Τα χρόνια με τη Λάουρα Δίας – Κάρλος Φουέντες

Όταν το έχεις πολλή ανάγκη, ένα βιβλίο έρχεται να σε βρει. Όχι οποιοδήποτε βιβλίο, μα αυτό που έχεις πραγματικά ανάγκη.

Έχω μέσα στην καρδιά και στο μυαλό μου το βιβλίο με την Λάουρα. Το έχω από καιρό. Γράφω τα πρώτα δειλά κεφάλαια και τα σβήνω. Γράφω το σενάριο, τα πρόσωπα, τους διάφορους χαρακτήρες, τα μεγάλα διλήμματα και τις ανατροπές. Και έτσι που με ζορίζει η δική μου Λάουρα, μια άλλη Λάουρα ήρθε να με βρει. Η Λάουρα Δίας του Κάρλος Φουέντες.

«Τα χρόνια με την Λάουρα Δίας» είναι ένα από τα πιο μεστά βιβλία που έχω διαβάσει. Ο Κάρλος Φουέντες είναι ένας τεράστιος λογοτέχνης της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής. Ένας μεγάλος συγγραφέας της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας.

Η σύλληψη του βιβλίου είναι απλή και γι’αυτό μεγαλειώδης. Ο Φουέντες διαλέγει μια γυναίκα, τη Λάουρα, και μέσα από την ζωή της, μας περιγράφει όλη την πονεμένη, άγρια, αιματοβαμένη ιστορία του Μεξικού. Μας μιλάει για τους ατέλειωτους εμφυλίους πολέμους, για τις αδίστακτες δικτατορίες που με ελάχιστα διαστήματα δημοκρατίας δυνάστευσαν την Κεντρική και Λατινική Αμερική έως και σήμερα, για τον αντίκτυπο του Ισπανικού εμφυλίου και των διωγμών του Φράνκο, που έφερε τόσους ισπανόφωνους καλλιτέχνες εξόριστους στο Μεξικό, για τους αγώνες των κομμουνιστών και των αναρχικών συνδικαλιστών, για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και για το κυνήγι του Μακάρθουρ στις ΗΠΑ που ξεκλήρεισε όλες τις ελεύθερες φωνές και έφερε ένα δεύτερο κύμα – αμερικανών αυτή τη φορά – εξορίστων καλλιτεχνών στο Μεξικό. Μιλά για τον Ριβιέρα και για την Φρίντα Κάλο, για την λογοτεχνία, την ποίηση, την ζωγραφική και κάθε μορφή Τέχνης, που γεννιέται πάντα όπου υπάρχει πόνος και αγώνας.

Όμως όλα αυτά δεν είναι ξένα και δημοσιογραφικά. Όχι σαν ένας πολύ καλά διαβασμένος ιστορικός – που σίγουρα είναι. Τα βλέπουμε να τα ζει στην ψυχή, στο μυαλό και στο κορμί της μια γυναίκα. Τα βλέπουμε να έχουν αντίχτυπο στην οικογένειά της, να χτυπούν τους απελπισμένους έρωτές της, στους άντρες της ζωής της. Είναι μια όμορφη, γενναία, νέα γυναίκα χωρίς ιδιαίτερη μοίρα, χωρίς εξαιρετικά ταλέντα ή τεράστια μόρφωση, που όμως διάλεξε να ζήσει τη ζωή της με ειλικρίνεια και ελευθερία.

Η Λάουρα υποφέρει πολύ. Χάνει τους αγαπημένους της σε εργατικούς αγώνες, σε βασανιστήρια της χούντας, ζει από κοντά την αλλοτρίωση του κομμουνιστικού κόμματος από την δύναμη της εξουσίας, ζει από κοντά το απελπισμένο ταλέντο των μεγάλων καλλιτεχνών της χώρας της, των ποιητών και των ζωγράφων, όπως ο Ριβιέρα και η Κάλο, των σεναριογράφων και σκηνοθετών του Χόλλυγουντ που κατηγορούνται ως κομμουνιστές και χάνουν τη δουλειά τους και εξορίζονται, που αναγκάζονται να γίνουν καταδότες. Ζει το κυνήγι των ναζί εναντίων των Εβραίων. Ζει το κυνήγι κάθε κατατρεγμένου. Και έχει πάντα διαλέξει πλευρά. Παρά την αδυναμία να είναι μια απλή γυναίκα.

Στους διανοούμενους που γνώρισε (κάποια από τα μεγαλύτερα πνεύματα του αιώνα της, κάποιοι από αυτούς μεγάλοι φιλόσοφοι), όταν για να την κεντρίσουν της έδωσαν τον λόγο, έκανε μόνο μια ερώτηση:

  • «Μπορεί η αγάπη ενός ζευγαριού να αντισταθμίσει όλη την δυστυχία του κόσμου;»

Δεν πήρε απάντηση.

Αλμπέρ Καμύ – “Ο ξένος”

Τον Αμπέρ Καμύ τον συνάντησα κάπως αργά στη ζωή μου, όμως τον συνάντησα και αυτό έχει σημασία. Κάθε συνάντηση, κάθε μεγάλο βιβλίο και κάθε μεγάλος έρωτας έχει την ώρα του.

Προσπαθώντας να ξεπεράσω την ταραχή που μου προκάλεσε «Η πτώση», που διάβασα πρόσφατα, πήρα στην άμμο εδώ μαζί μου, εδώ στην θάλασσα, στα 8 μποφόρ του Αιγαίου τον «Ξένο». Δεν θα συνέλθω ποτέ από αυτό το βιβλίο νομίζω. Δεν θα συνέλθω ποτέ από τον Καμύ.

Τον «Ξένο» τον διαβάζεις χωρίς ανάσα. Δεν τον αφήνεις κάτω. Δεν ξέρεις τι μέρα είναι και τι ώρα, δεν θυμάσαι σε ποια ακρογιαλιά είσαι, σε ποιο νησί… Οι πρώτες λέξεις και οι πρώτες παράγραφοι είναι αρκετές για να δείξουν την ευφυία του συγγραφέα, το υψηλό του πνεύμα, την διάνοιά του.

Αναριωτιέμαι πώς να γεννήθηκε ένα τέτοιο βιβλίο στο μυαλό του Καμύ, πώς ο συγγραφέας συνέλαβε την ιδέα, αυτό που ήθελε να πει, πώς μετά διάλεξε την (τόσο απλή) πλοκή, πώς έπλασε τους χαρακτήρες. Να είχε γράψει άραγε τα πάντα αναλυτικά,  τις σκέψεις του, τα βαθιά νοήματα και μετά να αφαιρούσε όπως σμιλεύει ο γλείπτης το περιττό μάρμαρο και δίνει σχήμα και νόημα; Ή μήπως ήταν από την αρχή ξεκάθαρος στο μυαλό του αυτός το λιτός και απέριττος τρόπος γραφής;

Ο Καμύ έχει την ιδιοφυία να χρησιμοποιεί τις λιγότερες δυνατές λέξεις και τα πιο απλά παραδείγματα, να φτιάχνει τους ολιγάριθμους και τόσο πεζούς χαρακτήρες για να πει τις πιο μεγάλες πανανθρώπινες και αιώνιες αλήθειες. Αυτές που είναι τα τραύματά μας και οι εφιάλτες μας. Να πει για την ζωή και το νοήμά της, για το θάνατο, το τραύμα με τη μητέρα και τον πατέρα, για τον έρωτα και την ελευθερία του να μην είσαι ερωτευμένος, για το έγκλημα και την τιμωρία, για την κοινωνία και την φυλακή. Για όλα.

Πόσοι συγγραφείς μπορούν αλήθεια να κάνουν κάτι τέτοιο; Και πόσοι μεγάλοι λογοτέχνες και φιλόσοφοι μπορούν στ’αλήθεια να ξεφύγουν από την ματαιοδοξία, από την παγίδα της ικανότητάς τους να χειρίζονται τον λόγο, από την παγίδα της δόξας και της φήμης τους και να μένουν στο απλό και το λιτό και το αληθινό, χωρίς να χρειάζεται με τυμπανοκρουσίες να αποδείξουν πόσο μεγάλοι λογοτέχνες είναι.

Ακούω καμιά φορά εκδότες να μιλούν για την αποτυχία που περιμένει τα βιβλία  που δεν είναι «τούβλα», που δεν έχουν ας πούμε 500 με 600 σελίδες, που δεν είναι value for money, που δεν έχουν πολλές ελπίδες για έκδοση και για πωλήσεις. Ο «Ξένος» του Καμύ είναι 130 σελίδες και δεν λείπει ούτε μια λέξη, ούτε μια τελεία. Δεν χρειάζεται ούτε μια φράση παραπάνω.

Ο Καμύ έχει πίστη στις λέξεις του, στην αφαιρετική του ικανότητα. Παίρνει ένα θέμα τόσο βαρύ όσο η φιλοσοφία ζωής και το κάνει μια ανάλαφρη νουβέλα με εικόνες από παραλίες της Μεσογείου και από σινεμά. Εγώ που αγαπώ τόσο τον Ντοστογιέφσκι δεν μπορώ να μην το δω: Ο «Ξένος» είναι το «Έγκλημα και τιμωρία» γραμμένο με συναισθήματα, με εικόνες, χωρίες εξηγήσεις, χωρίς μονολόγους. Με το λιγότερο δυνατό λόγο (όπως θα ήταν το μηχανικό ανάλογο στην Φυσική).

Ο Καμύ βάζει εμάς να τα σκεφτούμε όλα, να τα φανταστούμε όλα, να τα νιώσουμε όλα. Δεν εννοεί τίποτα αν δεν το εννοήσουμε εμείς. Μας αφήνει να βρούμε εμείς την αιτία, τον λόγο, την αφορμή, το γιατί και το τέλος (αν υπάρχει τέλος). Μας θέλει ενεργούς αναγνώστες, έξυπνους, διορατικούς, πραγματικούς βοηθούς του. Και αυτό γινόμαστε όταν διαβάζουμε Καμύ.

Γινόμαστε συν-συγγραφείς μαζί του.

Camy.jpg