Η όμορφη γυναίκα του αγρότη

Ήταν μια φορά ένας αγρότης που ζούσε όχι πολύ μακριά από εδώ. Δούλευε καλά τα  χωράφια του και είχε ένα μεγάλο κοπάδι. Δούλευε σκληρά, πολύ σκληρά. Επέκτεινε την φάρμα του αγοράζοντας και άλλη γη όταν η στιγμή ήταν η σωστή, και δούλευε και την καινούρια γη καλά, έτσι που η γη καρποφόρησε. Έδωσε καρπούς και καλή σοδειά που την αποθήκευσε και έτσι είχε άφθονη τροφή για το κοπάδι του. Με τα χρόνια και με την σκληρή δουλειά έγινε ο πιο πλούσιος και ο πιο μεγάλος αγρότης της περιοχής. Έγινε γνωστός για το μεγαλύτερο κοπάδι, για τις πιο πλούσιες καλλιέργειες του και γιατί είχε τους περισσότερους εργάτες να δουλεύουν γι’αυτόν.

Αποφάσισε πως του άξιζε αν χτίσει ένα μεγάλο σπίτι για τον εαυτό του. Όντως έχτισε το σπίτι και ήταν ένα πραγματικά μεγάλο και όμορφο αρχοντόσπιτο. Μετά από λίγο καιρό σκέφτηκε:

  • «Μα κάτι λείπε! Έχω ένα μεγάλο σπίτι. Έχω το μεγαλύτερο και καλύτερο κοπάδι της περιοχής. Έχω τις μεγαλύτερες και καλύτερες καλλιέργειες του τόπου. Έχω τους περισσότερους και πιο άξιους εργάτες να δουλεύουν για μένα. Όμως θα πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να έχω, κάτι άλλο…Αναρωτιέμαι τι να είναι αυτό.»

Σκέφτηκε το θέμα αρκετά ώσπου κατέληξε ο ανόητος πώς αυτό που του έλειπε ήταν μια σύζυγος. Μόλις κατέληξε πως χρειάζεται μια σύζυγο, προχώρησε με το θέμα πολύ γρήγορα. Κάτω στο χωριό, δίπλα στο κτήμα του ζούσε ένα όμορφο, νέο κορίτσι. Σκέφτηκε πως θα ήταν ακριβώς η σύζυγος που χρειαζόταν. Ήταν όμορφη , μαθημένη στην σκληρή δουλειά και είχε την φιγούρα της γυναίκας που ταίριαζε σε εκείνος, πλούσιο στήθος και ανοιχτή λεκάνη, που σίγουρα θα έκανε πολλά παιδιά.

  • «Θα είναι η τέλεια σύζυγος για μένα.», σκέφτηκε.

Έτσι είπε και ξεκίνησε να συναντήσει τους γονείς του κοριτσιού. Είπε στους γονείς πως είχε αποφασίσει πως ήθελε να παντρευτεί την κόρη τους. Η ιδέα αυτή συνεπήρε τους γονείς, γιατί ήξεραν πως ήταν ένας από τους μεγαλύτερους αγρότες της περιοχής και είχε πολλά χρήματα. Διέθεται όλα όσα έπρεπε να διαθέτει ένας άντρας. Είχε ένα μεγάλο σπίτι και πολλούς ανθρώπους να δουλεύουν γι’αυτόν. Θα ήταν καλός για την κόρη τους. Όταν η κόρη τους γύρισε στο σπίτι, της είπαν πως είχε περάσει ο αγρότης με το μεγάλο κτήμα και την είχε ζητήσει για γυναίκα του.

Όμως η κόρη είπε:

  • «Δεν είμαι και τόσο σίγουρη γι’αυτό. Είναι αρκετά μεγαλύτερός μου. Κι έπειτα τι θα έπρεπε να περιμένω από την δύναμη και το σθένος τους και πώς θα έπρεπε να τα αντιμετωπίσω;»

T «Μα αυτό είναι ένα ασήμαντο πρακτικό ζήτημα. Τα πράγματα που θα έπρεπε να σε νοιάζουν είναι πως έχει δικό του ένα μεγάλο, όμορφο σπίτι, υπηρέτες και όλα όσα πρέπει να έχει ένας άντρας. Έχει ατέλειωτα, εύφορα κτήματα με σοδειές και μεγάλα, ζωηρά κοπάδια και σίγουρα θα έχει βάλει κάπου χρήματα στην άκρη. Τώρα, αν τον παντρευτείς όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν δικά σου, γιατί όπως πολύ σωστά είπες, είναι αρκετά μεγαλύτερός σου και ίσως να μην ζήσει και τόσο πολύ. Λίγα χρόνια δεν θα πείραζαν και τόσο.»

Το κορίτσι δεν ήταν χαρούμενο. Είχε ονειρευτεί να πλαγιάζει στο κρεββάτι με ένα όμορφο, γεροδεμένο νέο και όχι με έναν άγνωστο άντρα, τόσο μεγαλύτερό της. Όμως με τα πολλά, οι γονείς της την έπεισαν ότι ο αγρότης θα ήταν ο καλύτερος για εκείνη και το κορίτσι ενέδωσε. Ο γάμος έγινε και ήταν ένας λαμπρός, μεγάλος γάμος. Το ζευγάρι ξεκίνησε να ζει στο σπίτι του και ήταν παράξενο να πει κανείς, πως ήταν ένας ευτυχισμένος γάμος. Ο αγρότης λάτρευε την νεαρή γυναίκα του κι εκείνη ήταν πολύ καλή στο νοικοκυριό. Εκείνη του μαγείρευε και έκανε όλα όσα έπρεπε να γίνουν σε ένα σπίτι. Ο έρωτας που έκαναν τα βράδια ήταν μαγικός.

Ώσπου μια μέρα ο αγρότης βρέθηκε στο χωριό, είδε κάποιους και τους άκουσε να μιλάνε. Γύρισε στο σπίτι, κάθισε και ζήτησε να μιλήσει στην γυναίκα του.

  • «Αυτοί οι άνθρωποι, όταν σε είδαν είπαν:
  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»
  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είσαι η γυναίκα μου, είσαι δική μου και ανήκεις σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του ότι δεν θα έπρεπε να ξαναπάει στο χωριό ποτέ. Το κορίτσι ήταν ένα από αυτά τα παράξενα πλάσματα, μια αγνή, υπάκουη ψυχή και έσκυψε το κεφάλι και δεν πήγε ξανά στο χωριό.

Μετά από λίγο καιρό ο αγρότης σκέφτηκε την γυναίκα του να περπατάει στους αγρούς και οι εργάτες που δούλευαν στους αγρούς να λένε:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του πώς θα μπορούσε να μένει μόνο στον κήπο και στο σπίτι. Δεν θα μπορούσε να περπατάει πια ελεύθερη στους αγρούς. Κι εκείνη έκανε και πάλι όπως της είπε. Και υπήρχε ακόμα ευτυχία στον κήπο της και στο σπίτι της.

Τότε μια μέρα το αγρότης είδε την γυναίκα του στον κήπο, να σκύβει και να φροντίζει τα λουλούδια, να σκαλίζει το χώμα και να ποτίζει τους θάμνους. Πρόσεξε πως κάποιοι από τους υπηρέτες κοίταζαν πάνω από τον φράχτη και χάζευαν την γυναίκα του στο κήπο.

Ο αγρότης σκέφτηκε πως οι υπηρέτες σίγουρα θα έλεγαν το βράδυ, όταν θα μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά του τζακιού στην κουζίνα τις ώρες της ξεκούρασης:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του πως δεν θα έπρεπε να βγει ξανά στον κήπο. Πως θα έπρεπε να μένει μέσα στο σπίτι τους. Και πάλι το κορίτσι υπάκουσε και έμεινε στο σπίτι και ακόμα βρίσκονταν ακόμα ευτυχία ανάμεσά τους.

Ώσπου μια μέρα ο αγρότης σκέφτηκε μονολογώντας στον εαυτό του.

  • «Μα η γυναίκα μου σίγουρα θα κινείται μέσα στο σπίτι. Καθώς θα κάνει τις δουλειές του σπιτιού θα περνάει από δωμάτιο σε δωμάτιο. Και όπως θα κινείται θα περνάει από τα παράθυρα. Ο κόσμος που περνάει έξω από το σπίτι και οι υπηρέτες που θα βρίσκονται μέσα στο σπίτι θα την κοιτάζουν και θα λένε:
  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Είπε λοιπόν στην γυναίκα του πως θα έπρεπε να μένει μέσα στο σπίτι με κλειστά παράθυρα για να μην την βλέπει κανείς. Έπιασε λοιπόν και κάρφωσε με ξύλα όλα τα παράθυρα για να μην μπορεί να την δει κανείς. Η κοπέλα υπάκουσε και πάλι, μόνο που αυτό της έφερε μια βαθιά θλίψη.

Ο καιρός περνούσε και η ευτυχία κρατούσε ακόμα στο ζευγάρι. Ο αγρότης γύριζε στο σπίτι το βράδυ και η γυναίκα του τον περίμενε για να φάνε μαζί το βραδινό και να μιλήσουν. Μετά έκαναν μαγικό έρωτα στο κρεβάτι τους.

Ώσπου μια μέρα και πάλι ο αγρότης σκέφτηκε. Υπάρχουν και οι υπηρέτες που βρίσκονται και δουλεύουν μέσα στο σπίτι και όλη την μέρα μπορούν να βλέπουν την γυναίκα μου ακόμα κι αν εκείνη δεν βγαίνει έξω από το σπίτι. Όσο την βλέπουν όλη μέρα θα λένε:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Κι έτσι ο αγρότης κλείδωσε την γυναίκα του μέσα στην κρεβατοκάμαρά τους. Δεν θα την έφηνε να βγει ξανά ποτέ από εκεί.

Η γυναίκα έμενε κλειδωμένη μέσα στην κρεβατοκάμαρα όλη την ημέρα, και όταν ο αγρότης γύριζε στο σπίτι κάθε βράδυ, ξεκλείδωνε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και έμπαινε μέσα και κάποιου είδους ευτυχία υπήρχε ανάμεσά τους. Όμως η γυναίκα κάθε μέρα αδυνάτιζε και αρρώσταινε. Ο αγρότης δεν πρόσεξε κάτι. Έτσι ένα βράδυ ο αγρότης γύρισε στο σπίτι, ξεκλείδωσε την κρεβατοκάμαρα και βρήκε την γυναίκα του να κείτεται νεκρή πάνω στο κρεβάτι τους.

Ο αγρότης ήταν συντετριμμένος. Τώρα για πρώτη φορά κατάλαβε πόση αγάπη και πόση χαρά του έδινε απλόχερα η γυναίκα του. Πήρε την γυναίκα του αγκαλιά και της έκανε μια όμορφη, συγκινητική κηδεία. Αυτό όμως δεν μετρίασε το πένθος και τον πόνο του. Γύρισε στο μεγάλο, όμορφο σπίτι του, που τώρα ήταν ένα άδειο σπίτι, κι ας ήταν γεμάτο από τόσους υπηρέτες. Τώρα καταλάβαινε τι έχασε με αυτό το εγωιστικό λάθος του. Μα τώρα τίποτα δεν μπορούσε να κάνει γι’αυτό.

Έναν χρόνο και μια μέρα μετά ο αγρότης βρισκόταν όπως πάντα μόνος στο σπίτι, όταν άκουσε έναν χτύπο στην εξώπορτα. Πήγε στην πόρτα κι εκεί είδε να στέκεται ένας μικρόσωμος άνθρωπος, ένας νάνος, με λευκή γενειάδα και με γαλάζια μάτια που λαμπύριζαν. Είχε το πιο αστραφτερό γαλάζιο βλέμμα που είχε δει ποτέ του ο αγρότης. Ο άντρας ήταν ντυμένος από πάνω μέχρι κάτω στα καφέ. Ο μικρόσωμος άντρας παρακάλεσε τον αγρότη για λίγη φιλοξενία, και ο αγρότης που ήταν κατά βάθος ένας καλός άνθρωπος, το κάλεσε μέσα, του πρόσφερε ένα καλό γεύμα και ένα αναπαυτικό κρεβάτι για να ξεκουραστεί τη νύχτα, όπως προστάζει στα μέρη αυτά το έθιμο της φιλοξενίας. Το πρωί, ο αγρότης σιγουρεύτηκε πως ο νάνος έφαγε ένα πλούσιο και δυναμωτικό πρωινό και τον ξεπροβόδισε δίνοντάς του προμήθειες για τον δρόμο του. Καθώς τον αποχαιρετούσε, ο μικρόσωμος άντρας τον ρώτησε:

  • «Αν μπορούσες να ζητήσεις μόνο μια ευχή, και η ευχή να πραγματοποιηθεί, ποια ευχή θα ζητούσες;»
  • «Ω, έχω μια και μόνη ευχή, μα κανείς δεν μπορεί να πραγματοποιήσει την ευχή μου.»
  • «Δεν είμαι σίγουρος γι’αυτό, μα αν μου πεις την ευχή σου, θα σου πω τι μπορεί να γίνει.», απάντησε ο παράξενος νάνος.
  • «Η μόνη ευχή που θα ήθελα να ευχηθώ αν είχα μία και μόνη ευχή είναι να είχα ξανά κοντά μου την αγαπημένη μου γυναίκα.» είπε χωρίς δισταγμός ο αγρότης.
  • «Μα ήταν το δικό σου λάθος που την σκότωσε.» είπε σκληρά ο μικρόσωμος άντρας.
  • «Το γνωρίζω αυτό. Και δεν υπάρχει ούτε μια στιγμή, που να το ξέχασα αυτό, όλον αυτόν τον ένα χρόνο και μια μέρα. Πενθώ για εκείνη κάθε μέρα και εύχομαι να γινόταν να γυρίσει πίσω. Και εύχομαι κάθε μέρα να μην ήμουν τόσο κακός μαζί της και να μην είχα κάνει όλα αυτές τις φρικτές πράξεις που της είχα κάνει. Μα όπως και να έχει, κανείς δεν μπορεί τώρα πια να πραγματοποιήσει την ευχή μου.»

Ο μικροσκοπικός άντρας πήρε το δρόμο και ο αγρότης πήγε στις δουλειές των χωραφιών και του κοπαδιού. Όταν το βράδυ γύρισε στο σπίτι του, δεν περίμενε ποτέ αυτό που είχε αντικρύσει. Η αγαπημένη του γυναίκα τον περίμενε εκεί, ζωντανή και με όλη την ομορφιά της. Η ευτυχία είχε ξαναγυρίσει στο ζευγάρι. Με πάθος την πήρε στην αγκαλιά του και έκαναν μαγικό έρωτα ξανά.

Η ζωή έγινε ξανά τόσο όμορφη όσο και πριν. Και ακόμα περισσότερο. Οι ώρες που περνούσαν μαζί ήταν ακόμα πιο ωραίες και ο έρωτας που έκαναν ήταν ακόμα πιο δυνατός.

Ώσπου μια μέρα ο αγρότης βρέθηκε στο χωριό, είδε κάποιους και τους άκουσε να μιλάνε. Γύρισε στο σπίτι, κάθισε και ζήτησε να μιλήσει στην γυναίκα του.

  • «Αυτοί οι άνθρωποι, όταν σε είδαν είπαν:
  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»
  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είσαι η γυναίκα μου, είσαι δική μου και ανήκεις σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του ότι δεν θα έπρεπε να ξαναπάει στο χωριό ποτέ. Το κορίτσι ήταν ένα από αυτά τα παράξενα πλάσματα, μια αγνή, υπάκουη ψυχή και έσκυψε το κεφάλι και δεν πήγε ξανά στο χωριό.

Μετά από λίγο καιρό ο αγρότης σκέφτηκε την γυναίκα του να περπατάει στους αγρούς και οι εργάτες που δούλευαν στους αγρούς να λένε:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του πώς θα μπορούσε να μένει μόνο στον κήπο και στο σπίτι. Δεν θα μπορούσε να περπατάει πια ελεύθερη στους αγρούς. Κι εκείνη έκανε και πάλι όπως της είπε. Και υπήρχε ακόμα ευτυχία στον κήπο της και στο σπίτι της.

Τότε μια μέρα το αγρότης είδε την γυναίκα του στον κήπο, να σκύβει και να φροντίζει τα λουλούδια, να σκαλίζει το χώμα και να ποτίζει τους θάμνους. Πρόσεξε πως κάποιοι από τους υπηρέτες κοίταζαν πάνω από τον φράχτη και χάζευαν την γυναίκα του στο κήπο.

Ο αγρότης σκέφτηκε πως οι υπηρέτες σίγουρα θα έλεγαν το βράδυ, όταν θα μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά του τζακιού στην κουζίνα τις ώρες της ξεκούρασης:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Έτσι είπε στην γυναίκα του πως δεν θα έπρεπε να βγει ξανά στον κήπο. Πως θα έπρεπε να μένει μέσα στο σπίτι τους. Και πάλι το κορίτσι υπάκουσε και έμεινε στο σπίτι και ακόμα βρίσκονταν ακόμα ευτυχία ανάμεσά τους.

Ώσπου μια μέρα ο αγρότης σκέφτηκε μονολογώντας στον εαυτό του.

  • «Μα η γυναίκα μου σίγουρα θα κινείται μέσα στο σπίτι. Καθώς θα κάνει τις δουλειές του σπιτιού θα περνάει από δωμάτιο σε δωμάτιο. Και όπως θα κινείται θα περνάει από τα παράθυρα. Ο κόσμος που περνάει έξω από το σπίτι και οι υπηρέτες που θα βρίσκονται μέσα στο σπίτι θα την κοιτάζουν και θα λένε:
  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Είπε λοιπόν στην γυναίκα του πως θα έπρεπε να μένει μέσα στο σπίτι με κλειστά παράθυρα για να μην την βλέπει κανείς. Έπιασε λοιπόν και κάρφωσε με ξύλα όλα τα παράθυρα για να μην μπορεί να την δει κανείς. Η κοπέλα υπάκουσε και πάλι, μόνο που αυτό της έφερε μια βαθιά θλίψη.

Ο καιρός περνούσε και η ευτυχία κρατούσε ακόμα στο ζευγάρι. Ο αγρότης γύριζε στο σπίτι το βράδυ και η γυναίκα του τον περίμενε για να φάνε μαζί το βραδινό και να μιλήσουν. Μετά έκαναν μαγικό έρωτα στο κρεβάτι τους.

Ώσπου μια μέρα και πάλι ο αγρότης σκέφτηκε. Υπάρχουν και οι υπηρέτες που βρίσκονται και δουλεύουν μέσα στο σπίτι και όλη την μέρα μπορούν να βλέπουν την γυναίκα μου ακόμα κι αν εκείνη δεν βγαίνει έξω από το σπίτι. Όσο την βλέπουν όλη μέρα θα λένε:

  • «Αυτή είναι η γυναίκα του αγρότη και είναι πολύ όμορφη γυναίκα.»

Ο αγρότης σκέφτηκε:

  • Δεν θα έπρεπε να λέγε τέτοια λόγια για την γυναίκα μου. Είναι η γυναίκα μου, είναι δική μου και ανήκει σε μένα. Δεν θα έπρεπε να λένε καν κάτι τέτοιο.»

Κι έτσι ο αγρότης κλείδωσε την γυναίκα του μέσα στην κρεβατοκάμαρά τους. Δεν θα την έφηνε να βγει ξανά ποτέ από εκεί.

Έτσι ένα βράδυ ο αγρότης γύρισε στο σπίτι, ξεκλείδωσε την κρεβατοκάμαρα και βρήκε την γυναίκα του να κείτεται νεκρή πάνω στο κρεβάτι τους για δεύτερη φορά. Όταν κατάλαβε το λάθος του με σπαραγμό την πήρε αγκαλιά και προσπάθησε να την βγάλει από το κλειδωμένο δωμάτιο. Με έκπληξη όμως είδε, πως η πόρτα και τα παράθυρα είχαν πια χτιστεί. Κάθε έξοδος είχε κλείσει. Κι έτσι έμεινε μαζί της κι εκείνος για πάντα κλεισμένος δίπλα στην νεκρή γυναίκα του, μέχρι το δικό του θάνατο.

 

Κελτικές ιστορίες της θάλασσας

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s