Το φόρεμα

Όλοι γι’αυτό μιλούσαν. Δεν υπήρχε πιο μεγάλο πολυκατάστημα σε ολόκληρη την Ελλάδα. Πολυ-κατάστημα… μέχρι και καινούρια λέξη είχε βρεθεί για να περιγράψει το Μινιόν. Φαντάσου….

Για τα ψώνια συνήθως πήγαιναν στην Νέα Ιωνία. Ωραία αγορά και προπαντός φτηνή. Έβρισκες να αγοράσεις, χωρίς να χρειαστεί να ξεφύγεις από τον προϋπολογισμό σου. Η μαμά βέβαια πάντα κοιτούσε υφάσματα, για την ακρίβεια ρετάλια. Τι ρετάλια όμως ήταν αυτά, αν ήταν κιόλας δυο μέτρα φάρδος; Αν έκοβες σωστά το πατρόν μπορούσες να βγάλεις δύο φούστες αντί για μία. Και η μαμά ήταν καλή σ’αυτό, ήταν καλή μοδίστρα. Ήταν βλέπεις πρόβλημα να ντύνεις τρία παιδιά, κι όλα κορίτσια…

Έραβε η μαμά, από τα ρετάλια έφτιαχνε φουστανάκια, φούστες και ζεκετάκια. Έραβε και για τον εαυτό της, φορέματα και φούστες. Σπάνια αγόραζε έτοιμα ρούχα για εκείνη.  Ποιος ο λόγος; Με την μοδιστρική έκανε την δουλειά της καλύτερα. Άλλωστε γέμιζε και τις ώρες στο σπίτι, να αλλάξει λίγο από το συγύρισμα και τις άλλες δουλειές.

Η Αγγελική σαν μεγαλύτερη (πήγαινε κιόλας Πέμπτη Δημοτικού) ήταν η πιο τυχερή. Αυτή , καθώς δεν είχε άλλο παιδί μπροστά της, έπαιρνε όλο καινούρια. Οι άλλες δύο τα έβρισκαν έτοιμα από εκείνη. Είχε υποχρέωση βέβαια, να μη τα χαλάσει, να τα κρατήσει καθαρά και κυρίως χωρίς σκισίματα και ξηλώματα, να τα βρουν έτοιμα και οι άλλες δύο. Να τα χαρούν και κείνες. Ήταν τα ρούχα – και τα παπούτσια –  κάπως σαν δανεικά, σαν αγαθά με μίσθωση χρόνου. Ήθελε μια υπευθυνότητα αυτό, μια σοβαρότητα, δεν ήταν αστείο πράγμα.

Όμως αυτήν την φορά ήταν αλλιώς. Πλησίαζαν Χριστούγεννα και θα πήγαιναν όλοι μαζί για βόλτα στο Μινιόν. Στο κέντρο της Αθήνας. Θα ανέβαιναν όλους τους ορόφους με τις κυλιόμενες σκάλες που άλλες σαν κι αυτές δεν θα βρεις σε κανένα κατάστημα στην πόλη. Θα έβλεπαν ρούχα, παιχνίδια, παπούτσια, πράγματα για το σπίτι… Θα ήταν φανταστικά!!!

Ήξεραν βέβαια ότι δεν μπορούσαν να αγοράσουν τίποτα. Δεν τους περνούσε καν από το μυαλό να ζητήσουν κάτι. Αυτό θα ήταν μεγάλη αυθάδεια, θα ήταν απρέπεια προς τους γονείς που μοχθούσαν τόσο. Ο μπαμπάς στην οικοδομή από το χάραμα ως την νύχτα, να δουλεύει στα χτισίματα όλες τις μέρες (όταν υπήρχε δουλειά) και τα Σάββατα (το Σάββατο δεν ήταν τότε αργία , και για τον μπαμπά δεν έγινε ποτέ)  και η μαμά στο σπίτι ακούραστη, να πλύνει, να μαγειρέψει, να συγυρίσει, να μεγαλώσει τρία παιδιά (που ήταν και κορίτσια) και που και που να παίρνει λίγη μοδιστρική στο σπίτι.

Στα πανηγύρια, στα παζάρια, στις βόλτες τα Σαββατόβραδα στο λούνα παρκ τα παιδιά δεν ζητούσαν. Μόνο κοίταζαν. Και μόνο όταν επέμενε ο μπαμπάς ανέβαιναν σε ένα παιχνίδι του λούνα παρκ, χωρίς βέβαια τη μαμά που τα φοβόταν. Όμως αυτό δεν μετρίαζε διόλου την διασκέδαση. Ήταν ένας κανόνας που δεν τον διατύπωσε ποτέ κανείς αλλά τον υπάκουγαν όλοι χωρίς κόπο. Κανένα παράπονο λοιπόν για τα γλυφιτζούρια – κοκοράκια που δεν αγόρασαν, ούτε για το στρίμωγμα στο λεωφορείο όταν γυρνούσαν σπίτι…

Έτσι και τώρα με το λεωφορείο κατέβαιναν στην Αθήνα. Στην Χαλκοκονδύλη έκανε τέρμα και μετά περπάτημα δύο βήματα και έφτασαν. Η πιο μικρή γκρίνιαζε κιόλας και ήθελε αγκαλιά, την πήρε ο μπαμπάς να μην τους καθυστερεί στην βόλτα τους.

Μα τι κόσμος ήταν αυτός στο Μινιόν. Όλη η Αθήνα είχε έρθει να το δει και για να ψωνίσει. Και τι δεν είδαν! Χριστουγεννιάτικα στολίδια και δέντρα. Τραίνα πάνω σε τεράστια τραπέζια που έκαναν γύρους κουβαλώντας τα φορτία τους και σφυρίζοντας. Μέχρι και τον ίδιο τον Αι-Βασίλη είδαν και τις πήρε μια – μια αγκαλιά στα γόνατά του!

Είδαν παιχνίδια αμέτρητα, ίδια με εκείνα που είχαν δει να φτιάχνουν η θεία τους και οι άλλοι εργάτες στο εργοστάσιο του Απέργη, κοντά στο σπίτι τους. Χόρτασε το μάτι τους. Τα μικρότερα κορίτσια κουράστηκαν και κάθισαν με τον μπαμπά σε μια γωνιά.

Η μαμά φώναξε τότε την Αγγελική

  • «Πάμε να δούμε κανένα φόρεμα για σένα για τις γιορτές, Αγγελική;». Χρειάζεσαι ένα, το κόκκινο σου μίκρυνε, θα το πάρει τώρα η Χριστίνα. Να πάρεις ένα και άμα το προσέχεις θα μείνει και για τις άλλες.

Η Αγγελική δε πίστευε στ’ αυτιά της. Μα ήταν δυνατόν; Θα ψώνιζε και φόρεμα;

Πήγαν με την μαμά στο τμήμα με τα κοριτσίστικα. Κι εκεί το είδε. Σοκολατί με βολάν στο τελείωμα. Σαν να το είχαν υφάνει με σοκολάτα.

  • «Μαμά, μου αρέσει αυτό το καφέ με τα βολάν. Να το δοκιμάσω; Και το δοκίμασε! Και ήταν πάνω της ακόμα πιο όμορφο. Με φούσκα μανικάκι και ραφή σφηγκοφωλιά στο στήθος και πίσω ζώνη με βολάν κι έναν φιόγκο. Δεν ήθελε τίποτε άλλο.
  • «Μαμά πώς σου φαίνεται; Μου πάει;»

Και στριφογύριζε συνεχώς για να φουσκώνουν τα βολάν. Σαν κύμα. Σε μια στροφή η μαμά έπιασε το ταμπελάκι με την τιμή που κρεμόταν. Δεν είπε τίποτα, δεν άλλαξε την έκφρασή της, μόνο για μια στιγμή έριξε το βλέμμα της στο πάτωμα. Η Αγγελική το κατάλαβε. Δεν μπορούσαν να το πάρουν. Δεν άφησε τον εαυτό της ούτε να βουρκώσει, δεν άφησε τον εαυτό της ούτε να αναστενάξει. Δεν έριξε το βλέμμα της στο πάτωμα, κοίταζε πέρα μακριά με χαμόγελο.

Η μαμά έφερε ένα πιο λεπτό βαμβακερό φορεματάκι, πτι καρό, ασπρόμαυρο πολύ χαριτωμένο. Αυτό ήταν το σωστό να πάρουν. Αυτό αγόρασαν. Το δοκίμασε και της πήγε κι αυτό καλά πάνω της κι ας ήταν αδυνατούλα.

Μετά οι μικρές αδελφούλες δεν άντεξαν άλλο και γκρίνιαζαν και ήταν ώρα πια να φύγουν. Ευτυχώς το λεωφορείο στην Χαλκοκονδύλη κάνει τέρμα, μπήκαν και κάθισαν. Βρήκαν θέσεις για όλους.

Όμορφα περνούσαν οι γιορτές, με τραγούδια και κάλαντα, με γλυκά και ξεκούραση. Το πτι καρό ασπρόμαυρο φορεματάκι πήγε στην εκκλησία για τα Χριστούγεννα, πήγε επισκέψεις σε Χρήστους και Μανώληδες και Χριστίνες.

Μια μέρα, λίγο πριν την Πρωτοχρονιά, η μαμά φώναξε την Αγγελική στο υπνοδωμάτιο των γονιών που είχε και την ραπτομηχανή μέσα.

  • «Βάλτο λίγο να το δω πάνω σου, μήπως θέλει να το πάρω λίγο πουθενά».

Το είδε και δεν πίστευε στα μάτια της. Το ίδιο εκείνο σοκολατένιο φόρεμα, με τα βολάν και τις σφηγκοφωλιές! Θα πρέπει να της πήρε μέρες. Μα πώς το έκανε ίδιο; Ένα απόγευμα το είχε δει μόνο για λίγο μέσα στην φασαρία του Μινιόν.

Ήθελε τόσα να της πει. Πώς είχε ένα μεγάλο ευχαριστώ μέσα στην καρδιά της για εκείνη. Για τον κόπο της να το κάνει τόσο όμορφο, για τον χρόνο που ξέκλεψε από τις ανελέητες δουλειές και από την φροντίδα των μωρών. Πώς σήμαινε τόσα πολλά που το είχε προσέξει, πόσο της είχε αρέσει το φόρεμα αυτό, και που έδωσε τόση αξία στην επιθυμία ενός κοριτσιού, που ήταν πολύ καλά εκπαιδευμένο να μην επιθυμεί τίποτα…

Είχε δυο χέρια για αγκαλιά και τόση αγάπη για να την κάνει δύο φιλιά για εκείνη.

  • « Καλό σου είναι!» είπε μόνο η μαμά και βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο.

Εκείνη την χρονιά η Αγγελική φόρεσε το σοκολατένιο φόρεμα πολύ, χωρίς όμως να το χαλάσει. Το πρόλαβαν και το χάρηκαν και οι δυο μικρότερες αδελφές της.

Για τον εαυτό της κράτησε αυτήν την εικόνα του κοριτσιού που στριφογύριζε φορώντας τα βολάν από σοκολάτα, να τη λέει σαν παραμύθι για καληνύχτα.

 

 

Γιατί να τρέξω;

Το Σαββατοκύριακο είχα την τύχη να βρεθώ στις όμορφες Σπέτσες όπου έγινε ο μεγάλος δρομικός αγώνας Spetses Mini Marathon. Και ναι είχα πάει για να τρέξω, είμαι ερασιτέχνης δρομέας!

Εκτός από την μεγάλη διαδρομή των 26 χιλιομέτρων, που αντιστοιχεί στην πλήρη περίμετρο του νησιού – και είναι πανέμορφος! – γίνονται αγώνες δρόμου 5 και 10 χιλιομέτρων. Επίσης γίνονται αγώνες μικρότερων διαδρομών για παιδιά καθώς και κολυμβητικοί αγώνες.

Το Σαββατοκύριακο αυτό είναι μια μεγάλη γιορτή για τις Σπέτσες. Το νησί ομορφαίνει και αλλάζει. Το νησί γεμίζει από κόσμο, στην πλειονότητα άνθρωποι που αγαπούν τον αθλητισμό, τη φύση, την καλή διατροφή. Τα εστιατόρια, τα καφέ, τα μπαρ, τα ξενοδοχεία είναι ασφυκτικά γεμάτα, σαν να ήρθε ξαφνικά ο Αύγουστος μέσα στο φθινόπωρο!

Προσωπικά τρέχω τα 10 χιλιόμετρα. Η εκκίνηση γίνεται μπροστά στο πανέμορφο ξενοδοχείο Ποσειδώνιο και ακολουθεί την παραλιακή γραμμή του νησιού. Αυτό που κάνουν οι κάτοικοι των Σπετσών για τους δρομείς είναι μοναδικό. Το πόσο αγαπούν τον δρομικό αυτό αγώνα που γίνεται στο νησί τους! Είναι όλοι στους δρόμους, μικροί και μεγάλοι, παιδάκια αλλά και γιαγιάδες και παππούδες, σε όλη την διαδρομή των 10 χιλιομέτρων και χειροκροτούν και επευφυμούν και εμψυχώνουν τον κάθε δρομέα. Είναι αδύνατον κανείς και να μην συγκινηθεί…

Πολλοί βέβαια μπορεί να αναρωτηθούν – και γιατί να τρέξω τα 5, 10, 26 ή και τα 42 χιλιόμετρα του κλασσικού μαραθωνίου; Τι ευχάριστο ή ενδιαφέρον μπορώ να βρω στο τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων?

Καλή ερώτηση.

Υπάρχουν πολλές απαντήσεις.

Το τρέξιμο είναι μια άσκηση που υπάρχει στην ζωή του ανθρώπου από τα αρχαία χρόνια. Κάτι σαν φυσική ανάγκη και κλίση. Μεγάλες αποστάσεις έπρεπε να καλυφθούν με περπάτημα και τρέξιμο καθώς δεν υπήρχαν μηχανικά μέσα μεταφοράς. Το τρέξιμο έσωζε από τους εχθρούς, από κάθε κίνδυνο. Είναι λοιπόν κάτι που δεν επιβαρύνει τον ανθρώπινο οργανισμό και μπορεί να γίνει σε κάθε ηλικία.

Μάλιστα, η ικανότητα και η αντοχή στο τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων βελτιώνεται με την ηλικία. Δρομείς μετά τα 40 ομολογούν ότι έχουν καλύτερες επιδόσεις από  ότι στην νεανική τους ηλικία. Στους αγώνες βλέπουμε να τερματίζουν με αξιοπρεπείς  χρόνους άνθρωποι πολύ μεγάλης ηλικίας.

Ακόμα παραπέρα, το τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων – όταν γίνεται με σωστή προετοιμασία, σε συνδυασμό με διατροφή και ενδυνάμωση  και με σωστή ιατρική παρακολούθηση – έχει αποδειχθεί επιστημονικά ότι σταματάει την γήρανση. Μπορεί να κάνει την βιολογική ηλικία του ανθρώπινου σώματος (της καρδιάς, του μυικού συστήματος και άλλων οργάνων) να είναι μικρότερη από την ημερολογιακή.

Το τρέξιμο είναι μια μορφή γυμναστικής που μας κρατάει σε καλή φυσική κατάσταση. Όλο το μυικό σύστημα δυναμώνει. Η καρδιά και η αναπνοή γίνονται πιο δυνατές. Η εμφάνισή μας αλλάζει προς το καλύτερο. Μας βοηθάει να χάσουμε ανεπιθύμητο βάρος και να έχουμε καλύτερη σχέση λίπους – μυικής μάζας. Γενικά οι δρομείς είναι αδύνατοι και με όμορφη κορμοστασιά.

Αναπόφευκτα το τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων συνδυάζεται  με σωστή διατροφή. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, καθώς σε αυτό το άθλημα το μόνο «εργαλείο» του αθλητή είναι το σώμα του. Μαύρο ψωμί, μέλι, αμύγδαλα, κανέλλα, ασπράδια αυγών είναι στο ημερήσιο διαιτολόγιο του δρομέα. Μα ακόμα κι αν η δίαιτα δεν είναι αυστηρή (που δεν είναι άλλωστε απαραίτητο), αποτρέπει συνήθειες και εμμονές όπως το κάπνισμα και το αλκοόλ. Τις κάνει ασύμβατες.

Οι επιστήμονες μας λένε πως όταν κανείς τρέχει, το σώμα του εκκρίνει ενδορφίνες, ένα φυσικό «ναρκωτικό» του σώματός μας, που ανεβάζει την διάθεση και βοηθάει στην διαχείριση του πόνου. Όλο το μυικό σύστημα, το νευρικό σύστημα, αλλά και ο εγκέφαλος, επικεντρώνουν την προσπάθειά τους στο να προασπίσουν τον άνθρωπο που τρέχει, από την κούραση  και τον πόνο. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, που οι ψυχολόγοι προτείνουν το τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων σε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν σοβαρά τραύματα, μια μεγάλη απώλεια ή ένα πένθος.

Το τρέξιμο είναι ίσως το άθλημα που χρειάζεται την λιγότερη προετοιμασία. Βασικά, χρειάζεται κανείς απλά να φορέσει τα αθλητικά του παπούτσια του και να βγει να τρέξει  – στο δρόμο, στο πάρκο, στην παραλία ή στο βουνό. Το τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων είναι ένα άθλημα που όλοι μπορούμε να κάνουμε, χωρίς οικονομική επιβάρυνση, ακόμα και σε καιρούς οικονομικής κρίσης, όπως αυτούς που ζούμε.

Όμως υπάρχει και ένας άλλος λόγος που αξίζει κανείς να ασχοληθεί με το τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων, που για μένα είναι ίσως και ο πιο σημαντικός. Καθώς βλέπω τους άλλους δρομείς να τρέχουν γύρω μου, το σκέφτομαι ακόμα περισσότερο.

Καθώς τρέχω στην ανηφόρα του νησιού, παρατηρώ πως προσπερνάω δίμετρους νεαρούς και κορίτσια πολύ μικρότερα από την ηλικία μου και την ίδια στιγμή μπορεί να με προσπερνούν άντρες και γυναίκες πολύ μεγαλύτεροί μου. Οι άνθρωποι γύρω μου έχουν άλλες ηλικίες, άλλες σωματικές δυνατότητες ή αδυναμίες, άλλο επίπεδο προπόνησης και προετοιμασίας, άλλα κιλά, άλλος ύψος, άλλα προβλήματα στο μυαλό τους. ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΥΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ ΜΟΥ!

Στο τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων, ο αντίπαλος στην πραγματικότητα δεν είναι ο άλλος δρομέας. Συχνά ο άλλος δρομέας θα σταματήσει και θα βοηθήσει αν κάποιος παραπατήσει ή έχει μια δύσκολη στιγμή. Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΑΚΟΣ ΜΑΣ ΕΑΥΤΟΣ.

Ο κόσμος έχει εικόνα για την εκκίνηση και για τον τερματισμό των αγώνων δρόμου . Που είναι πάντα φανταστικές. Έχουν κόσμο, έχουν μουσική, έχουν τύμπανα και φωτογράφους. Όμως η υπόλοιπη διαδρομή, τα 5 ή 10 ή τα 26 ή 42 υπόλοιπα χιλιόμετρα είναι μοναχικά, γίνονται μέσα σε σιωπή. Ο δρομέας στην διάρκεια του αγώνα είναι κυρίως μόνος του.

Και σε όλη την μεγάλη ή μικρή διαδρομή, αυτό που κάνω είναι να «μιλάω» με τον εαυτό μου. Ρωτάω τα πόδια μου αν κουράστηκαν, αν πονάνε πουθενά, αν οι γάμπες μου είναι δυνατές και αν τα γόνατα αντέχουν. Συγκεντρώνομαι στην αναπνοή μου, αλλάζω ρυθμούς αναπνοής (αναπνοή – εκπνοή σε πρώτο χρόνο, αναπνοή – εκπνοή σε διπλό χρόνο). Κουνάω τα χέρια μου με ρυθμό, για να πάρουν λίγη από την κούραση των ποδιών. Ο νους μου στο στομάχι και τα άλλα όργανα, που δεν πρέπει να αναστατωθούν πολύ από τον ρυθμό της αναπνοής. Ρωτάω τον εαυτό μου αν λαχανιάζει, και κατεβάζω πρόσκαιρα ρυθμό, νιώθω ξεκούραστη και ανεβάζω πάλι.

Ο κύριος στόχος είναι να φυσικά να μην τραυματιστώ. Και μετά να τερματίσω. Και μετά να κάνω έναν καλό χρόνο. Πάντα με αυτήν την σειρά.

Και σε όλη αυτήν την προσπάθεια βάζω το εγκέφαλό μου να σκέφτεται, να φαντάζεται ωραίες εικόνες, να μου δίνει θάρρος. Σκέφτομαι την περηφάνια του τερματισμού, το μετάλλιο, τις ατέλειωτες ώρες προπόνησης, τον κόπο μου μέχρι τώρα. Σκέφτομαι «τι όμορφες που μοιάζει οι Σπέτσες μας σήμερα»…

Αυτό για μένα είναι το μεγαλύτερο δώρο, που μου έχει δώσει το τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων. Για αυτήν την μισή ή τη μία ή τις 4 ώρες που τρέχει κανείς, στον αγώνα ή στην προπόνηση που κάνει, έχει την δυνατότητα – και την ανάγκη – να έρθει σε επαφή με τον εαυτό του. Χωρίς να υπάρχει δίπλα κανείς. Χωρίς να έχει καμιά άλλη ιδιότητα. Εκείνη την ώρα –και για όσο διαρκεί η διαδρομή –δεν είμαστε εργαζόμενοι, επιστήμονες, φοιτητές, εργοδότες, στελέχη επιχειρήσεων, δάσκαλοι, ή ότι άλλο. Είμαστε μόνο δρομείς. Γι’αυτό μετά από κάθε αγώνα γνωρίζουμε τον εαυτό μας λίγο καλύτερα!

Αυτό τον χρόνο με τον εαυτό σας δεν θα σας στον δώσει κανείς άλλος! Αυτόν τον χρόνο με τον εαυτό σας δεν θα τον βρείτε πουθενά αλλού!

Με αφορμή την ημέρα των εκπαιδευτικών

Τι να ευχηθώ για την νέα σχολική χρονιά;

Θα ευχηθώ το σχολείο να μπορέσει να εμπνεύσει….

Ωραία μέρα σήμερα. Ζωντανή. Πολύ κίνηση στους δρόμους, πολλή ζωντάνια, πολλά παιδιά και έφηβοι καθοδόν για το σχολείο τους. Παιδιά και έφηβοι στους δρόμους…

Πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς! Θες, δε θες, επηρεάζεσαι. Αν είσαι μαθητής επηρεάζεσαι πολύ, αν είσαι γονιός ή εκπαιδευτικός ακόμα περισσότερο, μα όποιος κι αν είσαι σίγουρα, κάνεις σήμερα μια σκέψη για την χρονιά που αρχίζει και για το σχολείο.

Έτσι κι αλλιώς όλοι μας – ανεξάρτητα από ηλικία – κρύβουμε έναν σχολικό Σεπτέμβρη μέσα σας, απομεινάδι από τα δικά μας σχολικά χρόνια. Και η χρονιά είναι σαν μόλις να αρχίζει, να έχει 10 γεμάτους μήνες με πολλή δουλειά, με μόχθο, με πράγματα που πρέπει να γίνουν, με μαθήματα που πρέπει όλοι να μάθουμε, με άλγεβρα, αρχαία και ιστορία αλλά και με διαλείμματα, ματιές στα απέναντι θρανία, με ποδόσφαιρο, μπαλέτο, τρεχάλα να τα προλάβουμε όλα… Μέχρι το επόμενο καλοκαίρι…

Μια σκέψη που κάνω σήμερα είναι τι «άλλο» θα μπορούσε να προσφέρει το σχολείο; Αν ήταν ένα πράγμα που θα μπορούσε να κάνει ποιο θα ήταν αυτό – το πιο σημαντικό;

Σκέφτομαι με τι παθιάζονται τα παιδιά και οι νέοι; Τι τους ξεσηκώνει; Τι τους κάνει να βάλουν κάτι όχι μόνο στο μυαλό τους αλλά και στην καρδιά τους;

  • «Μια συναυλία», μου απαντάω.
  • « ’Ενας κύκλος από νέα επεισόδια από την αγαπημένη αμερικανική σειρά μυστηρίου», επίσης.

Και τώρα δηλαδή τι πρέπει να γίνει; Να κάνουμε τους τύπους την τριγωνομετρίας remix με dj Vegas και την Βυζαντινή Ιστορία σήριαλ μυστηρίου; Την Φυσική ταινία επιστημονικής φαντασίας; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα….

Σκέφτομαι τι παθιάζει γενικά τον κόσμο σήμερα. Ή καλύτερα με τι εμπνέεται ο κόσμος; Τι μπορεί να δει και να ακούσει ένας άνθρωπος και από εκεί να εμπνευστεί, να πάρει έναυσμα και προτροπή, για να προχωρήσει σε κάτι που του αρέσει. Και να το ακολουθήσει…

Τι κάνει κάποιες εκδηλώσει επιτυχημένες; Γιατί ο κόσμος αγαπάει να πηγαίνει σε μέρη όπου μοιράζεται γνώση; Γιατί η TEDEx, ας πούμε, έχει τόση επιτυχία; Γιατί ο κόσμος εκεί δεν διδάσκεται κάτι αλλά έρχεται σε επαφή με κάτι για πρώτη φορά. Και συχνά αυτό γίνεται μέσα από μια ολιγόλεπτη, απλή αλλά ουσιαστική ιστορία. Το “story-telling” – όπως θα έλεγαν οι Αγγλοσάξωνες.

Το “story-telling” , η εξιστόριση κατά το ελληνικότερο. Για αιώνες αυτός ήταν ο τρόπος που οι άνθρωποι δίδασκαν τους νέους. Μετά το αφήσαμε για τα εγχειρίδια σπουδών. Μετά όλα αρχίζουν με το βιβλίο του μαθήματος – όχι με τον άνθρωπο που λέει μια όμορφη ιστορία.

Νομίζω όμως ότι ίσως αυτός να είναι ο κρίκος που χάθηκε. Και δεν είναι πια τόσο διασκεδαστικό να μαθαίνει κανείς Φυσική και Γλώσσα. Χάθηκε η μαγεία και η ιστορία που την περιείχε. Και αν είναι να ευχηθώ κάτι σήμερα σε όλους τους δασκάλους που ξεκινούν μια νέα – δύσκολη κοινωνικά και οικονομικά – σχολική χρονιά, θα είναι αυτό:

Να βρουν την δύναμη να εμπνεύσουν τους μαθητές τους! Να τους δώσουν κάτι να δουν σε σχέση με την επιστήμη τους. Και να τους το πουν με μια ωραία ιστορία, που οι ίδιοι πιστεύουν!

Να τους πουν για την θαυμαστή ιστορία του Ερατοσθένη, που 23 αιώνες πριν, χρησιμοποιώντας έναν δρομέα σταθερού βήματος (ένα βηματιστή) και έχοντας για μόνο εξάρτημα ένα κοντάρι, κατάφερε να μετρήσει με καταπληκτική (ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα) ακρίβεια, την ακτίνα της γης. Εκείνα τα παιδιά που έχουν μέσα τους τον σπόρο της Γεωμετρίας, ίσως βρουν σε αυτήν την ιστορία την δύναμη να την ακολουθήσουν. [Τα αστέρια της Βερενίκης, Ντάνι Γκετζ].

Να τους πουν για τα δραματικά και μεγαλειώδη γεγονότα της Βυζαντινής Ιστορίας, για την δύναμη και την καλλιέργεια των αντρών αλλά και των γυναικών του βυζαντίου, για την θαυμαστή σχολή της εξωτερικής τους πολιτικής, για την τραγική πορεία προς το τέλος και τις τελευταίες μέρες πριν την άλωση που είχαν όλες και μια διαφορετική σημασία και βαρύτητα. [Ιωάννης Άγγελος, Μίκα Βάλταρι].

Να τους ταξιδέψουν στο σύμπαν, χωρίς φόβο και δέος. Γιατί η Φυσική τα εξηγεί όλα τόσο απλά και τελικά με έναν μόνο νόμο και πως αυτό πρέπει να έχουν στο μυαλό τους. Όχι τους δύσκολους μαθηματικούς τύπους και τις μονάδες μέτρησης.  Ότι τίποτα δεν είναι σίγουρο αν δεν αποδειχθεί με ένα πείραμα, που κάποιος (μήπως κάποιος από τους μαθητές;) πρέπει να το σκεφτεί και να το σχεδιάσει – αλλιώς ούτε καν το βραβείο Νόμπελ δεν μπορεί να αποδοθεί σε κάποιον Φυσικό…  Είναι βέβαιο πως στα παιδιά που κρύβουν ένα ταλέντο στη Φυσική, αυτή η ιστορία θα γεννήσει κάτι, μια θέληση και μια έμπνευση. [Το σύμπαν στα χέρια σας, Christophe Galfard].

Νομίζω  τελικά ότι αυτό θα ήθελα να ευχηθώ σήμερα σε όλους τους δασκάλους στα σχολεία. Να βρουν την δύναμη, την θέληση, τον χρόνο και το θάρρος να πουν μια ιστορία μέσα στην τάξη, για την επιστήμη τους, που δεν θα είναι διδακτική στο αντικείμενο, αλλά θα εμπνέει!

Και στους μαθητές θα ευχηθώ, να έχουν την καρδιά τους ανοιχτή για να την ακούσουν!

Κι ας «φάνε» ίσως έτσι 45 λεπτά από το ωρολόγιο πρόγραμμα της τάξης…

Καλή σχολική χρονιά!

Αλληλογραφία με την αγαπημένη μου συγγραφέα

Θα μοιραστώ μια πολύτιμη για μένα αλληλογραφία.

Dear Sir or Madam – Administrator of Mrs Alice Munro,

I cannot let go of the opportunity to share my deep and true admiration and gratitude to Mrs. Alice Munro.

Literature is one of my big loves in life. I have read almost all classic writers and I am a big fun of the Russians writers of the 19th century. I also have an obsession with the Latin American “school of writing”. Still, the last years I have discovered the writer that really changed my life: Alice Munro.

I devoted reader is sometimes a writer with no much faith in himself/herself. Having read the stories of Alice Munro, I found some potential in me to write my own stories. Not necessary in order to publish, but more importantly, in order to tell and get them out of where they are.

 

Mrs Alice Munro,

I cannot find the right words to thank you for the masterpieces you have shared with us. For the life that can be so definite, for the moment that can determine the life, for the love that can hurt and for the forgiveness that may save us. If I ever bring to light the stories of my childhood, that would be very much thanks to you.

I am honored to be one of your devoted readers. I wish you all the best!

Best regards,

A devoted reader

 

Dear xxx,

Thank you for your email and for sharing your story. My sincerest thanks for writing and for telling us how Alice’s writing has impacted your life and given you the inspiration to write your own stories. I have conveyed your message to Alice and we both thank you for reaching out

All the best,

Ellen

Personal Assistant to Alice Munro

Ένας ωραίος Κυριακάτικος γάμος

Είχε ξημερώσει μια υπέροχη Κυριακή. Ένα φως καθαρό κι ανεμπόδιστο φώτισε τη θάλασσα του Γαλαξιδιού. Χρυσάφι έλιωνε τα πρωινά καίκια, τα νεοκλασσικά με την ώχρα στους τοίχους και τις μωβ μπουκαμβίλιες στους κήπους. Το μουντό του χειμώνα είχε αμετάκλητα εξατμιστεί. Ο Απρίλης είχε έρθει γεμάτος υποσχέσεις. Ότι ωραίο είναι να κάνεις, μια τέτοια μέρα άξιζε να το κάνεις…

Ο Συνοδινός πάντρευε σήμερα τον γιό του. Είχε βουίξει όλο το Γαλαξίδι. Γάμος με πάνω από 500 άτομα, με Αθηναίους μα και με ξένους, από την Ευρώπη και την Αμερική, με ανθρώπους που είχαν έρθει από το εξωτερικό μόνο και μόνο για αυτόν τον γάμο! Το μυστήριο βέβαια θα γινόταν στην μεγάλη εκκλησιά του Γαλαξιδιού, στον Άγιο Νικόλαο, τον ναυτικό τους άγιο. Και μετά γλέντι στην βίλα των Συνοδινών. Οι ετοιμασίες είχαν αρχίσει από μήνες πριν, για να είναι όλα τέλεια τούτη την μέρα.

Κόντευε μεσημέρι. Καμιά τους δεν μπορούσε να καταλάβει, τι της είχε βρει επιτέλους και έφτασε μέχρι εδώ, μέχρι το γάμο. Τι είχε κάνει στην ζωή της η Κάτια και άξιζε μια τέτοια τύχη, χωρίς καν να προσπαθήσει. Τον είχε τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί -τον είχε βάλει κιόλας στο βρακί της. Ένας γαμπρός σκέτο κελεπούρι. Νέος και όμορφος, αρρενωπός και μαζί τρυφερός, και κυρίως ο μοναδικός κληρονόμος των Συνοδινών, μετοχές σε ναυτιλιακές, ποσοστά σε καράβια, ξένα αμοιβαία, επενδύσεις σε ξενοδοχεία. Είχε κάψει καρδιές.

Ήταν πολύ καλομαθημένος, για να κουραστεί στη ζωή και να πάρει αποφάσεις. Τις είχαν πάρει άλλοι για αυτόν. Δήθεν σπουδές στην Ιταλία –  μετά την κατρακύλα που είχε στο Λύκειο – σε πανεπιστήμιο τρίτης κατηγορίας, κάτι γενικό στα οικονομικά, και μετά μια καλή θέση στην Τράπεζα. Ο μπαμπάς καθάρισε με 1-2 τηλέφωνα σε γνωστούς. Μεγαλοδικηγόρος με γραφείο δίπλα στα δικαστήρια, με εξειδίκευση στο ναυτικό δίκαιο, με γνωριμίες μέσα στους εφοπλιστικούς κύκλος, και ποιος δεν του όφειλε μια εξυπηρέτηση. Αφού ο Δημήτρης δεν μπορούσε να τον διαδεχθεί στη δικηγορία, να επωφεληθεί από την ατέλειωτη πελατεία του – ούτε καν η καλές σχέσεις και οι δωρεές στο City College  του Λονδίνου δεν βοήθησαν-, έπρεπε να κατασκευαστεί ένα άλλοθι και ένα πειστικό alternative  για την λαμπρή καριέρα ενός λαμπρού γόνου. Μετά από καβγάδες κατέληξαν στην μόνη λύση, την Τράπεζα.

Εκείνη πάλι ήταν το εντελώς αντίθετο. Ταπεινή καταγωγή. Τόσο ταπεινή, που έπρεπε να ξεχαστεί. Γεννημένη στις εργατικές πολυκατοικίες μεγάλωσε με στερήσεις αλλά και με αυτάρκεια. Ήξερε τι ήθελε να κάνει στην ζωή της από μικρή. Έβαζε στόχους και τους κατέρριπτε εντυπωσιακά και με συνέπεια. Σπούδασε Γενετική με υποτροφία, έκανε το μεταπτυχιακό της με υποτροφία, φοίτησε σε ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο με υποτροφία. Οι ατέλειωτες ώρες μελέτης δεν άλλαξαν την Κάτια, δεν την στέγνωσαν από ζωή. Πέρα από μια λαμπρή επιστήμονας, ήταν μια όμορφη νέα κοπέλα, που θα μπορούσε να κάνει ευτυχισμένο έναν άνδρα, με έναν ουσιαστικό και πραγματικό τρόπο. Τώρα βέβαια, μετά τον γάμο της, δεν θα είχε ανάγκη να εργαστεί. Ή μήπως όχι;

Αυτά συζητούσαν χαμηλόφωνα οι φίλες της Κάτιας, βλέποντας τον ζευγάρι, που είχε έρθει, να χαιρετήσει τους φίλους  και τις φίλες. Όλες κοντά στα τριάντα, είχαν εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό για τον τέλειο σύζυγο, για το θύμα που θα τους εξασφάλιζε μια άνετη ζωή και ένα κοινωνικό status.  To brunch στον κήπο του ξενοδοχείου σερβιριζόταν πλουσιοπάροχο, σε όλους τους φίλους του ζευγαριού, που είχαν έρθει για τον γάμο και που έμεναν – σαν καλεσμένοι  φυσικά – στο πεντάστερο ξενοδοχείο.  Ένας ατέλειωτος μπουφές είχε στηθεί με όλες τις τοπικές νοστιμιές, με ελληνικές γεύσεις, με μυρωδιές και χρώματα που μεθούσαν. Και ήταν το γεύμα αυτό απαραίτητο, μετά το χθεσινό ξενύχτι, στο ολονύχτιο bachelor party  του γαμπρού.

Η νύφη βέβαια είχε κάνει κάτι πιο μαζεμένο. Μια ευχάριστη βραδιά με τις φίλες της στην βίλα που τους είχε νοικιάσει η οικογένεια του Δημήτρη, ακριβώς δίπλα στην δική τους, λίγο έξω από την πόλη. Κάπως ξενέρωτη την βρήκαν…

  • «Κάτια, δεν μας είπες τι θα κάνεις μετά το γάμο. Θα σταματήσεις το διδακτορικό σου φαντάζομαι. Δεν θα έχεις χρόνο για κάτι τέτοιο, έτσι δεν είναι; Μια παντρεμένη γυναίκα και με τόσες κοινωνικές υποχρεώσεις..» ρώτησε με νόημα η Μαίρη, μια από τις συμμαθήτριες στο Πανεπιστήμιο.
  • «Δεν έχω σκοπό να σταματήσω την έρευνά μου. Δεν βλέπω και τον λόγο. Ο Δημήτρης ξέρει τι γυναίκα παίρνει, πόσο αγαπώ την επιστήμη μου. Και ο χρόνος να ξέρεις δεν είναι ποτέ πρόβλημα. Τον χρόνο – όταν θέλουμε – τον φτιάχνουμε.» απάντησε η Κάτια με ήσυχη και σταθερή φωνή. Και ήταν η σταθερότητα αυτή, που το έκανε όλο αυτό τόσο πραγματικό και σίγουρο.

Το ζευγάρι άστραφτε στην ευτυχία του! Το έβλεπες στο βλέμμα του Δημήτρη όταν την κοίταζε, πώς ούτε ο ίδιος δεν το πίστευε, πως τον αγαπούσε μια τέτοια γυναίκα. Ίσως γιατί αυτός καλύτερα από όλους το γνώριζε πόσο λίγο το άξιζε κάτι τέτοιο… Γιατί όλοι και όλες – όσο κι αν το έλεγαν χαμηλόφωνα, στο τέλος το παραδέχονταν και το έλεγαν και δυνατά– πως αυτή η κοπέλα τραβούσε τον δρόμο στη ζωή μόνη της, με δικές της δυνάμεις και χωρίς εκπτώσεις και φτήνεια. Και δεν παρέκλεινε ποτέ από την πορεία. Είχε δίκιο λοιπόν ο Δημήτρης. Λίγες ώρες ακόμη και η ζωή τους, θα ήταν δεμένη για πάντα!

Η Κάτια δεν κατάλαβε πότε τον πρόσεξε για πρώτη φορά. Μάλλον τον έπιασε η άκρη του ματιού της, έτσι ψηλό και αδύνατο, με τα χάλκινα μαλλιά του και τα απελπισμένα μάτια του. Στις 3 το μεσημέρι της πρώτης Κυριακής του Απρίλη, η Κάτια πάγωσε.

Σηκώθηκε και επί τούτου προχώρησε προς το μέρος του, να ελέξγει μην είχε κάνει λάθος. Κι όμως δεν είχε κάνει λάθος, ήταν ο Μάρκος. Καθώς πέρασε από κοντά του, με το βλέμμα όμως καρφωμένο στο πάτωμα, εκείνος της έπιασε το χέρι και της σφύριξε μέσα από το δόντια.

  • « θέλω να σου μιλήσω. Βγες στον δρόμο, που πάει προς Αθήνα. Θα δεις το αμάξι μου στα εκατό μέτρα. Μπες μέσα και περίμενέ με».
  • «Δεν θα’ σαι με τα καλά σου. Γιατί ήρθες εδώ; Δεν θα πάω πουθενά, σήμερα είναι ο γάμος μου… Δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο στον άντρα μου.» είπε εκείνη.
  • « Ώστε μόνον εκείνον σκέφτεσαι… Όχι εμάς. Όχι τον έρωτά μας. Όλα αυτά που είχαμε… Θέλω να σου μιλήσω. Αν δεν έρθεις τώρα, θα κάνω φασαρία…»
  • « Εντάξει» είπε η Κάτια νικημένη. Ήταν σίγουρα άγρια πιωμένος. Πώς οδήγησε στ’ αλήθεια τόσες ώρες σε τόσο κακό δρόμο;

Έφυγε γελαστή και πήγε στον Δημήτρη. Είπε μια αδέξια δικαιολογία για την κομμώτρια, που είχε έρθει νωρίτερα και έτσι έπρεπε να φύγει. Τον φίλησε, να σταματήσει το τρέμουλο που ένιωθε μέσα της,  να σιγουρευτεί κι η ίδια πως τον αγαπάει όσο θα έπρεπε. Και έφυγε.

Το αμάξι του Μάρκου , ένα σπορ παλιό ρημάδι, ήταν παρκαρισμένο παράλληλα στον δρόμο, πίσω από μια συστάδα δέντρων. Άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και κάθισε στο κάθισμα. Καθόταν λοιπόν ξανά σε αυτήν τη θέση. Τόσα χρόνια μετά.

Την κοίταζε με το βλέμμα του παιδιού που θέλει συγχώρεση. Όπως κοιτάζει ένας πιστός την εικόνα και λέει από μέσα του μια προσευχή. Κι ίσως κι εκείνος ο όμορφος και απελπισμένος, νέος άντρας, να έλεγε από μέσα του μια προσευχή. Όχι στον Θεό που πίστευε – γιατί δεν πίστευε. Ούτε σε κάποια αγία της θρησκείας του – γιατί θρησκεία δεν είχε. Αλλά μια προσευχή στο μόνο πρόσωπο που πίστευε, σε εκείνη…. Τι πόλεμος γινόταν στην ψυχή και στο μυαλό του… Χώθηκε στην αγκαλιά της με απελπισία και με φιλιά και δάκρυα προσπαθούσε να της θυμίσει τον έρωτα, που είχαν ζήσει οι δυο τους. Έναν έρωτα, που δεν ήταν αυτού του κόσμου.

Η μυρωδιά του ήταν η μυρωδιά του βρεγμένου δάσους. Το χρώμα των μαλλιών του – λιωμένος χαλκός – ήταν όλα τα δειλινά του κόσμου. Οι χτύποι της καρδιάς του, πάνω στο στήθος της, πάνω στην καρδιά της, είχαν γίνει το ρολόι, που μέτραγε τον χρόνο στον κόσμο. Το κορμί του την ζέσταινε ως μέσα στην ψυχή της. Δυο άνθρωποι έχουν πάρα πολλούς καλούς λόγους, για να χωρίσουν. Δύο ψυχές, όμως, ποτέ.

  • «Θέλω να πάω πίσω τώρα» τον παρακάλεσε.
  • «Ας πάμε μια βόλτα να ηρεμήσουμε λίγο και να μιλήσουμε», της πρότεινε. Την εκλιπαρούσε για λίγο χρόνο ακόμα.

Η Κάτια δεν είπε τίποτε και εκείνος το πήρε για καλό σημάδι και έβαλε μπροστά. Πήραν τον δρόμο για Αθήνα.

Την ίδια ώρα, στην βεράντα του ξενοδοχείου, η καλύτερη φίλη της νύφης πρόσεξε την μοναξιά του Δημήτρη και του πρόσφερε ένα ποτό. Οι δυο εραστές είχαν συμφωνήσει σε μια κοινή ομερτά για το καλό της Κάτιας. Άλλωστε αυτό που είχαν η Ντέπυ και ο Δημήτρης ήταν πολύ ώριμο,  ήταν κάτι έξω από σχέσεις και συναισθηματισμούς. Είχε να κάνει με την ηδονή και με την απόλαυση. Άνθρωποι σαν και τους δυο τους, το καταλάβαιναν αυτό πολύ καλά. Και δεν χρειαζόταν να το διακόψει κανένας γάμος.

Όμως ο Δημήτρης ήταν σήμερα λίγο διαφορετικός. Ξαφνικά ένιωσε πολύ έντονη την έλλειψη της Κάτιας. Την χαιρέτησε κι έκανε να φύγει.

  • «Πάμε μια βόλτα» του πρότεινε. «Η νύφη θα ετοιμάζεται για ώρες κι εδώ είναι ήδη βαρετά. Ο γαμπρός δεν θέλει πάνω από μια ώρα να ετοιμαστεί. Πάμε να δούμε πόσο πιάνει το καινούριο αμάξι σου στις στροφές;»

Ο Δημήτρης αγαπούσε την ταχύτητα και τα ακριβά και γρήγορα αυτοκίνητα και η Ντέπυ ήταν μια γυναίκα, που επιτέλους συγκινούνταν από αυτά. Ήταν ωραίο να παίρνεις τις στροφές με 120 χλμ/ωρα και να έχεις μια ωραία και πρόθυμη γυναίκα δίπλα σου. Άρχισε να χαλαρώνει ευχάριστα.

Την ίδια στιγμή, στον γεμάτο δρόμο στροφές, που ένωνε το ταπεινό Γαλαξίδι με την Αθήνα, ένα αυτοκίνητο κινούνταν με μικρή σχετικά ταχύτητα…

  • « Μάρκο, θέλω να ξέρεις πως σε αγάπησα πολύ, αλλά αυτό που είχαμε έχει τελειώσει. Αγαπώ τον Δημήτρη πολύ και θέλω να τον παντρευτώ. Δεν θέλω να γίνεις εμπόδιο.»

Ωραίο τρόπο έβρισκε η Κάτια να τον πληγώνει, να βγαίνει πάντα από πάνω.

  • « Αν είναι το ποτό το πρόβλημα, να ξέρεις ότι έχω ξεμπερδέψει με αυτό. Και με όλα τα άλλα. Θα ξεκόψω απ’ όλα και θα κάνουμε μια καινούρια αρχή μαζί. Θα αφήσω τη μουσική. Θα βρω άλλη δουλειά. Μια κανονική δουλειά. Δεν μπορώ να σε χάσω…»

Στην τελεσίγραφη άρνησή της, πήρε την απόφαση. Έκανε επιτόπου αναστροφή. Και πάτησε το γκάζι.

Με όριο τα 50 χιλιόμετρα την ώρα στην στροφή, ενώ είχε ήδη γεμίσει την τετάρτη με 100, δεν είχε καμιά επιλογή, για να μπορέσει ν’ αποφύγει το αμάξι που ερχόταν. Άγριο γκάζι, το απέναντι, cabrio Z4, έκανε τις στροφές ευθείες.

  • «Θα σκοτωθούμε» είπε η Κάτια με σιγουριά.

Ο Μάρκος άρχισε να κατεβάζει ταχύτητα κι έκοψε το τιμόνι δεξιά, στην μπάρα του δρόμου. Το αμάξι χτύπησε με το δεξί πλευρό στην τσιμεντένια μπάρα του δρόμου και μετά άρχιζε να στριφογυρίζει και να ξαναχτυπά πάνω στο μπετόν. Τελικά όμως κατέληξε με το αριστερό πλευρό στο απέναντι αυτοκίνητο.

Αυτό που πάγωσε την Κάτια δεν ήταν αυτή η πορεία στον θάνατο. Αυτό το είχε ήδη διαγνώσει. Το ένοχο βλέμμα του Δημήτρη, όμως, όπως την κοίταζε, καθώς και το οικείο άγγιγμά του στο κορμί της ξανθιάς γυναίκας, που καθόταν στο κάθισμα δίπλα του – τόσο οικείο και παθιασμένο – ήταν πιο πολύ από θάνατος.

Για έναν τέτοιο άνθρωπο λοιπόν ξόδεψε μια αγάπη…

Έκλεισε τα μάτια με απελπισία, πήρε το τιμόνι από τα χέρια του Μάρκου και πάτησε με το αριστερό της πόδι το γκάζι μέχρι τέρμα.

Φρεντερίκο Γκαρσία Λόρκα – Ο ματωμένος γάμος

Είδα τον «Ματωμένο Γάμο» του Λόρκα στην τελευταία του διασκευή για την μεγάλη οθόνη, στην μεγάλη διεθνή – μα κατά βάση ισπανική – παραγωγή.

Κανείς μπορεί να αναρωτηθεί

  • «Γιατί να θέλει κάποιος να μεταφέρει σήμερα στην μεγάλη οθόνη ένα τόσο κλασσικό θεατρικό έργο;»
  • « Τι κοινό μπορεί να έχει μια κλασσική ιστορία ερωτικού τριγώνου, εγκλωβισμένου στα δεσμά ενός ξεπερασμένου, ως ένα βαθμό, μυστηρίου και θεσμού, όπως ο γάμος, με την κοινωνία του 21ου αιώνα;»
  • «Ποιος θα σκότωνε σήμερα από έρωτα;»
  • «Ποιος θα παραδεχόταν ότι ανήκει στον άλλο γιατί έχει δεθεί μαζί του με τα δεσμά του γάμου;»
  • «Ποιος θα αγαπούσε σήμερα μόνο μια φορά;»

Η σύγχρονη διασκευή του έργου του Λόρκα είναι ιδιαίτερα παραδοσιακή. Μια κόρη που υπακούει στον πατέρα, ένας γιος που αγαπά και σέβεται μια χήρα μάνα, μια κοπέλα που περιμένει πώς και πώς να παντρευτεί, γυναίκες που οικειοθελώς θα κλειστούν σε δύο μέτρα τοίχο μετά τον γάμο τους, άντρες που περιμένουν να τελεστεί το μυστήριο του γάμου, για να βρεθούν ερωτικά με την γυναίκα που έχουν τόσο επιθυμήσει…

Τίποτα δεν μοιάζει να αναφέρεται και να αφορά την σύγχρονη εποχή.

Μια ιστορία που αναφέρεται μόνο στο χθές; Αναρωτιέμαι… Τόσο τραβηγμένο λάθος από τη σκηνοθέτη; Και γιατί;

Τα αρχέγονα συναισθήματα ίσως να μοιάζουν με το DNA. Υπάρχουν μέσα στους ανθρώπους και τους ενώνουν με το παρελθόν. Κι ας εξελίσσονται εκείνοι. Κάποια μόρια μένουν τα ίδια χιλιάδες χρόνια.

Βλέποντας την ταινία, που απευθύνεται στο συναίσθημα και στην αισθητική μας, νιώθει κανείς τα ίδια αδιέξοδα που υπάρχουν σήμερα στις σχέσεις. Στην οικογένεια. Στον έρωτα. Που υπήρχαν και εχθές. Και που θα υπάρχουν και αύριο.

Και το δίλημμα είναι το ίδιο ανά τους αιώνες.

  • «Έρωτας ή Θάνατος; »

Και η απάντηση μπορεί να χρειαστεί και μια ολόκληρη ζωή για να βρεθεί.

Θα πρότεινα στον καθένα να δει την ταινία…

Μα πιο πολύ θα του πρότεινα να διαβάσει τον μεγάλο ποιητή. Να διαβάσει Φρεντερίκο Γκαρσία Λόρκα.

Διαβάζοντας Έρνεστ Χέμινγουέι – Αποχαιρετισμός στα όπλα

“Η ζωή, η απλή ζωή, η ζωή εν καιρώ ειρήνης μπορεί να κάνει εγκλήματα μεγαλύτερα από τον πιο αιματηρό πόλεμο.”

Ο Χέμινγουέι γράφει το βιβλίο αυτό σαν ένας μεγάλος αναρχικός. Σαν ένας άνθρωπος που αμφισβητεί και καθαιρεί την εξουσία. Δεν νοιάζεται για τα γεγονότα του πολέμου, για τις μάχες και τις τοποθεσίες. Αν και τις γνωρίζει πολύ καλά. Νοιάζεται και γράφει για τα συναισθήματα των ανθρώπων, που ζουν το πόλεμο θέλοντας και μη. Για τον φόβο τους, για την αποστροφή προς τον θάνατο, για τους νόμους της στρατιωτικής πειθαρχίας και υπακοής. Για το πώς γίνεται ένας απλός άνθρωπος, ήρωας. Για την ματαιότητα – και καμιά φορά – για την γελοιότητα του θανάτου. Για την αλληλεγγύη, την φιλία και το μοίρασμα και πώς οι δύσκολες συνθήκες του πολέμου γεννούν μια άλλη ηθική και άλλα πιο δυνατά συναισθήματα.

Ένας γενναίος στρατιώτης, τόσο ικανός, που επιβιώνει σε τόσες μάχες και τελικά χάνει την ζωή του βλακωδώς, από φίλια πυρά, κατά την υποχώρηση. Ένας άλλος που κερδίζει μετάλλιο ανδρείας, για τον τραυματισμό του σε μια μάχη, την οποία απλά παρατηρούσε. Σε μια μάχη που δεν συμμετείχε ποτέ. Άλλος που υπομένει για χρόνια την παράνοια της στρατιωτικής πειθαρχίας και λιποταχτεί κατά την υποχώρηση, ενώ στην πραγματικότητα ο πόλεμος είχε τελειώσει.

Ο Χέμινγουέι μας περιγράφει την απελπισία των ευαίσθητων και καλλιεργημένων ανθρώπων, ενός γιατρού για παράδειγμα και ενός κατ’επιλογήν παππά, μπροστά στο παράλογο του πολέμου, της επικράτησης του ενός έθνους πάνω στο άλλο, στην αθλιότητα της εξουσίας και της στρατιωτικής ιεραρχίας.

Μας περιγράφει την αυταπάρνηση κάποιων άλλων, ρομαντικών ανθρώπων, που – σαν τον ήρωα του βιβλίου – αφήνουν της σιγουριά της πατρίδας – υπερδύναμης και την σιγουριά της οικογένειας με την υψηλή οικονομική και πολιτική θέση και υπηρετούν έναν ευγενικό σκοπό, απαρνούμενοι τα πάντα.

Και μέσα σε όλα, και μέσα στον πόλεμο υπάρχει πάντα ο έρωτας. Ο έρωτας που είναι πάντα ο ίδιος είτε στα χρόνια της ειρήνης είτε στα χρόνια του πολέμου. Και είναι πάντα πιο σκληρός και πιο αμείλικτος από τον πόλεμο.

Γιατί τελικά μόνο ο έρωτας σκοτώνει στ’αλήθεια – όχι ο πόλεμος.

“Το μαύρο βιβλίο” – του Ορχάν Παμούκ – ένα βιβλίο για εκείνους που γράφουν

Για το καλό βιβλίο, λένε, πως θα έρθει να σε βρει, την στιγμή ακριβώς, που το χρειάζεσαι πιο πολύ. Θα έρθει να σε βρει, για να σου δώσει απαντήσεις. Μια πιο πολύ, για να σε βοηθήσει να θέσεις τα ερωτήματα. Και μετά – αν είσαι τυχερός – να αφήσει να βρεις τον εαυτό σου μέσα από τις αλήθειες του.

Σε ένα χριστουγεννιάτικο, φιλανθρωπικό παζάρι, όταν όλοι αγοράζουν στολίδια και παιχνίδια και γλυκά, εγώ κάνω ένα κρυφό δώρο στον εαυτό μου – αγοράζω μαζικά τα βιβλία όλης της χρονιάς (ή περίπου όλης της χρονιάς, καθώς ποτέ δεν είναι αρκετά και καθώς ποτέ δεν κρατιέμαι να μην αγοράσω κι άλλα). Ανάμεσα σε άλλα υπήρχε σε πολύ καλή τιμή «Το μαύρο βιβλίο» του Ορχάν Παμούκ.

Έχω ανακαλύψει και αγαπήσει τον Ορχάν Παμούκ εδώ και χρόνια από το Χιόνι του και από την Καινούρια Ζωή. Με γαληνεύει η μελαγχολική γραφή του, η ροή που είναι αργή, ο χρόνος που περνάει τεμπέλικα, όπως τεμπέλικα γίνονται όλα στην Ανατολή. Δεν τον είχα διαβάσει για καιρό τελευταία.

Δεν είχα ιδέα για το θέμα, που διαπραγματευόταν το Μαύρο Βιβλίο. Δεν περίμενα ότι κάποιος τόσο μεγάλος συγγραφέας, κάτοχος του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, θα έγραφε τόσα πολλά για το θέμα αυτό: για το θέμα του να γίνει κανείς συγγραφέας.

Ποιο είναι το τίμημα και ποια είναι η ανάγκη;

Ποιο κομμάτι της ιστορίας που γράφει ο συγγραφέας είναι αληθινό, ποιο είναι μυθοπλασία;

Ποιος προηγείται: η πραγματική ζωή, ή η ιστορία που γράφεται από τον συγγραφέα;

Αυτό που γράφει ο συγγραφέας είναι η ιστορία της ζωής του, οι εμπειρίες του, οι πληγές του, τα παιδικά του τραύματα;

Ή μήπως η ζωή του ακολουθεί με σκηνοθετικό τρόπο αυτά που γεννήθηκαν στην φαντασία του, αυτά που έγραψε. Μήπως η ιστορία μετατρέπεται σε πραγματικότητα, στην πραγματικότητά του, σε αυτήν την ζωή που είναι καταδικασμένος να ζήσει;

Και οι αγαπημένοι άνθρωποι; Πόσο πληγώνονται από την έκθεση; Πόσο πληγώνονται όταν στα γραπτά του βλέπουν τον χαρακτήρα τους, τα βιώματά τους, τα ελαττώματά τους, τις δυστυχίες τους, τις αδυναμίες τους; Μήπως ο συγγραφέας με την γραφή του φέρνει την δυστυχία σε όλους τους δικούς του ανθρώπους; Και τελικά, μήπως για αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι καταδικασμένος στην αιώνια μοναξιά; Είναι καταδικασμένος να ζει μόνος;

Ο Ορχάν Παμούκ στο Μαύρο Βιβλίο, μέσα από τα λόγια ενός από τους πρωταγωνιστές του βιβλίου το λέει απλά:

«Αυτός που γράφει είναι διάβολος μαζί και άγγελος.»

Η συγγραφή ή ίσως πιο σωστά η διήγηση μιας ιστορίας  – κατά τον Ορχάν Παμούκ (και ίσως και σύμφωνα με την Ανατολική φιλοσοφία) είναι ο μόνος δρόμος για να βρει κανείς τον εαυτό του.

Ένας χαρακτηριστικός δεύτερος χαρακτήρας του βιβλίου, ρωτάει με επιμονή τον μεγάλο συγγραφέα

  • «Εσείς πως καταφέρνετε να είστε ο εαυτός σας;»

Κι όταν ο μεγάλος συγγραφέας προσπαθεί να ξεγελάσει εκείνον που έθεσε το ερώτημα αλλά και όλους τους άλλου, με μια πληρωμένη απάντηση, η μόνη πραγματική απάντηση δίνεται απλά ως εξής.

  • «Κάποιος γίνεται πραγματικά ο εαυτός του μόνο όταν διηγείται τις ιστορίες του.»

Κάτι τέτοιο ίσως να ήθελε να πει και ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, σε μια κουβέντα του, όταν είπε πως η ζωή δεν είναι ότι συνέβει, ούτε ότι θυμόμαστε.

  • «Η ζωή είναι αυτό που μπορούμε να διηγηθούμε, όταν όλα έχουν γίνει και όταν όλα έχουν τελειώσει.»

Δηλαδή η ζωή είναι η ιστορία μας και ο τρόπος που θα το διγηγηθούμε. Και ίσως αυτό να είναι λυτρωτικό. Γιατί έτσι ο καθένας μας είναι ένας εν δυνάμει συγγραφέας.

Και ο αναγνώστης;

Ποια είναι η σχέση του αναγνώστη με τον συγγραφέα; Και δεν μιλάμε εδώ για τον απλό, ανίδεο αναγνώστη αλλά για τον πιστό, αφοσιωμένο, ορκισμένο αναγνώστη, που αγαπά και έχει διαβάσει ολοκληρωτικά έναν συγγραφέα.

Εδώ ο Ορχάν Παμούκ γίνεται εφευρετικός, ειρωνικός και συμβολικός. Αγγίζει την πλοκή και τα κόλπα ενός αστυνομικού μυθιστορήματος.

Ο ένας μεγάλος θαυμαστής – αναγνώστης γίνεται ο καθρέφτης του συγγραφέα. Κλέβει τη ζωή του, μπαίνει στην θέση του, γίνεται εν τέλει εκείνος συγγραφικά, αφού πρώτα έχει χάσει ότι πιο πολύτιμο είχε στην ζωή. Ο συγγραφέας του κλέβει την μεγάλη του αγάπη. Του κλέβει την μόνη γυναίκα που έχει αγαπήσει στη ζωή του. Που την αγαπάει από μικρό παιδί. Και ο αναγνώστης σε αντίποινα παίρνει την θέση του στα άρθρα και στα βιβλία. Η αγάπη αντάλλαγμα για το ταλέντο; Η ευτυχία αντάλλαγμα για την δόξα;

Ο άλλος μεγάλος θαυμαστής – αναγνώστης γίνεται ο τιμωρός. Αφού καταλάβει μέχρι τέλους το άσχημο παιχνίδι, που κατά την γνώμη του, έχει παίξει απέναντι σε όλους, αλλά κυρίως απέναντι στον πιστό αναγνώστη, ο συγγραφέας, αφού δει την ατιμία του συγγραφέα από σε άκρη σε άκρη,  τον τιμωρεί με τελεσίδικο και μη αναστρέψιμο τρόπο. Του αφαιρεί την ζωή.

«”Γιατί τίποτα δεν είναι τόσο καταπληκτικό όσο η ζωή. Εκτός από το γράψιμο. Εκτός από το γράψιμο. Ναι βέβαια, εκτός από το γράψιμο, τη μόνη παρηγοριά”.

Τόμας Μαν – Το μαγικό βουνό Κριτική για ένα κλασσικό βιβλίο

«Το μαγικό βουνό» ήταν για μένα μια πολύ μεγάλη έκπληξη! Αν υπάρχουν βιβλία που μπορούν να ονομαστούν κλασσικά , θα πρέπει να μοιάζουν με «Το μαγικό βουνό». Κατά την γνώμη μου, το βιβλίο αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα της Κλασσικής Λογοτεχνίας – όπως ένα έργο του Μπετόβεν είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα της Κλασσικής Μουσικής.

Η πλοκή είναι απλή και μάλλον αργή. Ένας νέος, από καλή, συντηρητική, γερμανική οικογένεια, αλλά δυστυχώς ορφανός πολύ νωρίς από γονείς, επισκέπτεται τον άρρωστο με φυματίωση εξάδελφό του σε ένα σανατόριο της Γερμανίας, του γίνεται διάγνωση για πνευμονική πάθηση και μένει στο σανατόριο 7 χρόνια. Περνά την νεότητά του και τον πρώτο του έρωτα εκεί. Φεύγοντας από το σανατόριο και εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου γίνεται εθελοντής. Δεν γνωρίζουμε αν σκοτώθηκε στον πόλεμο ή όχι. Και η απόφασή του αυτή είναι, κατά κάποιον τρόπο, η τραγική ειρωνία του έργου.

Όμως το θέμα του βιβλίου δεν είναι καθόλου η πλοκή. Ο Τόμας Μαν βρίσκει μια αφορμή, μια απλή – και ίσως βαρετή – ιστορία και μέσα από αυτήν μας τα λέει όλα.

Μιλάει για την ζωή και το θάνατο. Κι ακόμα μιλάει για τον σκοπό της ζωής. Ποιος έζησε πιο αυθεντικά? Ο άρρωστος που περιορίστηκε για χρόνια σε ένα βουνό, με τον εγκλεισμό του σε ένα σανατόριο, αφήνοντας τα όνειρά του για μόρφωση, καριέρα και οικογένεια και τελικά με τον τρόπο αυτό επιβίωσε ή εκείνος που πήρε το ρίσκο, αψήφησε την ιατρική γνωμάτευση, κυνήγησε το όνειρό του, έγινε αυτό που ήθελε, στον βαθμό που του το επέτρεψε τη ταραγμένη του υγεία, και τελικά πλήρωσε με την ζωή του την επιλογή του αυτή?

Μιλάει για την υγεία, την αρρώστια και τον ρόλο της επιστήμης. Η ιατρική στην υπηρεσία του ανθρώπου που προσπαθεί να τον ιάσει, με μεγάλο τίμημα, που μπορεί να κάνει λάθη – που μπορεί να στοιχίσουν ζωές – που δεν είναι δίκαιη και ίδια απέναντι σε όλες τις οικονομικές τάξεις, που είναι τελικά προνόμιο των πλουσίων, που μπορεί να έχει και μια πλευρά καθαρής, οικονομικής εκμετάλλευσης.

Μιλάει για την ευθανασία, την αξιοπρέπεια στον θάνατο και την επιθυμία για πραγματική ζωή. Πόσο διαφορετική είναι αυτή για κάθε άνθρωπο. Πώς ο φόβος του θανάτου μπορεί να κάνει δούλο – ακόμα και να γελοιοποιήσει – έναν άνθρωπο πλήρη ημερών και πόσο γενναία μπορεί αντίθετα να τον αντιμετωπίσει ένας νέος άνθρωπος ή ακόμα κι ένα παιδί που έχει θεωρητικά κάθε δικαίωμα στην ζωή.

Μιλάει για την ιδρυματοποίηση και για την ένταξη στο σύστημα, όποιο κι είναι αυτό. Πόσο ένα σύστημα ισοπεδώνει τον άνθρωπο, ισοπεδώνει τον ψυχισμό του, τον αποκτηνώνει, του καθορίζει τα ενδιαφέροντα, την ψυχαγωγία, τις επιλογές.

Μιλάει για την φιλία και για τους ανθρώπους που γίνονται μέντορές μας, για το πώς ο άνθρωπος με τον οποίο συνδεόμαστε είναι ουσιαστικά ο καθρέφτης μας. Πως η φιλία στηρίζεται και στηρίζει το αξιακό μας σύστημα. Πως γίνεται το στήριγμα μας.

Τέλος μιλάει για τον έρωτα, που είναι πάντα μαγικός, που δεν φοβάται τον θάνατο, την αρρώστια και τις κοινωνικές αποστάσεις. Που είναι τραγικός και αδιέξοδος και γι’ αυτό τον λόγο τελικά άφθαρτος.

Αυτό που με άγγιξε προσωπικά στο βιβλίου του Τόμας Μαν, ήταν η άποψή του – η εμμονή του, θα τολμούσε να πει κανείς – με τον χρόνο. Ένα βιβλίο γραμμένο 100 χρόνια πριν, περιγράφει κατά λέξη τις απορίες που συνεχίζει να έχει η ανθρωπότητα για τον χρόνο, για τον πως τον μετράμε, για το πώς τον αισθανόμαστε. Είναι ο χρόνος ο ίδιος για όλους. Είναι ο χρόνος ο ίδιος παντού στο σύμπαν? Σήμερα, ο χρόνος συνεχίζει να είναι το πιο κρίσιμο ερώτημα στην Θεωρητική Φυσική! Και μάλιστα τα ερωτήματα είναι ακριβώς έτσι διατυπωμένα…

Αυτό όμως δεν κάνει τελικά ένα βιβλίο να είναι κλασσικό? Το ότι είναι διορατικό, είναι πάντα επίκαιρο και θέτει ερωτήματα που είναι αιώνια.

P.S. Στις σκηνές που περιγράφουν το σανατόριο (τα δωμάτια, τα μπαλκόνια με την ωραία θέα όπου έκαναν κούρα κουκουλωμένοι με κουβέρτες οι ασθενείς, στο εστιατόριο) αναγνώρισα πολλά κινηματογραφικά αριστουργήματα (είδα εικόνες από έργα του Χίτσκοκ, από τον Αστακό του Λάνθιμου, από την φωλιά του Κούκου) και από στίχους τραγουδιών (Hotel California…) Χαμογέλασα και σκέφτηκα, πως – που ξέρεις – οι δημιουργοί τους ίσως είχαν διαβάσει «Το μαγικό βουνό» του Τόμας Μαν.

Το κατώφλι

freesisyfos

Τα σύννεφα είχαν κατεβεί πολύ χαμηλά, άγγιζαν θαρρείς τους ψηλούς μαντρότοιχους της φυλακής. Μουντό σκηνικό σε ακόμα πιο μουντή διάθεση, όλη η θλίψη του κόσμου μαζεμένη σε μερικά ζευγάρια μάτια που περίμεναν καρτερικά στον έλεγχο της φρουράς.

View original post 580 more words