα όμορφο, νέο κορίτσι. Σκέφτηκε πως θα ήταν ακριβώς η σύζυγος που χρειαζόταν. Ήταν όμορφη , μαθημένη στην σκληρή δουλειά και είχε την φιγούρα της γυναίκας που ταίριαζε σε εκείνος, πλούσιο στήθος και ανοιχτή λεκάνη, που σίγουρα θα έκανε πολλά παιδιά.

  • «Θα είναι η τέλεια σύζυγος για μένα.», σκέφτηκε.

Έτσι είπε και ξεκίνησε να συναντήσει τους γονείς του κοριτσιού. Είπε στους γονείς πως είχε αποφασίσει πως ήθελε να παντρευτεί την κόρη τους. Η ιδέα αυτή συνεπήρε τους γονείς, γιατί ήξεραν πως ήταν ένας από τους μεγαλύτερους αγρότες της περιοχής και είχε πολλά χρήματα. Διέθεται όλα όσα έπρεπε να διαθέτει ένας άντρας. Είχε ένα μεγάλο σπίτι και πολλούς ανθρώπους να δουλεύουν γι’αυτόν. Θα ήταν καλός για την κόρη τους. Όταν η κόρη τους γύρισε στο σπίτι, της είπαν πως είχε περάσει ο αγρότης με το μεγάλο κτήμα και την είχε ζητήσει για γυναίκα του.

Όμως η κόρη είπε:

  • «Δεν είμαι και τόσο σίγουρη γι’αυτό. Είναι αρκετά μεγαλύτερός μου. Κι έπειτα τι θα έπρεπε να περιμένω από την δύναμη και το σθένος τους και πώς θα έπρεπε να τα αντιμετωπίσω;»

T «Μα αυτό είναι ένα ασήμαντο πρακτικό ζήτημα. Τα πράγματα που θα έπρεπε να σε νοιάζουν είναι πως έχει δικό του ένα μεγάλο, όμορφο σπίτι, υπηρέτες και όλα όσα πρέπει να έχει ένας άντρας. Έχει ατέλειωτα, εύφορα κτήματα με σοδειές και μεγάλα, ζωηρά κοπάδια και σίγουρα θα έχει βάλει κάπου χρήματα στην άκρη. Τώρα, αν τον παντρευτείς όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν δικά σου, γιατί όπως πολύ σωστά είπες, είναι αρκετά μεγαλύτερός σου και ίσως να μην ζήσει και τόσο πολύ. Λίγα χρόνια δεν θα πείραζαν και τόσο.»

Το κορίτσι δεν ήταν χαρούμενο. Είχε ονειρευτεί να πλαγιάζει στο κρεββάτι με ένα όμορφο, γεροδεμένο νέο και όχι με έναν άγνωστο άντρα, τόσο μεγαλύτερό της. Όμως με τα πολλά, οι γονείς της την έπεισαν ότι ο αγρότης θα ήταν ο καλύτερος για εκείνη και το κορίτσι ενέδωσε. Ο γάμος έγινε και ήταν ένας λαμπρός, μεγάλος γάμος. Το ζευγάρι ξεκίνησε να ζει στο σπίτι του και ήταν παράξενο να πει κανείς, πως ήταν ένας ευτυχισμένος γάμος. Ο αγρότης λάτρευε την νεαρή γυναίκα του κι εκείνη ήταν πολύ καλή στο νοικοκυριό. Εκείνη του μαγείρευε και έκανε όλα όσα έπρεπε να γίνουν σε ένα σπίτι. Ο έρωτας που έκαναν τα βράδια ήταν μαγικός.

Ώσπου μια μέρα ο αγρότης βρέθηκε στο χωριό, είδε κάποιους και τους άκουσε να μιλάνε. Γύρισε στο σπίτι, κάθισε και ζήτησε να μιλήσει στην γυναίκα του.

  • «Αυτοί οι άνθρωποι, όταν σε είδαν είπαν:
  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»
  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είσαι η γυναίκα μου, είσαι δική μου και ανήκεις σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του ότι δεν θα έπρεπε να ξαναπάει στο χωριό ποτέ. Το κορίτσι ήταν ένα από αυτά τα παράξενα πλάσματα, μια αγνή, υπάκουη ψυχή και έσκυψε το κεφάλι και δεν πήγε ξανά στο χωριό.

Μετά από λίγο καιρό ο αγρότης σκέφτηκε την γυναίκα του να περπατάει στους αγρούς και οι εργάτες που δούλευαν στους αγρούς να λένε:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του πώς θα μπορούσε να μένει μόνο στον κήπο και στο σπίτι. Δεν θα μπορούσε να περπατάει πια ελεύθερη στους αγρούς. Κι εκείνη έκανε και πάλι όπως της είπε. Και υπήρχε ακόμα ευτυχία στον κήπο της και στο σπίτι της.

Τότε μια μέρα το αγρότης είδε την γυναίκα του στον κήπο, να σκύβει και να φροντίζει τα λουλούδια, να σκαλίζει το χώμα και να ποτίζει τους θάμνους. Πρόσεξε πως κάποιοι από τους υπηρέτες κοίταζαν πάνω από τον φράχτη και χάζευαν την γυναίκα του στο κήπο.

Ο αγρότης σκέφτηκε πως οι υπηρέτες σίγουρα θα έλεγαν το βράδυ, όταν θα μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά του τζακιού στην κουζίνα τις ώρες της ξεκούρασης:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του πως δεν θα έπρεπε να βγει ξανά στον κήπο. Πως θα έπρεπε να μένει μέσα στο σπίτι τους. Και πάλι το κορίτσι υπάκουσε και έμεινε στο σπίτι και ακόμα βρίσκονταν ακόμα ευτυχία ανάμεσά τους.

Ώσπου μια μέρα ο αγρότης σκέφτηκε μονολογώντας στον εαυτό του.

  • «Μα η γυναίκα μου σίγουρα θα κινείται μέσα στο σπίτι. Καθώς θα κάνει τις δουλειές του σπιτιού θα περνάει από δωμάτιο σε δωμάτιο. Και όπως θα κινείται θα περνάει από τα παράθυρα. Ο κόσμος που περνάει έξω από το σπίτι και οι υπηρέτες που θα βρίσκονται μέσα στο σπίτι θα την κοιτάζουν και θα λένε:
  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Είπε λοιπόν στην γυναίκα του πως θα έπρεπε να μένει μέσα στο σπίτι με κλειστά παράθυρα για να μην την βλέπει κανείς. Έπιασε λοιπόν και κάρφωσε με ξύλα όλα τα παράθυρα για να μην μπορεί να την δει κανείς. Η κοπέλα υπάκουσε και πάλι, μόνο που αυτό της έφερε μια βαθιά θλίψη.

Ο καιρός περνούσε και η ευτυχία κρατούσε ακόμα στο ζευγάρι. Ο αγρότης γύριζε στο σπίτι το βράδυ και η γυναίκα του τον περίμενε για να φάνε μαζί το βραδινό και να μιλήσουν. Μετά έκαναν μαγικό έρωτα στο κρεβάτι τους.

Ώσπου μια μέρα και πάλι ο αγρότης σκέφτηκε. Υπάρχουν και οι υπηρέτες που βρίσκονται και δουλεύουν μέσα στο σπίτι και όλη την μέρα μπορούν να βλέπουν την γυναίκα μου ακόμα κι αν εκείνη δεν βγαίνει έξω από το σπίτι. Όσο την βλέπουν όλη μέρα θα λένε:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Κι έτσι ο αγρότης κλείδωσε την γυναίκα του μέσα στην κρεβατοκάμαρά τους. Δεν θα την έφηνε να βγει ξανά ποτέ από εκεί.

Η γυναίκα έμενε κλειδωμένη μέσα στην κρεβατοκάμαρα όλη την ημέρα, και όταν ο αγρότης γύριζε στο σπίτι κάθε βράδυ, ξεκλείδωνε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και έμπαινε μέσα και κάποιου είδους ευτυχία υπήρχε ανάμεσά τους. Όμως η γυναίκα κάθε μέρα αδυνάτιζε και αρρώσταινε. Ο αγρότης δεν πρόσεξε κάτι. Έτσι ένα βράδυ ο αγρότης γύρισε στο σπίτι, ξεκλείδωσε την κρεβατοκάμαρα και βρήκε την γυναίκα του να κείτεται νεκρή πάνω στο κρεβάτι τους.

Ο αγρότης ήταν συντετριμμένος. Τώρα για πρώτη φορά κατάλαβε πόση αγάπη και πόση χαρά του έδινε απλόχερα η γυναίκα του. Πήρε την γυναίκα του αγκαλιά και της έκανε μια όμορφη, συγκινητική κηδεία. Αυτό όμως δεν μετρίασε το πένθος και τον πόνο του. Γύρισε στο μεγάλο, όμορφο σπίτι του, που τώρα ήταν ένα άδειο σπίτι, κι ας ήταν γεμάτο από τόσους υπηρέτες. Τώρα καταλάβαινε τι έχασε με αυτό το εγωιστικό λάθος του. Μα τώρα τίποτα δεν μπορούσε να κάνει γι’αυτό.

Έναν χρόνο και μια μέρα μετά ο αγρότης βρισκόταν όπως πάντα μόνος στο σπίτι, όταν άκουσε έναν χτύπο στην εξώπορτα. Πήγε στην πόρτα κι εκεί είδε να στέκεται ένας μικρόσωμος άνθρωπος, ένας νάνος, με λευκή γενειάδα και με γαλάζια μάτια που λαμπύριζαν. Είχε το πιο αστραφτερό γαλάζιο βλέμμα που είχε δει ποτέ του ο αγρότης. Ο άντρας ήταν ντυμένος από πάνω μέχρι κάτω στα καφέ. Ο μικρόσωμος άντρας παρακάλεσε τον αγρότη για λίγη φιλοξενία, και ο αγρότης που ήταν κατά βάθος ένας καλός άνθρωπος, το κάλεσε μέσα, του πρόσφερε ένα καλό γεύμα και ένα αναπαυτικό κρεβάτι για να ξεκουραστεί τη νύχτα, όπως προστάζει στα μέρη αυτά το έθιμο της φιλοξενίας. Το πρωί, ο αγρότης σιγουρεύτηκε πως ο νάνος έφαγε ένα πλούσιο και δυναμωτικό πρωινό και τον ξεπροβόδισε δίνοντάς του προμήθειες για τον δρόμο του. Καθώς τον αποχαιρετούσε, ο μικρόσωμος άντρας τον ρώτησε:

  • «Αν μπορούσες να ζητήσεις μόνο μια ευχή, και η ευχή να πραγματοποιηθεί, ποια ευχή θα ζητούσες;»
  • «Ω, έχω μια και μόνη ευχή, μα κανείς δεν μπορεί να πραγματοποιήσει την ευχή μου.»
  • «Δεν είμαι σίγουρος γι’αυτό, μα αν μου πεις την ευχή σου, θα σου πω τι μπορεί να γίνει.», απάντησε ο παράξενος νάνος.
  • «Η μόνη ευχή που θα ήθελα να ευχηθώ αν είχα μία και μόνη ευχή είναι να είχα ξανά κοντά μου την αγαπημένη μου γυναίκα.» είπε χωρίς δισταγμός ο αγρότης.
  • «Μα ήταν το δικό σου λάθος που την σκότωσε.» είπε σκληρά ο μικρόσωμος άντρας.
  • «Το γνωρίζω αυτό. Και δεν υπάρχει ούτε μια στιγμή, που να το ξέχασα αυτό, όλον αυτόν τον ένα χρόνο και μια μέρα. Πενθώ για εκείνη κάθε μέρα και εύχομαι να γινόταν να γυρίσει πίσω. Και εύχομαι κάθε μέρα να μην ήμουν τόσο κακός μαζί της και να μην είχα κάνει όλα αυτές τις φρικτές πράξεις που της είχα κάνει. Μα όπως και να έχει, κανείς δεν μπορεί τώρα πια να πραγματοποιήσει την ευχή μου.»

Ο μικροσκοπικός άντρας πήρε το δρόμο και ο αγρότης πήγε στις δουλειές των χωραφιών και του κοπαδιού. Όταν το βράδυ γύρισε στο σπίτι του, δεν περίμενε ποτέ αυτό που είχε αντικρύσει. Η αγαπημένη του γυναίκα τον περίμενε εκεί, ζωντανή και με όλη την ομορφιά της. Η ευτυχία είχε ξαναγυρίσει στο ζευγάρι. Με πάθος την πήρε στην αγκαλιά του και έκαναν μαγικό έρωτα ξανά.

Η ζωή έγινε ξανά τόσο όμορφη όσο και πριν. Και ακόμα περισσότερο. Οι ώρες που περνούσαν μαζί ήταν ακόμα πιο ωραίες και ο έρωτας που έκαναν ήταν ακόμα πιο δυνατός.

Ώσπου μια μέρα ο αγρότης βρέθηκε στο χωριό, είδε κάποιους και τους άκουσε να μιλάνε. Γύρισε στο σπίτι, κάθισε και ζήτησε να μιλήσει στην γυναίκα του.

  • «Αυτοί οι άνθρωποι, όταν σε είδαν είπαν:
  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»
  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είσαι η γυναίκα μου, είσαι δική μου και ανήκεις σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του ότι δεν θα έπρεπε να ξαναπάει στο χωριό ποτέ. Το κορίτσι ήταν ένα από αυτά τα παράξενα πλάσματα, μια αγνή, υπάκουη ψυχή και έσκυψε το κεφάλι και δεν πήγε ξανά στο χωριό.

Μετά από λίγο καιρό ο αγρότης σκέφτηκε την γυναίκα του να περπατάει στους αγρούς και οι εργάτες που δούλευαν στους αγρούς να λένε:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του πώς θα μπορούσε να μένει μόνο στον κήπο και στο σπίτι. Δεν θα μπορούσε να περπατάει πια ελεύθερη στους αγρούς. Κι εκείνη έκανε και πάλι όπως της είπε. Και υπήρχε ακόμα ευτυχία στον κήπο της και στο σπίτι της.

Τότε μια μέρα το αγρότης είδε την γυναίκα του στον κήπο, να σκύβει και να φροντίζει τα λουλούδια, να σκαλίζει το χώμα και να ποτίζει τους θάμνους. Πρόσεξε πως κάποιοι από τους υπηρέτες κοίταζαν πάνω από τον φράχτη και χάζευαν την γυναίκα του στο κήπο.

Ο αγρότης σκέφτηκε πως οι υπηρέτες σίγουρα θα έλεγαν το βράδυ, όταν θα μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά του τζακιού στην κουζίνα τις ώρες της ξεκούρασης:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του πως δεν θα έπρεπε να βγει ξανά στον κήπο. Πως θα έπρεπε να μένει μέσα στο σπίτι τους. Και πάλι το κορίτσι υπάκουσε και έμεινε στο σπίτι και ακόμα βρίσκονταν ακόμα ευτυχία ανάμεσά τους.

Ώσπου μια μέρα ο αγρότης σκέφτηκε μονολογώντας στον εαυτό του.

  • «Μα η γυναίκα μου σίγουρα θα κινείται μέσα στο σπίτι. Καθώς θα κάνει τις δουλειές του σπιτιού θα περνάει από δωμάτιο σε δωμάτιο. Και όπως θα κινείται θα περνάει από τα παράθυρα. Ο κόσμος που περνάει έξω από το σπίτι και οι υπηρέτες που θα βρίσκονται μέσα στο σπίτι θα την κοιτάζουν και θα λένε:
  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Είπε λοιπόν στην γυναίκα του πως θα έπρεπε να μένει μέσα στο σπίτι με κλειστά παράθυρα για να μην την βλέπει κανείς. Έπιασε λοιπόν και κάρφωσε με ξύλα όλα τα παράθυρα για να μην μπορεί να την δει κανείς. Η κοπέλα υπάκουσε και πάλι, μόνο που αυτό της έφερε μια βαθιά θλίψη.

Ο καιρός περνούσε και η ευτυχία κρατούσε ακόμα στο ζευγάρι. Ο αγρότης γύριζε στο σπίτι το βράδυ και η γυναίκα του τον περίμενε για να φάνε μαζί το βραδινό και να μιλήσουν. Μετά έκαναν μαγικό έρωτα στο κρεβάτι τους.

Ώσπου μια μέρα και πάλι ο αγρότης σκέφτηκε. Υπάρχουν και οι υπηρέτες που βρίσκονται και δουλεύουν μέσα στο σπίτι και όλη την μέρα μπορούν να βλέπουν την γυναίκα μου ακόμα κι αν εκείνη δεν βγαίνει έξω από το σπίτι. Όσο την βλέπουν όλη μέρα θα λένε:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Κι έτσι ο αγρότης κλείδωσε την γυναίκα του μέσα στην κρεβατοκάμαρά τους. Δεν θα την έφηνε να βγει ξανά ποτέ από εκεί.

Έτσι ένα βράδυ ο αγρότης γύρισε στο σπίτι, ξεκλείδωσε την κρεβατοκάμαρα και βρήκε την γυναίκα του να κείτεται νεκρή πάνω στο κρεβάτι τους για δεύτερη φορά. Όταν κατάλαβε το λάθος του με σπαραγμό την πήρε αγκαλιά και προσπάθησε να την βγάλει από το κλειδωμένο δωμάτιο. Με έκπληξη όμως είδε, πως η πόρτα και τα παράθυρα είχαν πια χτιστεί. Κάθε έξοδος είχε κλείσει. Κι έτσι έμεινε μαζί της κι εκείνος για πάντα κλεισμένος δίπλα στην νεκρή γυναίκα του, μέχρι το δικό του θάνατο.

 

Κελτικές ιστορίες της θάλασσας

Δουνκέρκη

Σε μια μεγάλη υπερατλαντική πτήση είχα την τύχη να δω την ταινία Δουνκέρκη. Την είχα βάλει στη λίστα των ταινιών που θέλω να δω από καιρό, όμως ο χρόνος είναι πολύ λίγος πάντα σε σχέση με τις ταινίες που βάζω στη λίστα. Όμως να ένα ταξίδι αεροπορικό, που είναι αναγκαίο και έχει πολλές ώρες δημιουργεί μια τέλεια συνθήκη για να δει κανείς μια ταινία σαν κι αυτή.

Η Δουνκέρκη είναι μια ταινία που μιλάει με τις εικόνες. Όχι με τους διαλόγους. Ούτε με την πλοκή. Οι εικόνες της δημιουργούν συναισθήματα. Όχι λογικές συνέχειες και λύση γρίφων. Είναι σε αυτό το θέμα πολύ πρωτότυπη και ίσως παράξενη, αν την συγκρίνει κανείς με ταινίες της εποχής.

Η Δουνκέρκη πάνω από όλα είναι – με τον τρόπο της – μια ταινία αντιπολεμική. Δείχνει την αλήθεια του πολέμου. Την ασχήμια του. Την καθημερινότητά του. Αυτό που νιώθεις βαθιά για τον πόλεμο είναι το αίσθημα του εγκλωβισμού. Το ψυχικό μαρτύριο που δημιουργεί ο πόλεμος σε κάθε άνθρωπο. Οι στρατιώτες δεν πάνε στη μάχη με χαμόγελο, κρατώντας μια σημαία και νιώθοντας γενναίοι. Έχουν την αγωνία της επιβίωσης. Έχουν την ελπίδα και την ανάγκη να ζήσουν, να ξεφύγουν, να είναι αυτοί που θα σωθούν.

Η Δουνκέρκη είναι πάνω από όλα μια ταινία – ύμνος στις αξίες των ανθρώπων. Δείχνει πως ο πόλεμος (όπως και η εποχή της ειρήνης) καθορίζεται από το πώς κάποιοι άνθρωποι μένουν πιστοί στο προσωπικό σύστημα αξιών τους. Ο πόλεμος κρίνεται από αυτά που αυτοί οι άνθρωποι θα κάνουν ή δεν θα κάνουν. Αν θα σώσουν έναν άγνωστο τραυματία ή θα τον αφήσουν να πεθάνει. Αν θα σώσουν τον εαυτό τους θυσιάζοντας έναν άλλο άγνωστο άνθρωπο. Αν θα διαλέξουν ποιος θα ζήσει η θα πεθάνει με βάση την εθνικότητα. Αν θα κάνουν το σωστό. Αν θα εκτεθούν στον κίνδυνο οι ίδιοι για να σώσουν λίγους ή πολλούς άλλους. Αν θα κρατήσουν την δύσκολη στιγμή την αξία στην οποία πιστεύουν κι αν θα μπορούν έτσι να κοιτάζουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη.

Ποιος θα διάλεγε να υμνήσει σε μια ταινία μια ιστορία υποχώρησης; Μια ιστορική στιγμή που ίσως οι σύμμαχοι να μην ήθελαν να θυμούνται. Κι όμως η υποχώρηση και ο τρόπος που θα γίνει έχει την αξία του. Και μας δείχνει πως τελικά το σημαντικό στον πόλεμο και στην ειρήνη, στις ένδοξες στιγμές αλλά και στην κάθε μέρα μας είναι να μην χάσουμε τον εαυτό μας.

 

Πίστομα

… «Βάλτο πίστομα μέσα.»

Η γυναίκα στην αρχή, δεν κατάλαβε, τι ήθελε να πει ο άντρας της. Δεν μπορούσε να συλλάβει το μέγεθος της φρίκης, που περιείχε η διαταγή του. Μιλούσε για το παιδί της; Αυτό το αγγελούδι να έθαβε στη γη, αυτός που με τα χέρια του είχε κάνει ποιος ξέρει πόσα εγκλήματα; Μετά το μυαλό της πήρε μπροστά. Τι τέλος τους ετοίμαζε. Δεν φοβόταν ούτε Θεό, ούτε Διάολο.

Δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να γλιτώσει το παιδί της, με όποιο τρόπο. Πήρε το φτυάρι που εκείνος είχε αφήσει στο έδαφος και όρμισε πάνω του. Ο Αντώνης γέλασε με το τόλμημά της. Κοίτα να δεις πως κάνει η λύκαινα άμα πάνε να πειράξουν τα παιδιά της. Είχε μια ειρωνία στο βλέμμα όταν της κατάφερε ένα χαστούκι τρομερό. Όλα σκοτείνιασαν για δύο λεπτά και μάλλον παραπάτησε από το χτύπημα. Κάτι υγρό έτρεχε από το πρόσωπό της κι ένας πόνος στο κόκκαλο του σαγονιού της θύμισε ευτυχώς, πως έπρεπε να συνεχίσει.

Πήρε δύναμη από τη σκέψη του παιδιού της και ξανάσφιξε το φτυάρι. Το σήκωσε στα τυφλά και όρμισε δεύτερη φορά. Εύκολα αυτός με δυνατά χέρια το άρπαξε και την αφόπλισε. Πήρε με την σειρά του το φτυάρι και είχε όλη την πολυτέλεια να εκτιμά τι χτύπημα να της καταφέρει. Την κέντραρε καλά, σήκωσε το φτυάρι με δύναμη και….σωριάστηκε στη γη.

Τι είναι χειρότερο δεν ήξερε να πει. Ο φόβος ή ο θάνατος; Ήταν νεκρή ή ζωντανή; Έβλεπε οράματα από το φόβο της ή από τον θάνατό της;

Το παιδί. Το είχε προς στιγμή ξεχάσει. Το είχαν και οι δυο τους ξεχάσει. Προσηλωμένοι στον αγώνα για σωτηρία και για εκδίκηση είχαν ξεχάσει, πως ήταν κι εκείνο παρόν, με την άγνοια του φόβου, με το ένστικτο της επιβίωσης και με μόνο κριτήριο την αγάπη για την μάνα του. Που βρήκε την δύναμη να σηκώσει την τσάπα, να κάνει ένα δυό βήματα με αυτήν και μετά, πιο πολύ από τύχη, παρά από καλό σημάδι, να την καταφέρει στο κεφάλι του θύτη τους.

Το κεφάλι του Αντώνη μια πληγή μέσα στην λάσπη, το αίμα να κάνει κόκκινη την λάσπη, να κάνει κόκκινα ρυάκια δίπλα στα ρυάκια της βροχής. Ζούσε ακόμα, ανάσαινε, δεν είχε βγει η ψυχή του.

Το παιδί την κοιτούσε σαστισμένο, σαν να είχε κάνει ζημιά. Φοβόταν μην και το μαλώσει. Το βλέμμα του ήταν απότομα μεγαλωμένο. Ένα ενήλικο βλέμμα σε ένα παιδί οκτώ χρονών. Ένα βλέμμα που είχε δει τον θάνατο. Το πήρε αγκαλιά να το παρηγορήσει, να μη της πάθει τίποτα από την φοβερή στιγμή, τίποτα ανεπανόρθωτο μέσα στο μικρό του μυαλουδάκι. Του είπε λόγια γλυκά, όπως μόνο μια μάνα μπορεί να πει, λόγια που επουλώνουν όλες τις πληγές, χωρίς να έχουν σημασία οι κάθε αυτού λέξεις. Σιγά – σιγά οι δύο τους ησύχασαν.

Η γυναίκα ζώντας πάλι την στιγμή, κοίταξε προς τον ουρανό, για να τον δει και να τον ευχαριστήσει, τον άγγελο Κυρίου, τον άγγελο τον Τιμωρό, που όπλισε το αδύναμο χεράκι του παιδιού με την ελευθερία τους και την ζωή τους.

Ένα χτύπημα στο κεφάλι, στην κορυφή του κρανίου ή στον λαιμό και ξεμπέρδευε μια και καλή με τον εφιάλτη που είχε το όνομα Αντώνης Κουκουλιώτης. Που τον παντρεύτηκε χωρίς την θέλησή της, κοριτσάκι ακόμα, που γνώρισε στα χέρια του έναν έρωτα άχαρο και σκληρό, που πείνασε και κινδύνεψε, όταν αυτός την άφησε κι έφυγε στα βουνά να γλιτώσει από τα εγκλήματά του, ενώ εκείνη ζούσε μέσα στα θύματά του και την καταφρόνια τους.

Ή μια κλωτσιά για να τον στείλει στον τάφο. Τον τάφο, που με τόση όρεξη έσκαψε για το παιδί της. Για τον καρπό από τον μόνο της έρωτα, από τον μόνο άντρα που της φέρθηκε όμορφα. Μια κλωτσιά και να πέσει πίστομα αυτός και να τον κουκουλώσει με το χώμα της ανασκαφής και εκεί να μείνει και να μη μπορεί να σηκωθεί για να σωθεί, ούτε στην Δευτέρα Παρουσία.

Πήρε την τσάπα και τον σημάδευε και όπως τον σημάδευε κοίταξε με έκπληξη το βλέμμα του, που ήταν παρανοϊκό και απόκοσμο, το βλέμμα ενός βλαμμένου. Πήγε πιο κοντά να τον παρατηρήσει. Το σώμα του πεσμένο αδέξια σε μια στάση αφύσικη, και πιο πολύ όλη η δεξιά μεριά. Το στόμα στραβό, γερμένο προς τα κάτω με σάλια να τρέχουν και αφρούς. Ο Αντώνης ο Κουκουλιώτης βλαμμένος….

Και μετά το φονικό τι; Που να πάει και που να σταθεί; Μόνη της, και μ΄ένα μικρό παιδί να ζήσει;

Έριξε όπως – όπως το χώμα πίσω στον ανοικτό λάκκο, πήρε το παιδί αγκαλιά και άρχισε να τρέχει προς το χωριό. Φώναξε σε όλους το κακό που τους είχε βρει. Πώς ήταν ο άντρας βαριά χτυπημένος από ληστές. Και η ίδια βέβαια άγρια χτυπημένη. Ληστές που ήρθαν να πάρουν ότι είχαν πάνω τους, καθώς ξεκίνησαν εκείνη την μέρα να πάνε στα χωράφια τους, μακριά από το χωριό, στα ριζά του βουνού. Είχε βγει φήμη πως ο Αντώνης είχε γυρίσει στο χωριό του με λίρες. Ποιος να ήταν άραγε ιδέα δεν είχε. Δυστυχώς τον άντρα της τον εχθρεύονταν πολλοί. Πήγαν αρκετοί μαζί της πίσω να τον βοηθήσουν, να τον φορτώσουν και να τον κουβαλήσουν στο χωριό.

Ο γιατρός είπε θα ζήσει. Τυχερός μέσα στην ατυχία του, είχε αποφύγει το μοιραίο. Όμως ελπίδα να γίνει όπως πριν δεν υπήρχε καμία. Θα έμενε για πάντα παράλυτος, δεν θα μπορούσε να ορίσει την δεξιά μεριά, δεν θα μπορούσε να μιλήσει, να αγκαλιάσει και να χαρεί την γυναίκα του…

Όμως τι γινόταν μέσα στο μυαλό του κανείς δεν ήξερε να πει. Μπορεί να τα καταλάβαινε όλα και όλους γύρω του ή μπορεί και να ζούσε στο κενό.

Όταν καταλάγιασε λίγο το πράμα, ησύχασε ο κόσμος, οι χωροφύλακες και το χωριό, η γυναίκα είπε σε όλους πως μόνη της θα τον έπαιρνε στο σπίτι τους τον άτυχο τον άντρα της, να τον περιποιείται. Όταν γύρισαν όλοι στις έγνοιες τους κι όταν καινούριες ειδήσεις έφεραν ενδιαφέρον στο χωριό, καθάρισε ένα δώμα δίπλα στον σταύλο. Το είχαν βοηθητικό κι εκεί παλιά αποθήκευαν τις τροφές των ζώων. Άπλωσε λίγο άχυρο για να μην του αποτελειώσει τα κόκκαλα η υγρασία, ακούμπησε στη γη πλάι του ένα κύπελο για το νερό και ένα για το ψωμί. Όπως τα ζώα. Έστελνε το παιδί να του γεμίζει τα κύπελλα, για να το βλέπει που μεγάλωνε και ψήλωνε και γίνονταν άντρας.

Ένα βράδυ που το παιδί έλειπε σε δουλειά, πήγε αυτή να του γεμίσει τα κύπελλα. Τον είδε από μακριά σα ζώο, να σέρνεται χάμω, βρόμικος και υπάνθρωπος. Του έριξε το βλέμμα για μια στιγμή και εκεί ήταν σίγουρη πως διάβασε στα μάτια του, πως ο τάφος, ακόμα και πίστομα, θα ήταν γι’ αυτόν προτιμότερος.

Κοίταξε ψηλά στον ουρανό και της φάνηκε πως τον είδε, τον Άγγελο φύλακα και τιμωρό. Και ήσυχη γύρισε στο σπίτι της…

Mad Girl’s Love Song

“I shut my eyes and all the world drops dead;
I lift my lids and all is born again.
(I think I made you up inside my head.)

The stars go waltzing out in blue and red,
And arbitrary blackness gallops in:
I shut my eyes and all the world drops dead.

I dreamed that you bewitched me into bed
And sung me moon-struck, kissed me quite insane.
(I think I made you up inside my head.)

God topples from the sky, hell’s fires fade:
Exit seraphim and Satan’s men:
I shut my eyes and all the world drops dead.

I fancied you’d return the way you said,
But I grow old and I forget your name.
(I think I made you up inside my head.)

I should have loved a thunderbird instead;
At least when spring comes they roar back again.
I shut my eyes and all the world drops dead.
(I think I made you up inside my head.)”