Πίστομα

… «Βάλτο πίστομα μέσα.»

Η γυναίκα στην αρχή, δεν κατάλαβε, τι ήθελε να πει ο άντρας της. Δεν μπορούσε να συλλάβει το μέγεθος της φρίκης, που περιείχε η διαταγή του. Μιλούσε για το παιδί της; Αυτό το αγγελούδι να έθαβε στη γη, αυτός που με τα χέρια του είχε κάνει ποιος ξέρει πόσα εγκλήματα; Μετά το μυαλό της πήρε μπροστά. Τι τέλος τους ετοίμαζε. Δεν φοβόταν ούτε Θεό, ούτε Διάολο.

Δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να γλιτώσει το παιδί της, με όποιο τρόπο. Πήρε το φτυάρι που εκείνος είχε αφήσει στο έδαφος και όρμισε πάνω του. Ο Αντώνης γέλασε με το τόλμημά της. Κοίτα να δεις πως κάνει η λύκαινα άμα πάνε να πειράξουν τα παιδιά της. Είχε μια ειρωνία στο βλέμμα όταν της κατάφερε ένα χαστούκι τρομερό. Όλα σκοτείνιασαν για δύο λεπτά και μάλλον παραπάτησε από το χτύπημα. Κάτι υγρό έτρεχε από το πρόσωπό της κι ένας πόνος στο κόκκαλο του σαγονιού της θύμισε ευτυχώς, πως έπρεπε να συνεχίσει.

Πήρε δύναμη από τη σκέψη του παιδιού της και ξανάσφιξε το φτυάρι. Το σήκωσε στα τυφλά και όρμισε δεύτερη φορά. Εύκολα αυτός με δυνατά χέρια το άρπαξε και την αφόπλισε. Πήρε με την σειρά του το φτυάρι και είχε όλη την πολυτέλεια να εκτιμά τι χτύπημα να της καταφέρει. Την κέντραρε καλά, σήκωσε το φτυάρι με δύναμη και….σωριάστηκε στη γη.

Τι είναι χειρότερο δεν ήξερε να πει. Ο φόβος ή ο θάνατος; Ήταν νεκρή ή ζωντανή; Έβλεπε οράματα από το φόβο της ή από τον θάνατό της;

Το παιδί. Το είχε προς στιγμή ξεχάσει. Το είχαν και οι δυο τους ξεχάσει. Προσηλωμένοι στον αγώνα για σωτηρία και για εκδίκηση είχαν ξεχάσει, πως ήταν κι εκείνο παρόν, με την άγνοια του φόβου, με το ένστικτο της επιβίωσης και με μόνο κριτήριο την αγάπη για την μάνα του. Που βρήκε την δύναμη να σηκώσει την τσάπα, να κάνει ένα δυό βήματα με αυτήν και μετά, πιο πολύ από τύχη, παρά από καλό σημάδι, να την καταφέρει στο κεφάλι του θύτη τους.

Το κεφάλι του Αντώνη μια πληγή μέσα στην λάσπη, το αίμα να κάνει κόκκινη την λάσπη, να κάνει κόκκινα ρυάκια δίπλα στα ρυάκια της βροχής. Ζούσε ακόμα, ανάσαινε, δεν είχε βγει η ψυχή του.

Το παιδί την κοιτούσε σαστισμένο, σαν να είχε κάνει ζημιά. Φοβόταν μην και το μαλώσει. Το βλέμμα του ήταν απότομα μεγαλωμένο. Ένα ενήλικο βλέμμα σε ένα παιδί οκτώ χρονών. Ένα βλέμμα που είχε δει τον θάνατο. Το πήρε αγκαλιά να το παρηγορήσει, να μη της πάθει τίποτα από την φοβερή στιγμή, τίποτα ανεπανόρθωτο μέσα στο μικρό του μυαλουδάκι. Του είπε λόγια γλυκά, όπως μόνο μια μάνα μπορεί να πει, λόγια που επουλώνουν όλες τις πληγές, χωρίς να έχουν σημασία οι κάθε αυτού λέξεις. Σιγά – σιγά οι δύο τους ησύχασαν.

Η γυναίκα ζώντας πάλι την στιγμή, κοίταξε προς τον ουρανό, για να τον δει και να τον ευχαριστήσει, τον άγγελο Κυρίου, τον άγγελο τον Τιμωρό, που όπλισε το αδύναμο χεράκι του παιδιού με την ελευθερία τους και την ζωή τους.

Ένα χτύπημα στο κεφάλι, στην κορυφή του κρανίου ή στον λαιμό και ξεμπέρδευε μια και καλή με τον εφιάλτη που είχε το όνομα Αντώνης Κουκουλιώτης. Που τον παντρεύτηκε χωρίς την θέλησή της, κοριτσάκι ακόμα, που γνώρισε στα χέρια του έναν έρωτα άχαρο και σκληρό, που πείνασε και κινδύνεψε, όταν αυτός την άφησε κι έφυγε στα βουνά να γλιτώσει από τα εγκλήματά του, ενώ εκείνη ζούσε μέσα στα θύματά του και την καταφρόνια τους.

Ή μια κλωτσιά για να τον στείλει στον τάφο. Τον τάφο, που με τόση όρεξη έσκαψε για το παιδί της. Για τον καρπό από τον μόνο της έρωτα, από τον μόνο άντρα που της φέρθηκε όμορφα. Μια κλωτσιά και να πέσει πίστομα αυτός και να τον κουκουλώσει με το χώμα της ανασκαφής και εκεί να μείνει και να μη μπορεί να σηκωθεί για να σωθεί, ούτε στην Δευτέρα Παρουσία.

Πήρε την τσάπα και τον σημάδευε και όπως τον σημάδευε κοίταξε με έκπληξη το βλέμμα του, που ήταν παρανοϊκό και απόκοσμο, το βλέμμα ενός βλαμμένου. Πήγε πιο κοντά να τον παρατηρήσει. Το σώμα του πεσμένο αδέξια σε μια στάση αφύσικη, και πιο πολύ όλη η δεξιά μεριά. Το στόμα στραβό, γερμένο προς τα κάτω με σάλια να τρέχουν και αφρούς. Ο Αντώνης ο Κουκουλιώτης βλαμμένος….

Και μετά το φονικό τι; Που να πάει και που να σταθεί; Μόνη της, και μ΄ένα μικρό παιδί να ζήσει;

Έριξε όπως – όπως το χώμα πίσω στον ανοικτό λάκκο, πήρε το παιδί αγκαλιά και άρχισε να τρέχει προς το χωριό. Φώναξε σε όλους το κακό που τους είχε βρει. Πώς ήταν ο άντρας βαριά χτυπημένος από ληστές. Και η ίδια βέβαια άγρια χτυπημένη. Ληστές που ήρθαν να πάρουν ότι είχαν πάνω τους, καθώς ξεκίνησαν εκείνη την μέρα να πάνε στα χωράφια τους, μακριά από το χωριό, στα ριζά του βουνού. Είχε βγει φήμη πως ο Αντώνης είχε γυρίσει στο χωριό του με λίρες. Ποιος να ήταν άραγε ιδέα δεν είχε. Δυστυχώς τον άντρα της τον εχθρεύονταν πολλοί. Πήγαν αρκετοί μαζί της πίσω να τον βοηθήσουν, να τον φορτώσουν και να τον κουβαλήσουν στο χωριό.

Ο γιατρός είπε θα ζήσει. Τυχερός μέσα στην ατυχία του, είχε αποφύγει το μοιραίο. Όμως ελπίδα να γίνει όπως πριν δεν υπήρχε καμία. Θα έμενε για πάντα παράλυτος, δεν θα μπορούσε να ορίσει την δεξιά μεριά, δεν θα μπορούσε να μιλήσει, να αγκαλιάσει και να χαρεί την γυναίκα του…

Όμως τι γινόταν μέσα στο μυαλό του κανείς δεν ήξερε να πει. Μπορεί να τα καταλάβαινε όλα και όλους γύρω του ή μπορεί και να ζούσε στο κενό.

Όταν καταλάγιασε λίγο το πράμα, ησύχασε ο κόσμος, οι χωροφύλακες και το χωριό, η γυναίκα είπε σε όλους πως μόνη της θα τον έπαιρνε στο σπίτι τους τον άτυχο τον άντρα της, να τον περιποιείται. Όταν γύρισαν όλοι στις έγνοιες τους κι όταν καινούριες ειδήσεις έφεραν ενδιαφέρον στο χωριό, καθάρισε ένα δώμα δίπλα στον σταύλο. Το είχαν βοηθητικό κι εκεί παλιά αποθήκευαν τις τροφές των ζώων. Άπλωσε λίγο άχυρο για να μην του αποτελειώσει τα κόκκαλα η υγρασία, ακούμπησε στη γη πλάι του ένα κύπελο για το νερό και ένα για το ψωμί. Όπως τα ζώα. Έστελνε το παιδί να του γεμίζει τα κύπελλα, για να το βλέπει που μεγάλωνε και ψήλωνε και γίνονταν άντρας.

Ένα βράδυ που το παιδί έλειπε σε δουλειά, πήγε αυτή να του γεμίσει τα κύπελλα. Τον είδε από μακριά σα ζώο, να σέρνεται χάμω, βρόμικος και υπάνθρωπος. Του έριξε το βλέμμα για μια στιγμή και εκεί ήταν σίγουρη πως διάβασε στα μάτια του, πως ο τάφος, ακόμα και πίστομα, θα ήταν γι’ αυτόν προτιμότερος.

Κοίταξε ψηλά στον ουρανό και της φάνηκε πως τον είδε, τον Άγγελο φύλακα και τιμωρό. Και ήσυχη γύρισε στο σπίτι της…

Mad Girl’s Love Song

“I shut my eyes and all the world drops dead;
I lift my lids and all is born again.
(I think I made you up inside my head.)

The stars go waltzing out in blue and red,
And arbitrary blackness gallops in:
I shut my eyes and all the world drops dead.

I dreamed that you bewitched me into bed
And sung me moon-struck, kissed me quite insane.
(I think I made you up inside my head.)

God topples from the sky, hell’s fires fade:
Exit seraphim and Satan’s men:
I shut my eyes and all the world drops dead.

I fancied you’d return the way you said,
But I grow old and I forget your name.
(I think I made you up inside my head.)

I should have loved a thunderbird instead;
At least when spring comes they roar back again.
I shut my eyes and all the world drops dead.
(I think I made you up inside my head.)”

Sylvia Plath

ΚΕΝΤΡΙΑ

 

Με γυμνά τα χέρια ,παραδίνω τις κερήθρες.

Ο άντρας με λαμπερό χαμόγελο, με χέρια γυμνά,

Τα τούλινα γάντια μας τακτικά και γλυκά,

Οι τράχηλοι των καρπών μας γενναίοι κρίνοι.

Αυτός κι εγώ

 

Με χίλια καθαρά κελιά ανάμεσά μας,

Οχτώ κερήθρες κίτρινες κούπες ,

Και η κυψέλη το τσαγερό,

Λευκό με ρόδινα άνθη ,

Μόνη μου το σμάλτωσα μ’ αγάπη περισσή

 

«Ηδύτητα, ηδύτητα» σκεφτόμουν.

Κελιά εκκόλαψης, γκρίζα σαν απολιθώματα όστράκων

Μοιάζουν τόσο γερασμένα, με τρομάζουν.

Μα τι πρόκειται αγοράσω, σκουληκιασμένο μαόνι;

Υπάρχει καμία βασίλισσα μέσα;

 

Αν υπάρχει είναι γριά,

Τα φτερά της σκισμένες εσάρπες, το μακρύ κορμί της

Αποψιλωμένο από την αίγλη του-

Φτωχό και γυμνό κι ακόμη ντροπιασμένο, καθόλου βασιλικό.

Στέκομαι σε μια σειρά

 

Από φτερωτές ασήμαντες γυναίκες

Δούλες του μελιού.

Εγώ δεν είμαι δούλα

Αν και για χρόνια έτρωγα σκόνη

Και στέγνωνα πιάτα με τα πυκνά μαλλιά μου.

 

Κι είδα τη μοναδικότητα μου να εξατμίζεται,

Γαλάζια πάχνη από επικίνδυνο δέρμα.

Θα με μισήσουν

Αυτές οι γυναίκες που άλλο δεν ξέρουν παρά να τρέχουν

Που για άλλο δε νοιάζονται παρά για τ’ ανθισμένο τριφύλλι, τ’ άνθη της κερασιάς;

 

Η υπόθεση έχει σχεδόν κλείσει.

Έχω τον έλεγχο.

Να κι η μηχανή μου του μελιού.

Θα δουλέψει δίχως σκέψη.

Θ’ ανοίξει την άνοιξη , σαν επιμελής παρθένα

 

Για να ξεχυθεί στις ανθισμένες κορυφές

Όπως το φεγγάρι, με τη φιλντισένια σκόνη του, ξεχύνεται στη θάλασσα .

Ένα τρίτο πρόσωπο παρακολουθεί.

Δεν έχει καμία σχέση με τον πωλητή των μελισσών ή μ’ εμένα.

Τώρα έφυγε

 

 

Με οχτώ μεγάλα πηδήματα ,μέγας αποδιοπομπαίος τράγος.

Να η μια του παντόφλα κι εδώ μια δεύτερη,

Κι εδώ ένα τετράγωνο λευκό λινό,

Που φορούσε για καπέλο.

Ήταν γλυκός,

 

 

Ο ιδρώτας των κόπων του βροχή

Που ανάγκαζε τον κόσμο να καρπίσει.

Οι μέλισσες τον ανακάλυψαν,

Κόλλησαν στα χείλη του σαν ψεύδη,

Περιπλέκοντας τα χαρακτηριστικά του.

 

 

Νόμιζαν πως γι αυτό άξιζε να πεθάνουν, όμως εγώ

Έχω τον εαυτό μου να ανακτήσω ,τη βασίλισσα

Είναι νεκρή, μήπως κοιμάται;

Που να έχει πάει,

Με το λιονταρίσιο πορφυρό της σώμα, τα γυάλινα φτερά της;

 

Τώρα πετάει

Πιο φοβερή από ποτέ, κόκκινο

Τραύμα στον ουρανό, πορφυρός κομήτης

Πάνω από τη μηχανή που τη σκότωσε-

Το μαυσωλείο, το κέρινο σπίτι

Μην τ` αφήσεις να έρθει από στόμα σε στόμα, θα είμαι εξήντα

Μέχρι να παραληφθεί ολόκληρο και πολύ νωθρή για να το χρησιμοποιήσω.

Μόνο ξεκρέμασε το πέπλο, το πέπλο, το πέπλο.

Αν ήταν θάνατος

Θα θαύμαζα τη βαθιά του σπουδαιότητα, τ` άχρονα μάτια του

Θα ήξερα ότι το εννοούσες.

Θα υπήρχε μια ανωτερότητα τότε, μια γενέθλιος ημέρα

Και το μαχαίρι δε θα σμίλευε, αλλά θα εισχωρούσε

Αγνό και καθαρό σαν κλάμα μωρού.

Και το σύμπαν θα γλιστρούσε από το πλάι μου.

Μια Γλυκιά Γυναίκα

Στο παζάρι βιβλίου της πλατείας Κοντζιά που βρέθηκα πρόσφατα, πελαγωμένη και άπληστη μπροστά στα τόσα βιβλία, που μπορούσαν να γίνουν όλα δικά μου, βρήκα βοήθεια από έναν ηλικιωμένο εκδότη. Προφανώς είδε την απελπισία μου και προσφέρθηκε να μου βρει όλα εκείνα τα μικρά διαμαντάκια, τα μικρά βιβλιαράκια των κλασσικών συγγραφέων: Ντοστογιέφσκι, Τσέχωφ, Τζόις, Ουάιλντ..

Ένα από αυτά τα μικρά διαμαντάκια ήταν το διήγημα του Φ. Ντοστογιέφσκι «Μια γλυκιά γυναίκα».

Δεν το ήξερα. Δεν το είχα βρει ως τώρα. Το διάβασα και το βρήκα συγκλονιστικό.

Ένας άντρας μονολογεί, πολύ ταραγμένος, αγγίζοντας σχεδόν το όριο της τρέλας, και πολλές φορές μιλάει στη νεκρή, νέα γυναίκα του, δίπλα στο νεκρό σώμα της.  Μέσα από το παραλήρημά του μαθαίνουμε την γνωριμία τους, την ιστορία του γάμου τους, και πιο σημαντικά τον μεγάλο του έρωτα για εκείνη που ποτέ δεν βρήκε το θάρρος να της περιγράψει.

Ποια είναι η ηθική; Τι προστάζει; Γιατί δεν είναι λάθος ένας γάμος που βασίζεται στην απόλυτη φτώχεια μιας πολύ νέας κοπέλας; Γιατί είναι λάθος η κοπέλα αυτή να ερωτευτεί κάποιον πραγματικά; Τι δένει τους ανθρώπους σε μια κοινή ζωή; Ποιος πρέπει και γιατί να τιμήσει έναν γάμο από συμφέρον και έναν γάμο απελπισίας;

Γιατί η ηθική βαραίνει μόνο τους ηθικούς ανθρώπους; Γιατί οι ηθικοί άνθρωποι βλέπουν παντού ένα χρέος; Γιατί βάζουν την ηθική που τους επιβάλει η κοινωνία πάνω από την δική τους ξεκάθαρη επιθυμία; Γιατί οι ηθικοί άνθρωποι αγαπούν τόσο να κάνουν θυσίες; Πολλές φορές δε να θυσιάσουν την ίδια τους την αγάπη, τον ίδιο τους τον εαυτό.

Ποιος είναι ο αμαρτωλός; Εκείνη που αγάπησε για πρώτη αληθινή φορά κάποιον και σήκωσε έτσι κεφάλι για μοναδική φορά σε μια ζωή χωρίς αγάπη, μια ζωή πεζή και άδεια. Και γιατί δεν είναι αμαρτωλός ο σύζυγος που «αγόρασε» μια σύζυγο πατώντας στην φτώχεια μιας κοπέλας, στην σκληρότητα της οικογένειά της και της κοινωνίας που ζούσε, ακόμα ακόμα και της θρησκείας της;

Γιατί ο χρόνος ποτέ δεν φτάνει; Γιατί ο χρόνος πάντα αργεί στο αναπόφευκτο; Πέντε λεπτά πριν θα προλάβαινε. Πέντε λεπτά. Μπορεί να γινόταν έτσι, μπορεί και όχι. Μπορεί ύστερα από πέντε ζωές.

Διαβάζοντας την «Γλυκιά γυναίκα» δεν μπόρεσαν να μην παρομοιάσω την νεαρή σύζυγο με την Ναστάσια Φιλίπποβνα στον Ηλίθιο. Γυναίκες εκπληκτικής ομορφιάς, μα ακόμα μιας πιο σπάνιας ψυχής, γενναίες και σκληρές με τον εαυτό τους. Δεμένες σε ένα χρέος που άλλοι δημιούργησαν για αυτές.

Κανένας δεν αγαπάει τις ηρωίδες του όσο ο Ντοστογιέφσκι. Τις προσέχει και τις νοιάζεται τόσο. Όταν αυτές πεθαίνουν, φροντίζει να γίνει αυτό με έναν τρόπο – μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά –  αναίμακτο. Να φεύγουν ανέγγιχτες από το θάνατο, κρατώντας την ομορφιά τους, μη χάνοντας τίποτα από τη γοητεία τους και από τον βαθύ έρωτα που προξένησαν.

… (απόσπασμα από τον Ηλίθιο… ο πρίγκιπας Μίσκιν και ο Ραγκόζιν μιλούν για την Ναστάσια Φιλίπποβνα).

  • «Το μαχαίρι δεν το έφερες ποτέ μαζί σου στο Παβλόφσκ;»
  • «Ποτέ δεν το έφερα. Για το μαχαίρι αυτό να τι έχω μονάχα να σου πω Λεφ Νικολάγιεβιτς – πρόσθεσε μετά από κάποια σιωπή – το έβγαλα από το κλειδωμένο ντουλάπι σήμερα το πρωί, διότι όλο το πράγμα έγινε σήμερα το πρωί, στις τέσσερεις η ώρα. Ήταν μέσα στο βιβλίο ακόμα…. Και… και να τι με παραξένεψε ακόμα. Το μαχαίρι άντε να πέρασε πέντε… το πολύ δέκα εκατοστά…κάτω ακριβώς από το αριστερό στήθος… και αίμα όλο κι όλο ούτε μισό κουτάλι της σούπας δεν έτρεξε πάνω στο μισοφόρι της, όχι παραπάνω.»
  • «Αυτό, αυτό, αυτό, ανασηκώθηκε αίφνης ο πρίγκιπας Μίσκιν τρομερά ταραγμένος, αυτό ,το ξέρω αυτό, το έχω διαβάσει αυτό… λέγεται εσωτερική αιμοραγία… Συμβαίνει μάλιστα ούτε σταγόνα. Αυτό όταν το πλήγμα είναι κατευθείαν στην καρδιά.»

…(απόσπασμα από το διήγημα Μια γλυκιά γυναίκα…ο σύζυγος μονολογεί κοιτάζοντας τη νεαρή, νεκρή γυναίκα του)

  • «Τι αδύνατη που φαίνεται μέσα στο φέρετρο, πόσο η μυτίτσα της είναι λεπτή! Τα ματόκλαδά της είναι λεπτά σαν σαϊτούλες. Πώς μπόρεσε να πέσει χάμω χωρίς να σπάσει τίποτα από το κορμάκι της; «Λίγες σταλαγματιές αίμα μόνο», όσες θα έπαιρνε ένα κουταλάκι του τσαγιού ίσως… Χωρίς άλλο αιμορραγία εσωτερική.»

Ανέγγιχτες στο θάνατο λοιπόν οι ηρωίδες του. Έφευγαν χωρίς καν να τρομάξουν τους θύτες τους. Χωρίς καν να τους στεναχωρήσουν με μια άσχημη εικόνα τους. Δοσμένες στη θυσία ως το τέλος. Έφευγαν όπως έζησαν. Ωραίες.

Αγαπώ τον Ντοστογιέφσκι πάρα πολύ. Τον διαβάζω με την ψυχή μου. Νομίζω πως κι εκείνος έτσι έγραφε… για να διαβαστεί με τις ψυχή των ανθρώπων.

Αυτή η εμμονή του με τον αναίμακτο θάνατο, με την ομορφιά που δεν χάνεται, αυτή η εμμονή με την εσωτερική αιμορραγία, ίσως να είναι ένας τρόπος να μας πει, πως όπως και το σώμα της Ναστάσια Φιλίπποβνα και της Γλυκιάς Γυναίκας δεν αλλοιώθηκε, έτσι ατόφια έμεινε και η ψυχή τους.

Οι ηρωίδες του Ντοστογιέφσκι μένουν ωραίες στο κορμί και στην ψυχή και πέρα από το θάνατο. Και δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην ευτυχία.

 

Δελτίο Τύπου

Τίτλος: Ώρα Μηδέν…

Συγγραφέας: Αιμιλία Πλατή

Εκδόσεις: Αύρα

Κεντρική διάθεση: Ομήρου 4 (Στοά) Σύνταγμα – Σύγχρονο Βιβλιοπωλείο

e-shop: http://www.avrabooks.gr/product.php?id_product=420 …

exofyllo teliko 2

Το βιβλίο αυτό είναι μια ιστορία για το δικαίωμα των νέων ανθρώπων να ονειρεύονται χωρίς τα όρια που βάζουν η οικογένεια, η τάξη στην οποία ανήκουν, η κοινωνία, η πατρίδα. Μια ιστορία για την αληθινή αγάπη, το έγκλημα, την τιμωρία και την κάθαρση που τελικά έρχεται μόνο μέσα από την προσφορά στο συνάνθρωπο.

Το βιβλίο είναι βασισμένο πάνω σε πραγματική ιστορία. Όμως παραμένει μυθοπλασία και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση καταγραφή ή βιογραφία.

Η πλοκή διαδραματίζεται στην Ελλάδα και την Πολωνία. Σκηνές ξετυλίγονται τόσο στην Αθήνα και την ευρύτερη Αττική αλλά και την Βαρσοβία.

Η συγγραφέας εμπνεύστηκε το κομμάτι της ιστορίας στην Βαρσοβία γιατί είναι μια πόλη όπου έχει ζήσει αρκετά τα τελευταία χρόνια και ο πολωνικός λαός ένας λαός που εκτιμάει πολύ. Μέσα στο βιβλίο βρίσκει κανείς την ιστορία της πόλης, ήθη και έθιμα, γιορτές και φαγητά καθώς και πανέμορφα πολωνικά νανουρίσματα.

Ο σκοπός

Όλες οι πωλήσεις του βιβλίου θα δοθούν στα σχολεία των φυλακών.

Τα σχολεία των φυλακών έχουν πολλές ελλείψεις και λειτουργούν κάτω από δύσκολες συνθήκες. Όμως κάνουν έργο και έχουν επιτυχίες στο εκπαιδευτικό σύστημα.

Η μόρφωση είναι δικαίωμα όλων και μόνο καλό μπορεί να φέρει στον καθένα και στην κοινωνία. Η μόρφωση αλλάζει τον κόσμο. Αυτό το βιβλίο θέλει να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση.

gramma

(γράμμα μαθητή του σχολείου των φυλακών όταν απειλούνταν με κατάργηση)

Η συγγραφέας

emilia platter

Το ψευδώνυμο «Αιμιλία Πλατή» που επέλεξε η συγγραφέας για το μυθιστόρημά της είναι η απόδοση στα ελληνικά του ονόματος Emilia Plater.

Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες Πολωνές ηρωίδες, η οποία πολέμησε κατά τη διάρκεια της επανάστασης των Πολωνών ενάντια στους Ρώσους το 1830. Αριστοκρατικής καταγωγής –ήταν κοντέσσα–, ξεχώριζε για την υψηλή επιπέδου μόρφωσής της, σπάνιο για γυναίκα της εποχής της. Θαύμαζε προσωπικότητες όπως ο Γκαίτε και ο Σίλλερ και είχε ως πρότυπά της την Ελληνίδα Μπουμπουλίνα και τη Γαλλίδα Ζαν Ντ’ Άρκ. Το 1830, όταν εξεγέρθηκαν οι Πολωνοί ενάντια στους Ρώσους, κατατάχθηκε στο στρατό, έκοψε τα μαλλιά της, φόρεσε στολή και οδήγησε το τάγμα της σε μάχες στη Βαρσοβία. Ο αγώνας της ήταν νικηφόρος και αποτελεσματικός. Της απονεμήθηκε μάλιστα ο βαθμός του λοχαγού. Μετά το τέλος του πολέμου, αρρώστησε και πέθανε σε ηλικία μόλις 25 ετών.

Για τη συγγραφέα, το όνομα αυτό συμβολίζει τον νέο που αγωνίζεται, είναι αγνός, έχει όραμα και δεν προδίδει ποτέ τις αξίες του.

εγώ

Γεννήθηκα στη Βόρεια Ελλάδα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Είχα την τύχη να ταξιδέψω σε πολλά μέρη της γης. Σπούδασα την μεγάλη επιστήμη της Φύσης αλλά βρήκα σκοπό ζωής στις λέξεις, στη Λογοτεχνία.

Πιστεύω στη δύναμη που έχουν τα βιβλία να αλλάζουν τον κόσμο. Πιστεύω ότι τα βιβλία μπορούν να προσφέρουν. Πιστεύω στην μόρφωση και στους νέους ανθρώπους.

Η οικογένεια, η καταγωγή, οι κοινωνικές συνθήκες δεν θα πρέπει να θέτουν όρια στα όνειρα των ανθρώπων. Μια τέτοια ιστορία περιγράφει το πρώτο μου μυθιστόρημα «Ώρα μηδέν».

Φωτογραφίες

Το βιβλίο περιέχει μια καινοτομία που βοηθάει τον αναγνώστη και παρουσιάζει μια ξεχωριστή εικαστική άποψη.

Κάθε κεφάλαιο ξεκινάει με μια φωτογραφία που έχει σχέση με την δράση του. Οι φωτογραφίες είναι δημιουργίες της Μαρίας Παγώνη.

Το πίστομα – Μια πιθανή συνέχεια

… «Βάλτο πίστομα μέσα.»

Η γυναίκα στην αρχή, δεν κατάλαβε, τι ήθελε να πει ο άντρας της. Δεν μπορούσε να συλλάβει το μέγεθος της φρίκης, που περιείχε η διαταγή του. Μιλούσε για το παιδί της; Αυτό το αγγελούδι να έθαβε στη γη, αυτός που με τα χέρια του είχε κάνει ποιος ξέρει πόσα εγκλήματα; Μετά το μυαλό της πήρε μπροστά. Τι τέλος τους ετοίμαζε. Δεν φοβόταν ούτε Θεό, ούτε Διάολο.

Δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να γλιτώσει το παιδί της, με όποιο τρόπο. Πήρε το φτυάρι που εκείνος είχε αφήσει στο έδαφος και όρμισε πάνω του. Ο Αντώνης γέλασε με το τόλμημά της. Κοίτα να δεις πως κάνει η λύκαινα άμα πάνε να πειράξουν τα παιδιά της. Είχε μια ειρωνία στο βλέμμα όταν της κατάφερε ένα χαστούκι τρομερό. Όλα σκοτείνιασαν για δύο λεπτά και μάλλον παραπάτησε από το χτύπημα. Κάτι υγρό έτρεχε από το πρόσωπό της κι ένας πόνος στο κόκκαλο του σαγονιού της θύμισε ευτυχώς, πως έπρεπε να συνεχίσει.

Πήρε δύναμη από τη σκέψη του παιδιού της και ξανάσφιξε το φτυάρι. Το σήκωσε στα τυφλά και όρμισε δεύτερη φορά. Εύκολα αυτός με δυνατά χέρια το άρπαξε και την αφόπλισε. Πήρε με την σειρά του το φτυάρι και είχε όλη την πολυτέλεια να εκτιμά τι χτύπημα να της καταφέρει. Την κέντραρε καλά, σήκωσε το φτυάρι με δύναμη και….σωριάστηκε στη γη.

Τι είναι χειρότερο δεν ήξερε να πει. Ο φόβος ή ο θάνατος; Ήταν νεκρή ή ζωντανή; Έβλεπε οράματα από το φόβο της ή από τον θάνατό της;

Το παιδί. Το είχε προς στιγμή ξεχάσει. Το είχαν και οι δυο τους ξεχάσει. Προσηλωμένοι στον αγώνα για σωτηρία και για εκδίκηση είχαν ξεχάσει, πως ήταν κι εκείνο παρόν, με την άγνοια του φόβου, με το ένστικτο της επιβίωσης και με μόνο κριτήριο την αγάπη για την μάνα του. Που βρήκε την δύναμη να σηκώσει την τσάπα, να κάνει ένα δυό βήματα με αυτήν και μετά, πιο πολύ από τύχη, παρά από καλό σημάδι, να την καταφέρει στο κεφάλι του θύτη τους.

Το κεφάλι του Αντώνη μια πληγή μέσα στην λάσπη, το αίμα να κάνει κόκκινη την λάσπη, να κάνει κόκκινα ρυάκια δίπλα στα ρυάκια της βροχής. Ζούσε ακόμα, ανάσαινε, δεν είχε βγει η ψυχή του.

Το παιδί την κοιτούσε σαστισμένο, σαν να είχε κάνει ζημιά. Φοβόταν μην και το μαλώσει. Το βλέμμα του ήταν απότομα μεγαλωμένο. Ένα ενήλικο βλέμμα σε ένα παιδί οκτώ χρονών. Ένα βλέμμα που είχε δει τον θάνατο. Το πήρε αγκαλιά να το παρηγορήσει, να μη της πάθει τίποτα από την φοβερή στιγμή, τίποτα ανεπανόρθωτο μέσα στο μικρό του μυαλουδάκι. Του είπε λόγια γλυκά, όπως μόνο μια μάνα μπορεί να πει, λόγια που επουλώνουν όλες τις πληγές, χωρίς να έχουν σημασία οι κάθε αυτού λέξεις. Σιγά – σιγά οι δύο τους ησύχασαν.

Η γυναίκα ζώντας πάλι την στιγμή, κοίταξε προς τον ουρανό, για να τον δει και να τον ευχαριστήσει, τον άγγελο Κυρίου, τον άγγελο τον Τιμωρό, που όπλισε το αδύναμο χεράκι του παιδιού με την ελευθερία τους και την ζωή τους.

Ένα χτύπημα στο κεφάλι, στην κορυφή του κρανίου ή στον λαιμό και ξεμπέρδευε μια και καλή με τον εφιάλτη που είχε το όνομα Αντώνης Κουκουλιώτης. Που τον παντρεύτηκε χωρίς την θέλησή της, κοριτσάκι ακόμα, που γνώρισε στα χέρια του έναν έρωτα άχαρο και σκληρό, που πείνασε και κινδύνεψε, όταν αυτός την άφησε κι έφυγε στα βουνά να γλιτώσει από τα εγκλήματά του, ενώ εκείνη ζούσε μέσα στα θύματά του και την καταφρόνια τους.

Ή μια κλωτσιά για να τον στείλει στον τάφο. Τον τάφο, που με τόση όρεξη έσκαψε για το παιδί της. Για τον καρπό από τον μόνο της έρωτα, από τον μόνο άντρα που της φέρθηκε όμορφα. Μια κλωτσιά και να πέσει πίστομα αυτός και να τον κουκουλώσει με το χώμα της ανασκαφής και εκεί να μείνει και να μη μπορεί να σηκωθεί για να σωθεί, ούτε στην Δευτέρα Παρουσία.

Πήρε την τσάπα και τον σημάδευε και όπως τον σημάδευε κοίταξε με έκπληξη το βλέμμα του, που ήταν παρανοϊκό και απόκοσμο, το βλέμμα ενός βλαμμένου. Πήγε πιο κοντά να τον παρατηρήσει. Το σώμα του πεσμένο αδέξια σε μια στάση αφύσικη, και πιο πολύ όλη η δεξιά μεριά. Το στόμα στραβό, γερμένο προς τα κάτω με σάλια να τρέχουν και αφρούς. Ο Αντώνης ο Κουκουλιώτης βλαμμένος….

Και μετά το φονικό τι; Που να πάει και που να σταθεί; Μόνη της, και μ΄ένα μικρό παιδί να ζήσει;

Έριξε όπως – όπως το χώμα πίσω στον ανοικτό λάκκο, πήρε το παιδί αγκαλιά και άρχισε να τρέχει προς το χωριό. Φώναξε σε όλους το κακό που τους είχε βρει. Πώς ήταν ο άντρας βαριά χτυπημένος από ληστές. Και η ίδια βέβαια άγρια χτυπημένη. Ληστές που ήρθαν να πάρουν ότι είχαν πάνω τους, καθώς ξεκίνησαν εκείνη την μέρα να πάνε στα χωράφια τους, μακριά από το χωριό, στα ριζά του βουνού. Είχε βγει φήμη πως ο Αντώνης είχε γυρίσει στο χωριό του με λίρες. Ποιος να ήταν άραγε ιδέα δεν είχε. Δυστυχώς τον άντρα της τον εχθρεύονταν πολλοί. Πήγαν αρκετοί μαζί της πίσω να τον βοηθήσουν, να τον φορτώσουν και να τον κουβαλήσουν στο χωριό.

Ο γιατρός είπε θα ζήσει. Τυχερός μέσα στην ατυχία του, είχε αποφύγει το μοιραίο. Όμως ελπίδα να γίνει όπως πριν δεν υπήρχε καμία. Θα έμενε για πάντα παράλυτος, δεν θα μπορούσε να ορίσει την δεξιά μεριά, δεν θα μπορούσε να μιλήσει, να αγκαλιάσει και να χαρεί την γυναίκα του…

Όμως τι γινόταν μέσα στο μυαλό του κανείς δεν ήξερε να πει. Μπορεί να τα καταλάβαινε όλα και όλους γύρω του ή μπορεί και να ζούσε στο κενό.

Όταν καταλάγιασε λίγο το πράμα, ησύχασε ο κόσμος, οι χωροφύλακες και το χωριό, η γυναίκα είπε σε όλους πως μόνη της θα τον έπαιρνε στο σπίτι τους τον άτυχο τον άντρα της, να τον περιποιείται. Όταν γύρισαν όλοι στις έγνοιες τους κι όταν καινούριες ειδήσεις έφεραν ενδιαφέρον στο χωριό, καθάρισε ένα δώμα δίπλα στον σταύλο. Το είχαν βοηθητικό κι εκεί παλιά αποθήκευαν τις τροφές των ζώων. Άπλωσε λίγο άχυρο για να μην του αποτελειώσει τα κόκκαλα η υγρασία, ακούμπησε στη γη πλάι του ένα κύπελο για το νερό και ένα για το ψωμί. Όπως τα ζώα. Έστελνε το παιδί να του γεμίζει τα κύπελλα, για να το βλέπει που μεγάλωνε και ψήλωνε και γίνονταν άντρας.

Ένα βράδυ που το παιδί έλειπε σε δουλειά, πήγε αυτή να του γεμίσει τα κύπελλα. Τον είδε από μακριά σα ζώο, να σέρνεται χάμω, βρόμικος και υπάνθρωπος. Του έριξε το βλέμμα για μια στιγμή και εκεί ήταν σίγουρη πως διάβασε στα μάτια του, πως ο τάφος, ακόμα και πίστομα, θα ήταν γι’ αυτόν προτιμότερος.

Κοίταξε ψηλά στον ουρανό και της φάνηκε πως τον είδε, τον Άγγελο φύλακα και τιμωρό. Και ήσυχη γύρισε στο σπίτι της…

Τα απομεινάρια μιας μέρας – Καζούο Ισιγκούρο

Δεν γνώριζα τον Καζούο Ισιγκούρο. Δεν τον είχα ανακαλύψει όλα αυτά τα χρόνια που διαβάζω με ενδιαφέρον κλασσικούς, μοντέρνους, παλιούς και νέους, γνωστούς και λιγότερο γνωστούς συγγραφείς από όλες τις χώρες του κόσμου. Είχα προφανώς προσπεράσει τα βιβλία του και είχα πάρει το βλέμμα μου από πάνω τους, όταν αυτά βρίσκονταν στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων.

Άκουσα για πρώτη φορά το όνομά του όταν έγινε η ανακοίνωση των φετινών βραβείων Νόμπελ Λογοτεχνίας από την Σουηδική Ακαδημία. Μαζί με την αμηχανία που είχαν όλα τα ελληνικά μαζικής ενημέρωσης σχετικά με την καταγωγή του και την ταυτότητά του: Ιάπωνας, Βρετανός. Ιαπωνικής καταγωγής Βρετανός.

Έτσι μου γεννήθηκε η απορία και τελικά η περιέργεια. Και αποφάσισα να τον ανακαλύψω. Πήγα στα σίγουρα και πήρα να διαβάσω το πρώτο του έργο «Τα απομεινάρια μιας μέρας». Από την αρχή κατάλαβα πως πρόκειται για καθαρόαιμη αγγλική λογοτεχνία – δεν ξέρω αν το λέω σωστά και αν υπάρχει ο όρος κι αν είναι δόκιμος – μα θέλω να πω πως είναι αυτός το αργός, καταναγκαστικός (συχνά βαρετός) τρόπος διήγησης που σε μεταφέρει στην αγγλική εξοχή και στην αγγλική νοοτροπία, στα ήθη και τα έθιμα μιας άλλης εποχής, πολύ συγκεκριμένης και στις συνήθειες και τις πεποιθήσεις ενός λαού πολύ συγκεκριμένου.

«Τα απομεινάρια μιας μέρας» μας περιγράφουν την εκδρομή ενός βρετανού μπάτλερ, την μοναδική πενθήμερη άδεια που πήρε ποτέ από την εργασία του σε όλη την ζωή του. Και μέσα στις πέντε αυτές μέρες, ξετυλίγεται μπροστά μας όλη η ζωή του.

Είναι ένα από αυτά τα βιβλία που αγαπώ πολύ. Που λατρεύω. Τα ονομάζω «ήρεμα σπαρακτικά βιβλία». Και είναι αβάσταχτα. Γιατί περιγράφουν με ήρεμο και απλό και επιτηδευμένα βαρετό τρόπο τις κατεστραμμένες ζωές απλών ανθρώπων, που καταπίεσαν συναισθήματα και προσωπικές επιλογές στον βωμό ενός ιδεώδους που ήταν ανύπαρκτο. Που ήταν λίγο.

Το νιώθω από την αρχή πως θα με βασανίσει ένα τέτοιο βιβλίο. Πως θα με φτάσει στο όριο να το αφήσω στην άκρη και να μην το τελειώσω. Πιστεύω πως πολλοί αναγνώστες θα το κάνουν. Αργές περιγραφές και αργοί διάλογοι, βρετανικό φλέγμα και τελετουργίες τσαγιού. Οι πρώτες σελίδες κυλούν δύσκολα. Όμως αυτό είναι μέρος του κόλπου. Του συγγραφέα. Ο συγγραφέας το έχει σκεφτεί και το έχει αποφασίσει. Και μας περνάει μέσα από αυτήν την δοκιμασία.

Μέχρι να γίνει ο πρώτος υπαινιγμός. Ο πρώτος υπαινιγμός για το καταπιεσμένο συναίσθημα. Ο πρώτος υπαινιγμός για έναν μεγάλο έρωτα. Ο πρώτος υπαινιγμός για ένα «λάθος» καθήκον. Και ίσως ένας υπαινιγμός για το αμετάκλητο του θέματος.

Η ιστορία είναι απλή. Απλοϊκή. Όπως σε όλα τα μεγάλα έργα. Μπορείς να την περιγράψεις με δύο τρεις προτάσεις. Όμως δεν είναι η ιστορία το θέμα μας. Είναι τα συναισθήματα που μας γεννά η γραφή του Καζούο Ισιγκούρο. Που με δεξιοτεχνία μας σπρώχνει σε ένα διάβασμα βιωματικό, συναισθηματικό και όχι νοητικό.

Μου άρεσαν πολύ «Τα απομεινάρια μιας μέρας». Έχω αυτόν τον πόνο στο στήθος για κάτι τόσο ήρεμα τραγικό που συμβαίνει σε όλες τις ζωές – ίσως και στην δική μου. Δυσκολεύομαι να αναπνεύσω και να μιλήσω – δεν έχω διάθεση να κάνω κάτι άλλο καθώς τελείωσα την ανάγνωσή του – είμαι ακόμα εκεί, δίπλα στους ήρωες.

Αυτό το συναίσθημα της απώλειας μόνο οι μεγάλοι συγγραφείς μπορούν να το προκαλέσουν. Μα έτσι κι αλλιώς δεν είχα καμιά αμφιβολία για την επιλογή της Σουηδικής Ακαδημίας. Τους είχα εμπιστοσύνη.

Το 8ο χιλιόμετρο (ή το 34ο ή το 4ο ή λίγο πριν το τέλος)

Αγαπώ το τρέξιμο. Είναι το αγαπημένο μου σπορ. Αυτό που έχω διαλέξει για μένα. Μου δίνει χαρά, με ξεκουράζει από τις έγνοιες της δουλειάς, της καθημερινότητας, μου εξασφαλίζει απομόνωση και αυτοσυγκέντρωση. Είναι ένα δώρο που κάνω στον εαυτό μου για καλή υγεία, σωματική μα και ψυχική.

Για να έχει ενδιαφέρον, βάζω λίγο ανταγωνισμό, συμμετέχω σε αγώνες. Σε όσους μπορώ. Είναι στην πραγματικότητα ένα ωραίο κίνητρο, για να υπάρχει συνέπεια και σκοπός στην προετοιμασία, για να έχω ένα στόχο – συνήθως να βελτιωθώ έναντι της προηγούμενης επίδοσής μου. Για να έχω μια ώθηση και ένα χρονοδιάγραμμα, που δεν θα το εγκαταλείψω εύκολα με την πρώτη δυσκολία/δικαιολογία.

Όσοι τρέχουν μεγάλες αποστάσεις ξέρουν πολύ καλά πως τα πολλά χιλιόμετρα τα τρέχουμε με το μυαλό και όχι με τα πόδια. Τα πόδια είναι εκεί για να κάνουν ό,τι τους πει το μυαλό. Επίσης γνωρίζουν πολύ καλά πως ο αγώνας αντοχής είναι πολύ μοναχικός. Ο κόσμος επικεντρώνεται στο σημείο της εκκίνησης και του τερματισμού. Εκεί έχει μουσικές, αψίδες με διαφημίσεις, μπάντες ή φανταστικούς dj, τύμπανα και σημαίες. Για τα πρώτα και τελευταία 200 μέτρα. Ενδιάμεσα υπάρχει μόνο σιωπή.

Είναι αλήθεια. Ο δρόμος μεγάλης απόστασης περιέχει μια ατέλειωτη σιωπή. Είσαι εσύ και ο δρόμος, εσύ και τα βήματά σου, εσύ και η ανάσα σου, οι ανάσες των συναθλητών σου, τα τραγούδια που μπορεί να ακούς στα ακουστικά σου, είναι και αυτά μια επιλεγμένη σιωπή. Η προσπάθεια και η κούραση σύντομα δεν αφήνουν την συζήτηση. Σχεδόν κανείς δεν μιλάει σε κανέναν.

Κι έτσι μετά τα πρώτα 200 – 500 μέτρα, όταν συνειδητοποιήσεις την σιωπή σου, τότε αρχίζει και η συζήτηση με τον εαυτό σου. Δεν έχεις άλλη επιλογή.

Στα πρώτα 1-2 χιλιόμετρα σου φταίνε όλα – είναι η προσαρμογή – μέχρι να βρεις ρυθμό, να συντονίσεις την αναπνοή σου, να ζεσταθούν καλά όλοι οι μύες, να αφήσεις πίσω τον εαυτό που περπατάει ή κάθεται ή στέκεται και να βρεις τον εαυτό που τρέχει.

Μετά όλα κυλάνε πολύ πιο εύκολα, το σώμα ακούει το μυαλό, το μυαλό συγκεντρώνεται στον στόχο, τα βήματα είναι πια ακούραστα, τρέχεις με το σώμα και όχι με τα πόδια. Η διαδρομή αποκτά ενδιαφέρον. Αν είσαι στο δρόμο κοιτάς τα κτίρια, τα πεζοδρόμια και τα στενά. Αν είσαι στο βουνό, τότε είναι πραγματική μαγεία, κοιτάζεις τα δέντρα, τις πέτρες και τα νεροφαγώματα, τη ρίγανη και το θυμάρι, τα αγριολούλουδα στις άκρες του μονοπατιού.

Όλα αυτά μέχρι το 8ο χιλιόμετρο.

Μέχρι το 8ο χιλιόμετρο (αν ο αγώνας σου είναι τα 10 χιλιόμετρα όπως ο δικός μου), ή το 34ο αν τρέχεις μαραθώνιο ή το 4ο χιλιόμετρο αν τρέχεις τα 5). Ουσιαστικά όταν έχεις διανύσει το 80% της απόστασης του αγώνα σου. Ο καταραμένος νόμος του 80%-20%.

Γιατί εκεί στην έχει στημένη ο κακός σου εαυτός….

Στο 8ο χιλιόμετρο νιώθεις την κούρασή σου. Τα πόδια ξαφνικά γίνονται βαριά. Κάθε βήμα δυσκολεύει και μοιάζει να γίνεται σε αργή κίνηση. Η ανάσα κονταίνει. Το τοπίο δεν είναι πια τόσο ωραίο. Κάνει πιο πολλή ζέστη ή πιο πολύ κρύο από την ώρα της εκκίνησης. Τα δέντρα (ή τα κτίρια) είναι πια βαρετά και επαναλαμβανόμενα.

Σκέφτεσαι. Για πρώτη φορά παύεις να μιλάς με τον εαυτό σου και ο νους σκέφτεται ανεξάρτητος.

  • «Έχεις κουραστεί. Να σταματούσες λίγο καλύτερα;»
  • «Πονάει λίγο το δεξί γόνατο. Μήπως θα ήταν πιο φρόνιμο να εγκαταλείψεις;»
  • «Αν το πιέσεις μπορεί να τραυματιστείς…»
  • «Δεν πειράζει κι αν δεν τερματίσεις. Δεν είχες κάνει καλή προετοιμασία. Σταμάτα τώρα και προσπαθείς στον επόμενο αγώνα.»
  • ….

Ο κακός μας εαυτός είναι ο δυσκολότερος αντίπαλος. Ο κακός μας εαυτός είναι πολύ ικανός. Είναι πανέξυπνος, ετοιμόλογος και αποτελεσματικός. Κι αυτό γιατί ο κακός μας εαυτός είμαστε εμείς. Παίρνει δύναμη από εμάς. Θρέφεται από εμάς. Μας ξέρει καλά και μας πολεμάει «από μέσα».

Το 8ο χιλιόμετρο είναι μια νοητική και προσωπική μάχη. Που δίνεται κάθε φορά. Και είναι δύσκολη.

Το ίδιο νομίζω πως γίνεται και στην ζωή. Όχι μόνο στο τρέξιμο. Ο φόβος πριν την επιτυχία. Το άγχος για μια καινούρια ιδέα. Ο πανικός να εκτεθούμε με κάτι που έχουμε σκεφτεί και θέλουμε τόσο πολύ να κάνουμε. Η έλλειψη θάρρους να πούμε αυτό που νιώθουμε, όταν πια ξέρουμε ότι το έχουμε νιώσει, την χαρά μας, την λύπη μας, την συμπάθειά μας, τον έρωτά μας.

Ο φόβος μπροστά στην ευτυχία.

Είναι τόσο πιο εύκολο να τα παρατήσουμε. Να το αφήσουμε στην μέση. Ούτε καν στη μέση. Λϊγο πριν το τέλος. Γιατί είναι πιο εύκολο να φταίνε οι άλλοι. Η κοινωνία. Το σύστημα. Γιατί η ιδέα μας είναι χαζή, καταδικασμένη σε αποτυχία, γιατί οι άλλοι θα γελάσουν, θα μας περιφρονήσουν, γιατί δεν θα τα καταφέρουμε.

Το 8ο χιλιόμετρο είναι μια μάχη.

Η προσωπική μου άμυνα είναι σκέφτομαι μόνο το τέλος. Σκέφτομαι το μετάλλιο. Αυτόν στον οποίο θα το αφιερώσω. Σκέφτομαι πως θα λυπηθεί πολύ και θα απογοητευθεί αν δεν του στείλω μια φωτογραφία μου με το μετάλλιο στο στήθος. Σκέφτομαι τον κόπο μου μέχρι τώρα. Τις ώρες της προπόνησης. Το πόσο αγαπώ αυτό που κάνω. Σκέφτομαι τον τερματισμό. Τον κόσμο στον τερματισμό. Τις φωνές, τα χαμόγελα, τον εκφωνητή που θα λέει το όνομά μου.

Καμιά φορά στην άκρη του δρόμου, εκεί στο ύψος των 8 χιλιομέτρων μπορεί να δω, μπορεί να βρεθεί κάποιος συνειδητοποιημένος θεατής. Που ξέρει. Και στέκεται εκεί και μου φωνάζει.

  • « Έχει μείνει μόνο λίγο. Κάτω από 2 χιλιόμετρα. Πας για τερματισμό!»

Κι εκεί το μυαλό κάνει κλικ και κλείνει τ’αυτιά στον κακό εαυτό μου. Δεν τον ακούω πια. Του απαγορεύω να μου μιλάει. Γελάω με αυτά τα φοβιστικά που μου λέω. Αλλάζω ρυθμό και αναπνοή, δίνω ώθηση στα χέρια, στην κοιλιά και κοιτάζω μόνο μπροστά. Τον έχω νικήσει.

Στον τερματισμό, στα τελευταία 500 ή 200 μέτρα, δεν ξέρω πως, το σώμα βρίσκει ξανά την δύναμη, η κούραση έχει φύγει. Τερματίζω με σπριντ! Σχεδόν με κατοστάρι! Με χαμόγελο!

Όταν περνάω την γραμμή σκέφτομαι πως ναι θα μπορούσα να τρέξω και λίγα ακόμα χιλιόμετρα αν χρειαζόταν. Δεν θα ήταν και τόσο τρομερό. Πότε δεν είναι…

Η επιτυχία μας τρομάζει. Η ευτυχία μας τρομάζει. Γιατί μας φέρνει μπροστά από την ευθύνη μας. Μπορούμε να βάλουμε έναν στόχο και να τον πετύχουμε. Μπορούμε να τα καταφέρουμε. Μπορούμε να κάνουμε ότι θέλουμε. Γιατί η επιτυχία και η ευτυχία είναι ελευθερία. Και είναι μεγάλη ευθύνη να διαχειριστείς την ελευθερία σου…

Αν βρεθείτε σε κάποιον αγώνα αντοχής σαν θεατής (την Κυριακή 12 Νοέμβρη διεξάγεται στην Αθήνα ο Αυθεντικός Μαραθώνιος καθώς και αγώνες 10 και 5 χιλιομέτρων) κάνετε τον κόπο να βρεθείτε λίγο πριν τον τερματισμό. Στο 8ο ή στο 34ο ή στο 4ο χιλιόμετρο, ή τέλος πάντων λίγο πριν το τέρμα της αντίστοιχης διαδρομής. Η παρουσία σας, η φωνή σας, η παρότρυνσή σας και το χαμόγελό σας θα είναι πολύτιμα για τον δρομέα που περνάει από μπροστά σας.

Εγώ θα σας περιμένω εκεί.

Ο υπέροχος κύριος Γκάτσμπυ του Φ.Σ.Φιτζέραλντ

Συχνά, η μόνη μου παρηγοριά από μια ζωή γεμάτη αριθμούς, αλγόριθμους και συμβιβασμούς είναι τα βιβλία. Τα αγαπώ πολύ. Τα αγαπώ από μικρό παιδάκι. Σε αυτά βρίσκω παρηγοριά, παρέα, νόημα και πολλές φορές απαντήσεις για τη ζωή.

Διαβάζω όσο μπορώ, όσο πιο διαφορετικά πράγματα μπορώ, με ανοιχτό μυαλό. Όμως αυτό που αγαπώ πιο πολύ να διαβάζω είναι η κλασσική λογοτεχνία. ΟΙ Ρώσσοι κλασσικοί – έχω μια μεγάλη αγάπη στον Ντοστογιέφσκι, δεν μπορώ να ξεπεράσω αυτά που έχει γράψει… Η ψυχή στο κέντρο της ιστορίας. Άπειρα δίπολα που μας βασανίζουν: το καλό και το κακό που υπάρχουν μαζί, το ηθικό και το ανήθικο, το έγκλημα και η τιμωρία, η πόρνη και η αγία…

Από μια άλλη ματιά αγαπώ την Λατινοαμερικάνικη σχολή, τον Μάρκες, τον Φουέντες, την Αλιέντε… Τον μαγικό ρεαλισμό… Την διήγηση που γίνεται λαϊκή παραβολή και τελικά παραμύθι, που κυλάει σαν το νερό της πηγής και ξεκουράζει το μυαλό και πιο πολύ την ψυχή, και το ψέμα που είναι τόσο εξόφθαλμο που τελικά ίσως είναι και αληθινό.

Τελευταία αποφάσισα να καλύψω τα κενά της άγνοιάς μου για την Αμερικανική σχολή της λογοτεχνίας. Και ξεκίνησα με αριστουργήματα. Σύντομα έπεσε στα χέρια μου το έργο του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Ο υπέροχος κύριος Γκάτσμπυ. Καθώς η λογοτεχνία πρέπει να διαβάζεται στην γλώσσα στην οποία έχει γραφθεί, διάβασα το βιβλίο στα Αγγλικά, στο πρωτότυπο (με αρκετή δυσκολία, καθώς η γραφή του Φιτζέραλντ είναι μοναδική και ιδιαίτερη). Μετά το διάβασα και σε μετάφραση για να μην χάσω κάτι (δεν θα έχανα ακόμη κι αν δεν το διάβαζα στην μετάφραση τελικά). Τέλος είδα και την ταινία που ακολουθεί πιστά το κείμενο και όπου παίζουν καλλιτέχνες όπως ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ και η Μία Φάροου.

Ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ είναι καθηλωτικός.

Είναι ένας μεγάλος και ανεπανάληπτος συγγραφέας. Το βιβλίο αυτό χαρακτηρίστηκε από πολλούς – και όχι άδικα – το πιο χαρακτηριστικό έργο της αμερικανικής λογοτεχνίας.

Διαβάζω με συναίσθημα και συχνά παρασύρομαι από αυτό. Κλαίω όταν διαβάζω και μάλιστα όχι αυτό το καθώς πρέπει κλάμα με το σιγανό δάκρυ. Όχι. Κλαίω σπαρακτικά με λυγμούς. Τους χαμένους, ανείπωτους έρωτες, τις ζωές που χάθηκαν για τα πρέπει, τους ανθρώπους που έχασαν την ευτυχία για πάντα.

Μου συνέβει στο κεφάλαιο 5. Να κλαίω σπαρακτικά. Αν θα θέλαμε να δώσουμε έναν ορισμό του έρωτα, στα λεξικά του κόσμου, θα μπορούσαμε να πούμε «Ο έρωτας περιγράφεται ορθά και πλήρως το κεφάλαιο 5 του Υπέροχου Κύριου Γκάτσμπυ, του Φράνσις Σκοτ Φιτζέρλαντ».

Ένας άντρας, ξεχωριστός, ικανός και έξυπνος και αβάσταχτα φτωχός ερωτεύεται μια κοπέλα πλούσια, όμορφη και άπιαστη, την πιο πλούσια της πόλης του. Τα αισθήματα είναι αμοιβαία, μα μεσολαβεί ο Β’Παγκόσμιος Πόλεμος και αυτός φεύγει μακριά. Κατά την απουσία του μαθαίνει πως η κοπέλα που αγάπησε έχει παντρευτεί (όπως θα ήταν το σωστό και το αναμενόμενο) τον πιο πολλά υποσχόμενο νέο της περιοχής.

Ο υπέροχος Γκάτσμπυ, χάνεται για πέντε ολόκληρα χρόνια, κάνοντας ένας Θεός ξέρει τι δουλειές, και γυρίζει ο πιο πλούσιος και ενδιαφέρον τύπος όλης της Νέας Υόρκης. Έχει μαζέψει αμύθητο χρήμα, έχει αγοράσει το μεγαλύτερο σπίτι της πόλης, διοργανώνει τα μεγαλύτερα και πιο περιπετειώδη πάρτυ της τάξης του με μόνο σκοπό να δει εκείνη για μια και μόνο ώρα. Για να πιουν ένα τσάι. Πέντε χρόνια σκληρής δουλειάς και απελπισίας, μια ψυχή πολύ πιθανά πουλημένη στο διάολο, για να μπορέσει να τη δει, σαν ίσος προς ίσον, για μια και μόνη ώρα.

Αν δεν είναι αυτός σπαρακτικός έρωτας τότε ποιος είναι;

Σαν άλλος Χίθκλιφ, ο αιρετικός ψυχογιός, που γυρίζει σαν μεγάλος αφέντης να εντυπωσιάσει την αγαπημένη του Κάθριν, στα Ανεμοδαρμένη Ύψη, έτσι κι εδώ η ιστορία επαναλαμβάνεται. Και πάντα έχει θύματα. Τις ανθρώπινες ζωές των πιο ευαίσθητων ηρώων.

Το αμερικάνικο όνειρο, το πάθος για το χρήμα και τον πλούτο, το αίνιγμα της ομορφιάς και της αγάπης, η ματαιότητα της δήθεν φιλίας, η ακεραιότητα κάποιων ανθρώπων που δεν γίνεται να μην κάνουν το σωστό…

Τις ζηλεύω αυτές τις μοιραίες γυναίκες. Την Νταίζη του Γκάτσμπυ. Την Κάθριν του Χίθκλιφ. Τόσο ικανές να ανάψουν την φλόγα του αιώνιου έρωτα στην καρδιά ικανών και μοναδικών ανδρών. Τις ζηλεύω ακόμα και εάν το τέλος τους δεν είναι αίσιο. Γιατί κατάφεραν σε αυτήν τη ζωή να ζήσουν έναν μεγάλο και αληθινό έρωτα.

Αυτούς που δεν ζηλεύω μα αντίθετα συμπονώ είναι οι συγγραφείς. Σκέφτομαι τον πόνο που έχουν ζήσει για να γράψουν αριστουργήματα, την ανασφάλειά τους όταν η έμπνευσή τους ήταν χαμένη, την απελπισία τους από τους δικούς τους ρημαγμένους έρωτες.

Ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ πάλεψε χρόνια με την ψυχική ασθένεια της γυναίκας του, με την σχιζοφρένεια. Όποιος έχει έστω και λίγη πείρα ξέρει πως δεν γίνεται κανείς να μην επηρεαστεί σε μια τέτοια κατάσταση.

Το κόστος ενός αριστουργήματος ίσως να είναι αυτό. Μια δυστυχισμένη ζωή.

Από το γράμμα της Ζέλντα, της γυναίκας του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ στον συγγραφέα κατά την διάρκεια μιας πνευματικής αναλαμπής ανάμεσα στην ασθένειά της.

Capture2

Capture1

Γιατί με απασχολεί η υπόθεση της Ηριάννας;

Τους τελευταίους μήνες – και με ακόμα μεγαλύτερη ένταση τις τελευταίες μέρες – παρακολουθώ κι εγώ, όπως και το πανελλήνιο, την δικαστική υπόθεση της Ηριάννας και κατ’επέκταση κι εκείνη του συντρόφου της Περικλή. Πολλοί ειδικοί και μη, έχουν γράψει ήδη πολλές και διαφορετικές απόψεις για το θέμα. Ο τύπος είναι γεμάτος από αυτές.

Προσωπικά, δεν είμαι ειδικός. Δεν έχω ιδιαίτερες επιστημονικές γνώσεις πάνω σε δικαστικά ζητήματα. Ούτε σε πολιτικά ζητήματα. Πόσο μάλλον σε θέματα τρομοκρατίας. Παρόλα αυτά είμαι μια νέα γυναίκα, ένας ελεύθερος άνθρωπος που ζει σε αυτήν την χώρα. Και το θέμα με απασχολεί. Και αυτές είναι λίγες σκέψεις μου για το θέμα.

Στην υπόθεση αυτή υπάρχει ένα οξύμωρο σχήμα, που αφορά την σχέση μιας νέας γυναίκας με έναν νέο άντρα, που κατηγορήθηκε για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση,  μια σχέση συντροφική και ερωτική. Η δίκη του Περικλή έχει προηγηθεί και έχει ήδη βγει αθωωτική απόφαση. Σύμφωνα με τις αρχές της δικαστικής εξουσίας, ένας άνθρωπος που δικάζεται θεωρείται από τον νόμο αθώος, μέχρι απόδειξης του ενάντιου και όχι το αντίθετο. Στην περίπτωση δε του Περικλή, υπάρχει και τελεσίδικη αθωωτική απόφαση. Επομένως ο άνθρωπος αυτός, θεωρήθηκε και θεωρείται από την δικαστική εξουσία αθώος πριν, κατά την διάρκεια και μετά την ολοκλήρωση της δίκης του. Θεωρείται πέρα ως πέρα αθώος.

Η γυναίκα η οποία έχει δεσμό μαζί του συλλαμβάνεται κυρίως γιατί έχει σχέσεις μαζί του, δηλαδή σχέσεις με έναν αθώο. Η απλή σκέψη που κάνω είναι γιατί μια σοβαρή και τελεσίδικη δικαστική απόφαση (η αθώωση του Περικλή στην προκειμένη περίπτωση) δεν είναι ένα νέο τεκμήριο στην δίκη που έχει άμεση σχέση, δηλαδή της δίκη της Ηριάννας. Δεν θα έπρεπε να είναι το σοβαρότερο ίσως τεκμήριο;

Στην υπόθεση της Ηριάννας χρησιμοποιήθηκε μια ευρέως εφαρμοσμένη μέθοδος (η μέθοδος του DNA). Προφανώς και είναι μια επιστημονική μέθοδος και έχει διαλευκάνει πολλά και δύσκολα εγκλήματα. Όμως είναι μια μέθοδος και όπως όλες έχει κάποια περιθώρια λάθους. Στην περίπτωση της δίκης της Ηριάννας, έγκριτοι επιστήμονες κατέθεσαν τις τεκμηριωμένες τους απόψεις γιατί η μέθοδος αυτή, στην περίπτωση της Ηριάννας ήταν λανθασμένη η ελλειπής. Δεν θα έπρεπε να τους ακούσουμε;

Η Ηριάννα είναι μια μορφωμένη νέα γυναίκα, που έχει σαν όνειρό της την ακαδημαϊκή καριέρα. Βαδίζει στο να γίνει λέκτορας στο Πανεπιστήμιο. Πολλές απόψεις προέκυψαν για το αν μπορεί μια γυναίκα που έχει σχέση με έναν άντρα, που η ιδεολογία του ανήκει στον αντι-εξουσιαστικό χώρο, να κατέχει μια τέτοια θέση και καριέρα.

Προσωπικά έχω σπουδάσει Θετικές Επιστήμες και είμαι κάτοχος MSc ενός από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Χρειάστηκε να απορρίψω για καθαρά βιοποριστικούς λόγους, το διδακτορικό που μου προτάθηκε. Είχα ξεκάθαρα την επιλογή μιας πανεπιστημιακής καριέρας. Σκέφτομαι την περίπτωση της Ηριάννας. Δηλαδή, τα πτυχία μου και η ακαδημαϊκή μου πορεία μου απαγορεύει να έχω σχέση, να ερωτευθώ, να κάνω φίλους ή απλά να σχετίζομαι με ανθρώπους από συγκεκριμένες ιδεολογίες;

Το άλλο που αισθάνομαι σαν γυναίκα είναι πως όλος αυτός ο θόρυβος και η επίθεση προς την Ηριάννα κρύβει και κάποιο μισογυνισμό. Τι θα γινόταν αν η δίκη της Ηριάννας είχε προηγηθεί της δίκης του Περικλή; Θα απασχολούσε το ίδιο όλους αν ένας άνδρας είχε σχέσεις με μια γυναίκα που η ιδεολογία της είναι στο αντι-εξουσιαστικό χώρο; Η αυτό επιτρέπεται; Η ο άντρας μπορεί να κάνει ότι θέλει;

Δεν είμαι ειδική, ούτε καν ενήμερη στις λεπτομέρειες, στις ελλείψεις που έχουν τα επιχειρήματά μου. Όμως πιάνω το συναίσθημα της υπόθεσης αυτής. Αυτό γίνεται και με τον απλό κόσμο.

Δεν είναι κακό για την Δικαιοσύνη να επισκεφτεί ξανά μια απόφαση. Δεν είναι κακό για την Δικαιοσύνη να παραδεχτεί ότι μια εξαιρετική μέθοδος έχει ελάχιστα αλλά υπαρκτά περιθώρια λάθους. Δεν είναι αδυναμία όταν παραδεχτούμε ένα λάθος για να γίνει το σωστό.

Ελπίζω η Δικαιοσύνη να το δει αυτό.