Ο κήπος της αρχοντοπούλας

Ήταν μια όμορφη αρχοντοπούλα που είχε έναν σπάνιο κήπο με πουλιά, μπορεί και να μην ήτανε…

Όλοι είχαν να λένε για την ομορφιά της. Μα η ομορφιά της δεν ήταν τίποτα μπροστά στην εξυπνάδα της.  Και η εξυπνάδα της δεν ήταν τίποτα μπροστά στην καλοσύνη της. Μα πιο παράξενο από όλα ήταν το χάρισμά της. Η μικρή αρχοντοπούλα είχε ένα χάρισμα ανεκτίμητο. Και γι’αυτό έρχονταν στον κήπο της όλα τα πουλιά, που πετούσαν στους ουρανούς της πόλης. Και μαζί και όλα τα μικρά παιδιά, που ζούσαν στην πόλη τους.

Σίγουρα ήθελαν να δουν τα καστανά μακριά μαλλιά, τα ανοιχτά καστανά μάτια (τόσο ανοιχτόχρωμα που νόμιζες καμιά φορά πως είχαν μέσα στην ίριδά τους ηλιαχτίδες)  τα κόκκινα χείλη ίδια τριαντάφυλλα, το δέρμα που χρύσιζε όπως η άμμος στις ακρογιαλιές του ωκεανού. Ίσως κάποια πουλιά ήθελα να την ακούσουν να τραγουδά. Ίσως να τη δουν να χτενίζεται στο φεγγαρόφωτο. Όμως όλα, – ανεξαιρέτως όλα – έρχονταν κοντά της στο ηλιοβασίλεμα, για να την ακούσουν να λέει τις ιστορίες της. Γιατί αυτό ήταν το σπάνιο χάρισμά της: έλεγε ιστορίες που μάγευαν και έκοβαν την μιλιά των ανθρώπων. Που γιάτρευαν την μοναξιά όσων ήταν μόνοι, που μετρίαζαν τον πόνο όσων ήταν άρρωστοι, που απάλυναν την θλίψη όσων είχαν χάσει αγαπημένους. Η μικρή αρχοντοπούλα δεν έλεγε απλά ιστορίες. Σε κάθε ιστορία απλόχερα έκοβε και έβαζε ένα κομμάτι από την ψυχή της.

Ο πατέρας της – που άλλη χαρά δεν είχε στη ζωή εκτός από εκείνη – τη μάλωνε που κουραζόταν τόσο, και που κάθε απόγευμα έτρωγε τις ώρες της με τα πουλιά του κήπου, με τα παιδιά των εργατών που μαζεύονταν κάτω από το μπαλκόνι της, με τους εργάτες και τις εργάτριες, που κάθονταν κάτω από τα δέντρα. Άλλα έπρεπε να ήταν τώρα τα ενδιαφέροντά της. Να διαλέξει υφάσματα για τα φορέματα χορού, παπούτσια για τις βόλτες στην προκυμαία της πόλης, τσάντες και ζώνες να ταιριάξει με το καθένα τους, κορδέλες για τα μαλλιά, κοκκινάδι για τα χείλη… Πόσο τα βαριόταν η αρχοντοπούλα όλα αυτά… Χαμογελούσε στον πατέρα της, τον έπαιρνε αγκαλιά και τον έκανε να λιώνει…

  • «Πατέρα, μην ανησυχείς για μένα. Όμορφα περνάω εδώ στον κήπο την ώρα του δειλινού. Μιλάω με τα πουλιά και αυτό μου δίνει χαρά. Μιλάω με τα παιδιά και αυτό είναι μια μεγάλη ξεκούραση. Μην ανησυχείς για μένα.»
  • «Καλά, κορίτσι μου, ό,τι πεις.», της απαντούσε εκείνος σαστισμένος.

Ώσπου μια μέρα, η αρχοντοπούλα είχε πει τόσες πολλές και διαφορετικές ιστορίες, τόσο παράξενες και ξεχωριστές, και σε κάθε μια από αυτές είχε βάλει ένα τόσο δα κομμάτι από την ψυχή της, και στο τέλος δεν της έμεινε πια ψυχή.

Η αρχοντοπούλα αρρώστησε βαριά όταν δεν της έμεινε ψυχή.

Ο πατέρας της έπεσε σε βαθιά απόγνωση, δεν έτρωγε και δεν κοιμόταν. Τέλειωνε η ζωή του. Δεν είχε άλλη πιο πολύτιμη από εκείνη. Κι όσο την έβλεπε να λιώνει τόσο θλιβόταν και απελπιζόταν. Πλήρωνε όσο-όσο όποιον γιατρό ερχόταν να τη δει. Όποιον γιατρό του έδινε και την πιο μικρή ελπίδα. Κι ήρθαν όντως πολλοί, που με τον τρόπο τους προσπαθούσαν να κάνουν καλά την όμορφη άρρωστη. Μάταιος κόπος όμως. Μάταιος. Γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει γιατρός για τις ψυχές.

Όταν ο μεγάλος άρχοντας έφτασε στο τέλος της απελπισίας, όταν οι πνοές της όμορφης αρχοντοπούλας ήταν μετρημένες πάνω σε αυτήν την γη, τότε από ένα μέρος μακρινό, από ένα μέρος που οι άνεμοι δεν ήταν νότιοι και δεν το έβρεχαν οι δύο ωκεανοί, φάνηκε ένα παλικάρι, με ίσιο βήμα και με καθαρό, γαλάζιο βλέμμα.

Η ιστορία με την όμορφη αρχοντοπούλα που έχανε την ψυχή της καθώς την έβαλε σε τόσες όμορφες ιστορίες, που έκαναν τόσο καλό σε ανθρώπους και πουλιά, είχε περάσει τα σύνορα, όχι γιατί υπήρχε άμεση κάλυψη στις ειδήσεις η κάποια νέα τεχνολογική ανακάλυψη, αλλά γιατί τίποτε δεν μαθαίνεται πιο γρήγορα από αυτό που περνάει από στόμα σε στόμα. Και όπως περνάει από στόμα σε στόμα, πολλαπλασιάζεται και γιγαντώνει και παίρνει κι άλλες ερμηνείες κι έγνοιες από αυτούς που το λένε.

Το παλικάρι έμαθε τα νέα. Και ξεκίνησε για να βοηθήσει.

Ήταν από εκείνους που δεν μπορούν να μην βοηθήσουν. Που νιώθουν την φωνή του πόνου. Που την ακούν εκκωφαντική στ’αυτιά τους. Που δεν βολεύονται. Που δεν έχουν εγώ. Που ξεκινάνε από το πουθενά, με όποιον τρόπο και πάνε εκεί, στο σημείο του πόνου. Είχε βοηθήσει ανθρώπους και ανθρώπους στη ζωή του και πάντα στα κρυφά, χωρίς να τον δει κανείς. Γιατί μόνο αυτό δεν άντεχε. Να τον παινεύουν.

Ήρθε χωρίς άλογο και χωρίς όπλα. Με βήμα σταθερό και με δυο δυνατά χέρια. Ρώτησε στην πόλη κι έμαθε για την αρχοντοπούλα. Ήρθε κατ’αρχήν για το καλό της. Για να προσπαθήσει κι αυτός να βοηθήσει την αρχοντοπούλα που είχε χάσει την ψυχή της και σε λίγο θα έχανε και την ζωή της. Δεν ήρθε να της δώσει το φιλί. Δεν ζήταγε ανταμοιβή. Δεν ήταν πρίγκιπας. Δεν είχε καν πλούτη. Δεν ήρθε για να την παντρευτεί και να κερδίσει αξιώματα δίπλα της.

Ο βασιλιάς, αρκετά καχύποπτος που δεν είχε μπροστά του έναν πρίγκιπα ή ένα τουλάχιστον αρχοντόπουλο ήταν έτοιμος να του αρνηθεί την είσοδο. Πού ακούστηκε έναν απλός θνητός να θέλει να σώσει μια τέτοια κόρη; Όμως η απελπισία του δεν του άφηνε περιθώρια. Ο άνθρωπος αλλάζει και γίνεται στ’αλήθεια σοφότερος όταν φτάσει να χάσει ό,τι πιο πολύτιμο έχει… Στην πραγματικότητα μόνο τότε γίνεται στ’αλήθεια σοφός.

  • «Άρχοντά μου, ένας νέος ζήτησε να δει την άρρωστη αρχοντοπούλα μας. Λέει πως θα ήθελε να της μιλήσει. Δεν μας ανέφερε κανέναν τίτλο τιμής. Δεν είναι κανένα από τα γνωστά πριγκιπόπουλα. Τι να κάνει η φρουρά;» ρώτησε ο υπασπιστής του πύργου.
  • «Αφήστε τον να περάσει…» βρήκε να πει κουρασμένα ο άρχοντας.

Όταν είδε το γαλάζιο βλέμμα του παλικαριού ο απελπισμένος πατέρας, όμως, κάτι ζεστάθηκε μέσα στην καρδιά του.

  • «Από εδώ. Από εδώ είναι η κάμαρά της. Πήγαινε κοντά της…» ψέλλισε.

Ίσως να ήταν ο μόνος νέος που πήγε κοντά της χωρίς δώρα. Δεν είχε μαζί του δαχτυλίδι με διαμάντι. Δεν είχε χρυσή αλυσίδα με ρουμπίνια. Δεν είχε φέρει μαργαριτάρια για τον άσπρο της λαιμό. Δεν της κρατούσε καν λουλούδια, καθώς δεν ήταν στον χαρακτήρα του να κόβει κάτι που είχε ζωή. Δεν είχε κάτι να την εντυπωσιάσει.

Εκείνη όμως είχε πολλά. Όμορφο πρόσωπο, σαν το φεγγάρι το βράδυ που γεμίζει. Καστανά μαλλιά, σαν κύματα του ωκεανού την νύχτα. Γραμμένα φρύδια, βλέφαρα σαν ζωγραφιάς. Κόκκινα χείλη, σαν ματωμένα χαμόγελα. Και μάτια καστανά με ήλιους μέσα. Άσπρα χέρια σαν να ήταν γιασεμιά. Απαλούς ώμους και στήθη, μήλα που στέρησαν τον παράδεισο στους πρωτόπλαστους.

Για μια στιγμή δεν άντεξε να την κοιτά άλλο. Έριξε το βλέμμα στο πάτωμα, για να μπορέσει η καρδιά του να μετρήσει τους χτύπους της. Γιατί είχε χάσει κάποιους.

Δεν της είπε λέξη για την ομορφιά της, που του έκοψε την ανάσα. Δεν της είπε λέξη για αυτό που ξεκινούσε μέσα στην καρδιά του. Δεν της είπε λέξη για αγάπη κι έρωτα. Δεν της έταξε τίποτα από όσα θα μπορούσε να της δώσει. Δεν είπε λέξη για το μέλλον και για υποσχέσεις. Πήρε το χέρι της στο χέρι του και της μίλησε σταθερά για αυτούς που την περίμεναν. Της είπε για τον κήπο της που είχε στερέψει από ζωντάνια και ομορφιά. Της είπε για τα πουλιά που είχαν σωπάσει. Για τα παιδιά που δεν έπαιζαν πια ξένοιαστα, μα κοίταζαν τα παράθυρά της φοβισμένα. Για τους ανθρώπους του μόχθου, που δεν έβρισκαν πια ησυχία και παρηγοριά στις ιστορίες της, μα βυθίζονταν μέσα στην φτώχεια και την απελπισία τους.

Και της είπε κι άλλα. Που ακόμα εκείνη δεν είχε δει. Για πόνο που υπήρχε στα μέρη τους, στη νότια γη τους που βρεχόταν από τους δύο ωκεανούς μα και αλλού σε όλη τη γη. Για παιδιά που πεινούσαν τόσο που δεν έπαιζαν. Για ανθρώπους που είχαν ανάγκη ένα χαμόγελο. Που είχαν ανάγκη εκείνη…

  • «Βρες τρόπο να φτιάξεις ψυχή από το λίγο της ψυχής σου… Σε έχουν ανάγκη τόσοι άνθρωποι, Όμορφη. Πώς μένεις εδώ έτσι άπραγη;» την ψευτο-μάλωσε.
  • «Ήρθες λοιπόν. Εσύ είσαι. Είχα απελπιστεί πως δεν θα ερχόσουν ποτέ.» είπε εκείνη με την σοφία της ερωτευμένης γυναίκας. Και συνέχισε.
  • «Μου τέλειωσε η ψυχή. Έκοβα και έβαζα ένα κομματάκι σε κάθε ιστορία που έλεγα. Δεν είπα κάποια ψεύτικη. Δεν γινόταν.» δικαιολογήθηκε.

Όμως οι ψυχές έρχονται στον κόσμου δυο – δυο και συναντιούνται. Μόνο οι δύο σε όλον τον κόσμο είναι φτιαγμένες από το ίδιο υλικό. Και γι’αυτό η μία δίνει στην άλλη. Και η δύναμή τους όταν βρεθούν δεν τελειώνει. Ο νέος χωρίς άλογο και χωρίς τίτλους είχε ψυχή από το ίδιο υλικό με την όμορφη αρχοντοπούλα. Και απλόχερα της την έδωσε. Και οι δυο ψυχές δυνάμωσαν τώρα που βρέθηκαν μαζί.

Η αρχοντοπούλα πήρε δύναμη από την ψυχή του παλικαριού. Κι εκείνος πήρε δύναμη από την αγάπη της και την ομορφιά της. Την σήκωσε απαλά κρατώντας την από το χέρι και πρώτα την πήγε στον πατέρα της. Ο γέρο – άρχοντας όταν την είδε όρθια και χαμογελαστή, με κόκκινα μάγουλα και ερωτευμένα μάτια, ένιωσε πραγματικά ευτυχισμένος. Δεν είπε κουβέντα στον άγνωστο νέο, που δεν είχε αρχοντική καταγωγή. Μόνο έσκυψε με σεβασμό μπροστά του. Κι αυτή η υπόκλιση τα είπε όλα.

Ο νέος και η αρχοντοπούλα έφυγαν από την πόλης της και ταξίδεψαν μαζί παντού. Βοήθησαν όσους μπορούσαν και όσους ακόμα δεν άντεχαν και δεν μπορούσαν. Ξεκίνησαν μαζί ένα ατέλειωτο ταξίδι, που κράτησε μια ζωή. Πήγαιναν σε κάθε πόλη και χωριό της πολύπαθης νότιας γης τους, που τόσα δεινά περνούσε από τους παλιούς πολέμους που μπλέκονταν με τους καινούριους. Πήγαιναν κοντά σε κάθε δυστυχισμένο, πεινασμένο, απελπισμένο και έδιναν, άγγιζαν, βοηθούσαν, χαμογελούσαν. Πήγαν σε όλα τα μέρη της γης που οι άνθρωποι είχαν ζήσει τον μεγαλύτερο πόνο.

Ήταν εκείνος το στήριγμα και η έμπνευσή της. Εκείνος ήταν η ζωή και η ανάσα της. Ήταν η ψυχή της.

Ήταν εκείνη το χάδι και η ξεκούρασή του. Εκείνη ήταν η δύναμη και η δικαιοσύνη του. Ήταν η ψυχή του.

Τον κήπο, που είχε γεμίσει ξανά με πουλιά, η αρχοντοπούλα και ο νέος τον χάρισαν στα παιδιά της πόλης και σε όσα παιδιά ο πόλεμος και η δυστυχία τα έφερνε στην πόλη τους από οπουδήποτε. Ένα μικρό σχολείο φτιάχτηκε εκεί που ήταν κάποτε το δωμάτιο της.

Τώρα στον κήπο αντί για ιστορίες άκουγες τα γέλια των παιδιών και το κελάηδισμα των πουλιών. Και με τον τρόπο τους έλεγαν την ιστορία της αρχοντοπούλας και του νέου… Και ήταν ο καλύτερος τρόπος…