Singapore Sling

Τα παλιά χρόνια η Σιγκαπούρη ήταν ένα όμορφο και ήσυχο ψαροχώρι με δύο – τρεις χιλιάδες κατοίκους, που είχαν μαλαισιανή καταγωγή. Μετά όμως ήρθαν οι Βρετανοί – προφανώς για να φέρουν τον πολιτισμό και σε αυτήν την άμοιρη πλευρά της γης. Κι έτσι η Σιγκαπούρη έγινε Βρετανική αποικία. Αν μη τι άλλο, οι Βρετανοί είχαν μεγάλο ταλέντο στο να ανακαλύπτουν όμορφες χώρες και να τις κάνουν αποικίες.

Μαζί με την κατάκτησή τους έφεραν και τις συνήθειές τους. Έτσι στη μέση μιας μοναδικής σε ομορφιά ζούγκλας, με χρυσές ακτές και απέραντη θάλασσα, εκείνοι έφτιαξαν γήπεδα του γκολφ και απογευματινές λέσχες με αυστηρά κριτήρια εισόδου. Φυσικά οι Λέσχες ήταν κλειστές. Μόνο μέλη μπορούσαν να πηγαίνουν. Και φυσικά υπήρχαν ξεχωριστές για άντρες και για γυναίκες.

Έτσι οι Βρετανοί αξιωματούχοι και διπλωμάτες έμπαιναν στην Λέσχη τους κάποια απογεύματα την εβδομάδα κι έπιναν ουίσκυ μιλώντας για πολιτική και χρηματιστήρια, αφήνοντας τις γυναίκες τους στην δική τους Λέσχη, όπου εκείνες δεν μπορούσαν να πιουν παρά μόνο ζεστό τσάι, σύμφωνα με την ηθική και την παράδοση της εποχής και της βασιλικής αυλής. Όσο και φιλότιμο κι αν έδιξαν στην νέα τους αυτή πατρίδα, όσο χαμογελαστές κι αν σερβίρονταν το τσάι που τους έφερνε ο νεαρός μπαρ τέντερ, με τον στόλο από υπηρέτες που υπήρχαν στην Λέσχη, οι γυναίκες των Βρετανών έπλητταν ξεκάθαρα. Καμιά φορά τόσο, που δεν πήγαιναν καν στην Λέσχη τους. Ποια νοιάζεται για μια κούπα καυτό τσάι;

Και τότε την είδε. Ο ταπεινός μπάρ τέντερ από την πιο μικρή γωνιά της Κίνας, μεγαλωμένος έτσι ώστε να μην βλέπει πέρα από το shaker και τα μπουκάλια από τα ποτά του, και από τα ποτήρια που με τόση τέχνη γέμιζε, σε ένα παράλογο γύρισμα της μοίρας, τόλμισε να ρίξει το βλέμμα του στην θλιμμένη Αγγλίδα, που καθόταν ανόρεχτη μπροστά στην κούπα από το τσάι της. Το λευκό της δέρμα δεν έμοιαζε με το λευκό δέρμα που είχαν τα κορίτσια της επαρχίας του, ούτε το αυταρχικό της βλέμμα είχε κάτι από την ταπεινότητα με την οποία είχαν μάθει τα κορίτσια της πατρίδας του να κοιτάζουν την γη, που βρίσκονταν μπροστά από πόδα ενός άντρα. Όμως το λευκό δέρμα αυτής της παντρεμένης Αγγλίδας και το βλέμμα της ήταν όσα εκείνος είχε ονειρευτεί. Και ας μην είχε τολμήσει να το σκεφτεί και να το παραδεχθεί στον εαυτό του. Αλλά αν υπάρχει κάτι, που σε αυτή τη ζωή έχει τόλμη, αυτό είναι ο έρωτας.

Οι Βρετανοί ήταν πολύ ήσυχοι για την ασφάλεια των γυναικών τους στην Λέσχη. Άλλωστε ποια κυρία της Βρετανικής κοινωνικής ελίτ, θα γύριζε ποτέ να κοιτάξει έναν ιθαγενή υπάλληλο σε μια αποικία; Και ακόμα αν γινόταν και κάτι τέτοιο (ας πούμε – γιατί είχαμε κάποτε και την άτυχη περίπτωση της Λαίδης Τσάτερλυ να βρωμίζει τις συνειδήσεις), ποιος ιθαγενής που είχε σταθεί τόσο τυχερός ώστε να έχει μια δουλειά στην Λέσχη, τόσο ξεκούραστη και καλοπληρωμένη, αντί για να δουλεύει στα χωράφια και τα ορυχεία, όπως οι υπόλοιποι, θα έβαζε μια τέτοια προοπτική σε κίνδυνο, για μια γυναίκα. Αλλά, αν υπάρχει κάτι που σε αυτή τη ζωή που δεν δίνει σημασία στην καταγωγή, την εθνικότητα και την ασφάλεια της προοπτικής, αυτό είναι ο έρωτας.

Ο ερωτευμένος μπάρμαν μέτραγε τις μέρες, για να τη δει. Και τις ώρες. Γιατί το να τη δει ήταν το περισσότερο που μπορούσε. Και ήταν από μόνο του, ανεκτίμητο. Και πρόσεξε πως οι φορές μειώθηκαν. Οι μέρες τις εβδομάδας που εκείνη έρχονταν στη Λέσχη έγιναν όλο και λιγότερες. Οι φορές που οι κυρίες έρχονταν στην Λέσχη έγιναν όλο και λιγότερες, τελικά. Οι κυρίες είχαν βαρεθεί. Αυτό από μόνο του δεν τον ενδιέφερε και τόσο. Μα το να μην έρχονται οι Βρετανίδες πια στη Λέσχη σήμαινε, πως δεν θα την έβλεπε. Κι αυτό έμοιαζε με το τέλος του κόσμου. Ο μπάρμαν κάθησε να σκεφτεί.

Την επόμενη φορά που όλες οι κυρίες ήταν στην Λέσχη – μια Παρασκευή απόγευμα – όταν είχαν πιει πάνω από δύο φλυτζάνια τσάι η καθεμιά, αρωματισμένο με γιασεμί, ακόμα και με χυμό από μάγκο – του ήρθε η ιδέα. Χωρίς καν να το σκεφτεί. Πήρε το shaker και έβαλε μέσα δύο καλές μεζούρες τζιν και μετά πρόσθεσε εξωτικούς χυμούς – χυμό ανανά και πορτοκαλιού και μάγκο – και σέρυ κεράσι, όπως τα χείλη της. Σέρβιρε το κοκτέηλ σε κολονάτα ποτήρια, το δρόσισε με πάγο και το στόλισε με φρούτα. Με θάρρος και χαμόγελο το πρόσφερε στις κυρίες, αρχίζοντας φυσικά από την γηραιότερη. Όταν πρόσφερε σε εκείνη το ποτό της, δεν ένιωθε κανένα από τα δυο του χέρια. Ήταν σαν να είχαν κοπεί από τους ώμους.

Οι κυρίες δοκίμασαν το ποτό και δεν το πίστευαν. Τόση δροσιά και τόση γλύκα! Η πιο γηραιά κυρία, εκείνη που είχε την μεγαλύτερη επιρροή, ήταν και η πιο ενθουσιασμένη. Φώναξε τον μπάρμαν στο τραπέζι της, του έκλεισε με νόημα το μάτι και το μυστικό θα έμενε μεταξύ τους. Δεν χρειαζόταν κανείς έξω από την Λέσχη να μαθαίνε πως ο χυμός που έπιναν οι κυρίες είχε μέσα του εκτός από χυμούς και αλκοόλ.

Ο μπάρμαν αναζήτησε το βλέμμα της. Και βρήκε το χαμόγελό της. Δεν τα είχε καταφέρει κι άσχημα.

Οι κυρίες ήρθαν και την Κυριακή. Και έμειναν μισή ώρα παραπάνω από το συνηθισμένο. Μετά και την Τρίτη. Ποιος να ήλπιζε σε τόση ευτυχία; Μπορούσε να την βλέπει σχεδόν κάθε άλλη μέρα. Και σε λίγο καιρό, κάθε μέρα. «Ευλογημένο τζιν κι ευλογημένο σέρυ» σκεφτόταν.

Οι κύριοι κάτι παρατήρησαν μα δεν έδωσαν στην αρχή καμιά σημασία. Ίσα – ίσα, ήταν πολύ χαρούμενοι που οι σύζυγοι τους έλειπαν περισσότερες ώρες στην Λέσχη των Κυριών και τους άφηναν ήσυχους, να πούνε τα δικά τους. Μα σε λίγο τους έκανε εντύπωση η χαρά με την οποία πήγαιναν. Γιατί αν είναι να ελέγχει κάποιος κάτι,  σε έναν καθώς πρέπει γάμο είναι αυτό που προκαλεί χαρά στον άλλο. Δεν χρειάστηκε πολύ. Το πράγμα μαθεύτηκε. Για να μην δωθεί διάσταση και επειδή οι Βρετανοί σύζυγοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους ανοιχτόμυαλους, δεν έφεραν μεγάλες αντιρρήσεις. Φυσικά και μπήκε ένα φρένο στην συχνότητα με την οποία οι κυρίες πήγαιναν στην Λέσχη και ακόμα πιο πολύ η συχνότητα με την οποία έπιναν το κοκτέηλ τους.

Και όπως συχνά συνηθίζεται από την Βρετανική νοοτροπία, οι Βρετανοί σύζυγοι γύρισαν ένα πρόβλημα σε ευκαιρία. Γιόρτασαν το νέο κοκτέηλ, το έκαναν επίσημο. Έδωσαν συγχαρητήρια στον μπάρμαν – ο νεαρός Κινέζος δεν πίστευε στην μοίρα του. Και του έδωσαν ένα όνομα. Singapore Sling το είπαν. Και έγινε διάσημο.

Ο καιρός πέρασε και η θλιμμένη Αγγλίδα έπρεπε να ακολουθήσει τον φιλόδοξο άντρα της πίσω στην χώρα τους. Στα πράσινα λιβάδια της Αγγλίας. Στην πολλά υποσχόμενη διπλωματική του καριέρα. Στην γκρίζα βροχή του Λονδίνου. Την τελευταία βραδιά πριν την αναχώρησή τους, ο σύζυγος έδωσε ένα μεγάλο πάρτυ στους φίλους του, στην Λέσχη των ανδρών. Εκείνη πέρασε πιο ήσυχα το βράδυ, πίνοντας το τελευταίο της Singapore Sling στην δική της Λέσχη, που είχε κλείσει από νωρίς για τις κυρίες, μα όχι και για εκείνη.

Η θλιμμένη Αγγλίδα και ο ταπεινός μπάρμαν μπορεί να μην ιδώθηκαν ξανά. Μα το Singapore Sling έγινε διάσημο κοκτέηλ σε όλον τον κόσμο.

Όταν το πίνετε να ξέρετε πως δημιουργήθηκε από έναν αληθινό, απελπισμένο έρωτα. Όπως κάπως έτσι δημιουργήθηκαν και όλα τα σημαντικά σε αυτή τη ζωή. Μην πιστέψετε ό,τι άλλο σας πουν.

 

(Η ιστορία του Singapore Sling είναι όντως κάπως έτσι. Μου την είπαν στο μπαρ όπου πρωτοδημιουργήθηκε στο Long Bar στο ξενοδοχείο Raffles στην Σιγκαπούρη. Τον έρωτα του μπάρμαν για την νεαρή Αγγλίδα την έβγαλα από το μυαλό μου, μα είμαι σίγουρη πως είναι πέρα αλήθεια, γιατί κανείς δεν μπορεί να φτιάξει κάτι που μένει για πάντα, αν δεν το κάνει από έρωτα. Αν δεν την πιστεύετε, βέβαια, μπορείτε απλά να διαβάσετε την ιστορία του Singapore Sling στην wikipedia. Εκεί δεν λέει τίποτα για έρωτες).Singapore Sling

Σιγκαπούρη

Τα παλιά χρόνια η Σιγκαπούρη ήταν ένα πανέρμορφο, ήσυχο ψαροχώρι, βγαλμένο από τον παράδεισο. Τοποθετημένη στο νοτιότερο άκρο της ηπείρου που ονομάζουμε Ασία, είναι καλά προστατευμένη από τους σεισμούς – που σχεδόν όλους τους απορροφά η Ινδονησία – και από τα φοβερά τσουνάμι – που τα απορροφά η Σουμάτρα – και τίποτα φοβερό δεν συμβαίνει σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο. Οι λιγοστοί κάποτε κάτοικοι, όλοι τους ικανότατοι ψαράδες, δεν είχαν κάτι να φοβηθού ή για κάτι να τρομάξουν. Οι άνθρωποι που ζούσαν στην Σιγκαπούρη ήταν όλοι χαμογελαστοί και χωρίς κακές σκέψεις.

Μια μέρα ένας σουλτάνος ήρθε στο νησί. Με την έπαρση και την σιγουριά του κατακτητή. Και τότε ένα τεράστιο, θαλάσσιο κύμα σηκώθηκε, χτύπησε τα καράβια του, τους στρατιώτες του και τους υπηρέτες του. Το τεράστιο, θαλάσσιο κύμα χτύπησε και τον ίδιο και σαν επακόλουθο η χρυσή, διαμαντοστόλιστη κορώνα του έπεσε στη θάλασσα. Στην στιγμή ο υπασπιστής του βούτηξε και του την έφερε. Και ο σουλτάνος την έβαλε και πάλι στο κεφάλι του. Σε λίγο, ένα άλλο τεράστιο, θαλάσσιο κύμα σηκώθηκε, χτύπησε τα καράβια μα και το ίδιο και έριξε και πάλι την κορώνα του στη θάλασσα. Και ο υπασπιστής του βούτηξε και του την έφερε πάλι. Και αυτό το σκηνικό έγινε ξανά και ξανά, χωρίς ποτέ η κορώνα να μείνει στο κεφάλι του σουλτάνου.

Και τότε ένας γέρος υπηρέτης πρότεινε στον σουλτάνο να πάρει ο ίδιος και να ρίξει την κορώνα του στην θάλασσα. Κι εκείνος, που είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στον γέρο αυτόν υπηρέτη, που είχε στη δούλεψή του τόσα χρόνια το έκανε. Ο σουλτάνος, πήρε στα χέρια την πολύτιμη κορώνα και με μια σίγουρη κίνηση την πέταξε στη θάλασσα, πάνω στο τεράστιο κύμα. Και τότε, η θάλασσα ηρέμησε και ένα γιγάντιο, τρομακτικό θαλάσσιο λιοντάρι βγήκε στην επιφάνεια φορώντας την κορώνα του σουλτάνου.

Ο σουλτάνος πήρε το μάθημά του. Ονόμασε την πόλη Σιγκαπούρη, από το Singa που θα πει λιοντάρι και από το pura που πόλη, δηλαδή πόλη των λιονταριών. Και τώρα πια όλοι ήξεραν ποιος ήταν ο πραγματικός σουλτάνος της πόλης.

lion