“Το μαύρο βιβλίο” – του Ορχάν Παμούκ – ένα βιβλίο για εκείνους που γράφουν

Για το καλό βιβλίο, λένε, πως θα έρθει να σε βρει, την στιγμή ακριβώς, που το χρειάζεσαι πιο πολύ. Θα έρθει να σε βρει, για να σου δώσει απαντήσεις. Μια πιο πολύ, για να σε βοηθήσει να θέσεις τα ερωτήματα. Και μετά – αν είσαι τυχερός – να αφήσει να βρεις τον εαυτό σου μέσα από τις αλήθειες του.

Σε ένα χριστουγεννιάτικο, φιλανθρωπικό παζάρι, όταν όλοι αγοράζουν στολίδια και παιχνίδια και γλυκά, εγώ κάνω ένα κρυφό δώρο στον εαυτό μου – αγοράζω μαζικά τα βιβλία όλης της χρονιάς (ή περίπου όλης της χρονιάς, καθώς ποτέ δεν είναι αρκετά και καθώς ποτέ δεν κρατιέμαι να μην αγοράσω κι άλλα). Ανάμεσα σε άλλα υπήρχε σε πολύ καλή τιμή «Το μαύρο βιβλίο» του Ορχάν Παμούκ.

Έχω ανακαλύψει και αγαπήσει τον Ορχάν Παμούκ εδώ και χρόνια από το Χιόνι του και από την Καινούρια Ζωή. Με γαληνεύει η μελαγχολική γραφή του, η ροή που είναι αργή, ο χρόνος που περνάει τεμπέλικα, όπως τεμπέλικα γίνονται όλα στην Ανατολή. Δεν τον είχα διαβάσει για καιρό τελευταία.

Δεν είχα ιδέα για το θέμα, που διαπραγματευόταν το Μαύρο Βιβλίο. Δεν περίμενα ότι κάποιος τόσο μεγάλος συγγραφέας, κάτοχος του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, θα έγραφε τόσα πολλά για το θέμα αυτό: για το θέμα του να γίνει κανείς συγγραφέας.

Ποιο είναι το τίμημα και ποια είναι η ανάγκη;

Ποιο κομμάτι της ιστορίας που γράφει ο συγγραφέας είναι αληθινό, ποιο είναι μυθοπλασία;

Ποιος προηγείται: η πραγματική ζωή, ή η ιστορία που γράφεται από τον συγγραφέα;

Αυτό που γράφει ο συγγραφέας είναι η ιστορία της ζωής του, οι εμπειρίες του, οι πληγές του, τα παιδικά του τραύματα;

Ή μήπως η ζωή του ακολουθεί με σκηνοθετικό τρόπο αυτά που γεννήθηκαν στην φαντασία του, αυτά που έγραψε. Μήπως η ιστορία μετατρέπεται σε πραγματικότητα, στην πραγματικότητά του, σε αυτήν την ζωή που είναι καταδικασμένος να ζήσει;

Και οι αγαπημένοι άνθρωποι; Πόσο πληγώνονται από την έκθεση; Πόσο πληγώνονται όταν στα γραπτά του βλέπουν τον χαρακτήρα τους, τα βιώματά τους, τα ελαττώματά τους, τις δυστυχίες τους, τις αδυναμίες τους; Μήπως ο συγγραφέας με την γραφή του φέρνει την δυστυχία σε όλους τους δικούς του ανθρώπους; Και τελικά, μήπως για αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι καταδικασμένος στην αιώνια μοναξιά; Είναι καταδικασμένος να ζει μόνος;

Ο Ορχάν Παμούκ στο Μαύρο Βιβλίο, μέσα από τα λόγια ενός από τους πρωταγωνιστές του βιβλίου το λέει απλά:

«Αυτός που γράφει είναι διάβολος μαζί και άγγελος.»

Η συγγραφή ή ίσως πιο σωστά η διήγηση μιας ιστορίας  – κατά τον Ορχάν Παμούκ (και ίσως και σύμφωνα με την Ανατολική φιλοσοφία) είναι ο μόνος δρόμος για να βρει κανείς τον εαυτό του.

Ένας χαρακτηριστικός δεύτερος χαρακτήρας του βιβλίου, ρωτάει με επιμονή τον μεγάλο συγγραφέα

  • «Εσείς πως καταφέρνετε να είστε ο εαυτός σας;»

Κι όταν ο μεγάλος συγγραφέας προσπαθεί να ξεγελάσει εκείνον που έθεσε το ερώτημα αλλά και όλους τους άλλου, με μια πληρωμένη απάντηση, η μόνη πραγματική απάντηση δίνεται απλά ως εξής.

  • «Κάποιος γίνεται πραγματικά ο εαυτός του μόνο όταν διηγείται τις ιστορίες του.»

Κάτι τέτοιο ίσως να ήθελε να πει και ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, σε μια κουβέντα του, όταν είπε πως η ζωή δεν είναι ότι συνέβει, ούτε ότι θυμόμαστε.

  • «Η ζωή είναι αυτό που μπορούμε να διηγηθούμε, όταν όλα έχουν γίνει και όταν όλα έχουν τελειώσει.»

Δηλαδή η ζωή είναι η ιστορία μας και ο τρόπος που θα το διγηγηθούμε. Και ίσως αυτό να είναι λυτρωτικό. Γιατί έτσι ο καθένας μας είναι ένας εν δυνάμει συγγραφέας.

Και ο αναγνώστης;

Ποια είναι η σχέση του αναγνώστη με τον συγγραφέα; Και δεν μιλάμε εδώ για τον απλό, ανίδεο αναγνώστη αλλά για τον πιστό, αφοσιωμένο, ορκισμένο αναγνώστη, που αγαπά και έχει διαβάσει ολοκληρωτικά έναν συγγραφέα.

Εδώ ο Ορχάν Παμούκ γίνεται εφευρετικός, ειρωνικός και συμβολικός. Αγγίζει την πλοκή και τα κόλπα ενός αστυνομικού μυθιστορήματος.

Ο ένας μεγάλος θαυμαστής – αναγνώστης γίνεται ο καθρέφτης του συγγραφέα. Κλέβει τη ζωή του, μπαίνει στην θέση του, γίνεται εν τέλει εκείνος συγγραφικά, αφού πρώτα έχει χάσει ότι πιο πολύτιμο είχε στην ζωή. Ο συγγραφέας του κλέβει την μεγάλη του αγάπη. Του κλέβει την μόνη γυναίκα που έχει αγαπήσει στη ζωή του. Που την αγαπάει από μικρό παιδί. Και ο αναγνώστης σε αντίποινα παίρνει την θέση του στα άρθρα και στα βιβλία. Η αγάπη αντάλλαγμα για το ταλέντο; Η ευτυχία αντάλλαγμα για την δόξα;

Ο άλλος μεγάλος θαυμαστής – αναγνώστης γίνεται ο τιμωρός. Αφού καταλάβει μέχρι τέλους το άσχημο παιχνίδι, που κατά την γνώμη του, έχει παίξει απέναντι σε όλους, αλλά κυρίως απέναντι στον πιστό αναγνώστη, ο συγγραφέας, αφού δει την ατιμία του συγγραφέα από σε άκρη σε άκρη,  τον τιμωρεί με τελεσίδικο και μη αναστρέψιμο τρόπο. Του αφαιρεί την ζωή.

«”Γιατί τίποτα δεν είναι τόσο καταπληκτικό όσο η ζωή. Εκτός από το γράψιμο. Εκτός από το γράψιμο. Ναι βέβαια, εκτός από το γράψιμο, τη μόνη παρηγοριά”.

Τόμας Μαν – Το μαγικό βουνό Κριτική για ένα κλασσικό βιβλίο

«Το μαγικό βουνό» ήταν για μένα μια πολύ μεγάλη έκπληξη! Αν υπάρχουν βιβλία που μπορούν να ονομαστούν κλασσικά , θα πρέπει να μοιάζουν με «Το μαγικό βουνό». Κατά την γνώμη μου, το βιβλίο αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα της Κλασσικής Λογοτεχνίας – όπως ένα έργο του Μπετόβεν είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα της Κλασσικής Μουσικής.

Η πλοκή είναι απλή και μάλλον αργή. Ένας νέος, από καλή, συντηρητική, γερμανική οικογένεια, αλλά δυστυχώς ορφανός πολύ νωρίς από γονείς, επισκέπτεται τον άρρωστο με φυματίωση εξάδελφό του σε ένα σανατόριο της Γερμανίας, του γίνεται διάγνωση για πνευμονική πάθηση και μένει στο σανατόριο 7 χρόνια. Περνά την νεότητά του και τον πρώτο του έρωτα εκεί. Φεύγοντας από το σανατόριο και εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου γίνεται εθελοντής. Δεν γνωρίζουμε αν σκοτώθηκε στον πόλεμο ή όχι. Και η απόφασή του αυτή είναι, κατά κάποιον τρόπο, η τραγική ειρωνία του έργου.

Όμως το θέμα του βιβλίου δεν είναι καθόλου η πλοκή. Ο Τόμας Μαν βρίσκει μια αφορμή, μια απλή – και ίσως βαρετή – ιστορία και μέσα από αυτήν μας τα λέει όλα.

Μιλάει για την ζωή και το θάνατο. Κι ακόμα μιλάει για τον σκοπό της ζωής. Ποιος έζησε πιο αυθεντικά? Ο άρρωστος που περιορίστηκε για χρόνια σε ένα βουνό, με τον εγκλεισμό του σε ένα σανατόριο, αφήνοντας τα όνειρά του για μόρφωση, καριέρα και οικογένεια και τελικά με τον τρόπο αυτό επιβίωσε ή εκείνος που πήρε το ρίσκο, αψήφησε την ιατρική γνωμάτευση, κυνήγησε το όνειρό του, έγινε αυτό που ήθελε, στον βαθμό που του το επέτρεψε τη ταραγμένη του υγεία, και τελικά πλήρωσε με την ζωή του την επιλογή του αυτή?

Μιλάει για την υγεία, την αρρώστια και τον ρόλο της επιστήμης. Η ιατρική στην υπηρεσία του ανθρώπου που προσπαθεί να τον ιάσει, με μεγάλο τίμημα, που μπορεί να κάνει λάθη – που μπορεί να στοιχίσουν ζωές – που δεν είναι δίκαιη και ίδια απέναντι σε όλες τις οικονομικές τάξεις, που είναι τελικά προνόμιο των πλουσίων, που μπορεί να έχει και μια πλευρά καθαρής, οικονομικής εκμετάλλευσης.

Μιλάει για την ευθανασία, την αξιοπρέπεια στον θάνατο και την επιθυμία για πραγματική ζωή. Πόσο διαφορετική είναι αυτή για κάθε άνθρωπο. Πώς ο φόβος του θανάτου μπορεί να κάνει δούλο – ακόμα και να γελοιοποιήσει – έναν άνθρωπο πλήρη ημερών και πόσο γενναία μπορεί αντίθετα να τον αντιμετωπίσει ένας νέος άνθρωπος ή ακόμα κι ένα παιδί που έχει θεωρητικά κάθε δικαίωμα στην ζωή.

Μιλάει για την ιδρυματοποίηση και για την ένταξη στο σύστημα, όποιο κι είναι αυτό. Πόσο ένα σύστημα ισοπεδώνει τον άνθρωπο, ισοπεδώνει τον ψυχισμό του, τον αποκτηνώνει, του καθορίζει τα ενδιαφέροντα, την ψυχαγωγία, τις επιλογές.

Μιλάει για την φιλία και για τους ανθρώπους που γίνονται μέντορές μας, για το πώς ο άνθρωπος με τον οποίο συνδεόμαστε είναι ουσιαστικά ο καθρέφτης μας. Πως η φιλία στηρίζεται και στηρίζει το αξιακό μας σύστημα. Πως γίνεται το στήριγμα μας.

Τέλος μιλάει για τον έρωτα, που είναι πάντα μαγικός, που δεν φοβάται τον θάνατο, την αρρώστια και τις κοινωνικές αποστάσεις. Που είναι τραγικός και αδιέξοδος και γι’ αυτό τον λόγο τελικά άφθαρτος.

Αυτό που με άγγιξε προσωπικά στο βιβλίου του Τόμας Μαν, ήταν η άποψή του – η εμμονή του, θα τολμούσε να πει κανείς – με τον χρόνο. Ένα βιβλίο γραμμένο 100 χρόνια πριν, περιγράφει κατά λέξη τις απορίες που συνεχίζει να έχει η ανθρωπότητα για τον χρόνο, για τον πως τον μετράμε, για το πώς τον αισθανόμαστε. Είναι ο χρόνος ο ίδιος για όλους. Είναι ο χρόνος ο ίδιος παντού στο σύμπαν? Σήμερα, ο χρόνος συνεχίζει να είναι το πιο κρίσιμο ερώτημα στην Θεωρητική Φυσική! Και μάλιστα τα ερωτήματα είναι ακριβώς έτσι διατυπωμένα…

Αυτό όμως δεν κάνει τελικά ένα βιβλίο να είναι κλασσικό? Το ότι είναι διορατικό, είναι πάντα επίκαιρο και θέτει ερωτήματα που είναι αιώνια.

P.S. Στις σκηνές που περιγράφουν το σανατόριο (τα δωμάτια, τα μπαλκόνια με την ωραία θέα όπου έκαναν κούρα κουκουλωμένοι με κουβέρτες οι ασθενείς, στο εστιατόριο) αναγνώρισα πολλά κινηματογραφικά αριστουργήματα (είδα εικόνες από έργα του Χίτσκοκ, από τον Αστακό του Λάνθιμου, από την φωλιά του Κούκου) και από στίχους τραγουδιών (Hotel California…) Χαμογέλασα και σκέφτηκα, πως – που ξέρεις – οι δημιουργοί τους ίσως είχαν διαβάσει «Το μαγικό βουνό» του Τόμας Μαν.

Το κατώφλι

freesisyfos

Τα σύννεφα είχαν κατεβεί πολύ χαμηλά, άγγιζαν θαρρείς τους ψηλούς μαντρότοιχους της φυλακής. Μουντό σκηνικό σε ακόμα πιο μουντή διάθεση, όλη η θλίψη του κόσμου μαζεμένη σε μερικά ζευγάρια μάτια που περίμεναν καρτερικά στον έλεγχο της φρουράς.

View original post 580 more words

Η κλέφτρα των βιβλίων – Κριτική σε μια ταινία και σε ένα βιβλίο

Poster.jpg.ashx

Συνήθως βλέπω τις ταινίες με χρονική καθυστέρηση… Σχεδόν ποτέ δεν έχω αρκετό χρόνο να τις απολαύσω στις αίθουσες, στην μεγάλη οθόνη. Η δουλειά, τα επαγγελματικά ταξίδια, οι προτεραιότητες που έχουν οι επαγγελματικές δραστηριότητες, το κάνουν δύσκολο, σχεδόν ακατόρθωτο.

Έτσι μένει η λύση του dvd/download από τους ιστότοπους που τις διαθέτουν στους χρήστες, ανά πάσα στιγμή και έναντι μικρού αντίτιμου ή των συνδρομητικών καναλιών. Με την επιλογή αυτή είδα πρόσφατα μια ταινία αρκετά γνωστή, «την κλέφτρα βιβλίων». Και ήταν η ταινία αυτή μια αποκάλυψη για μένα. Ίσως γιατί έχει την ποιότητα του εξαιρετικού κινηματογραφικού έργου, που επιπλέον στηρίζεται πάνω σε ένα  εξαιρετικό βιβλίο.

Με συνεπήρε στ’αλήθεια η ιστορία αυτού του μικρού, γενναίου κοριτσιού, που μέσα στην φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μέσα στην συνεχή αγωνία της πείνας και του ναζισμού, μέσα στον ανείπωτο πόνο από στην απώλεια όλων των αγαπημένων της – του αδελφού, μα και της μητέρας της – μέσα στον φόβο για το κακό, που μπορούσε το καθεστώς να κάνει στον θετό της πατέρα, εκείνη ανακαλύπτει την μεγάλη αγάπη της για τα βιβλία.

Καμία συνθήκη δεν ήταν υπέρ της. Η δίωξη των γονιών της λόγω των πολιτικών τους φρονημάτων την αναγκάζουν σε μια πρόωρη ορφάνια. Στην πιο τρυφερή ηλικία γίνεται – εκείνη μόνη – μάρτυρας στον θάνατο του αδελφού της από φυματίωση, και καταδικάζεται έτσι σε μια ζωή γεμάτη εφιάλτες. Και τέλος ο πόλεμος της στερεί την δυνατότητα να γράφει και να διαβάζει. Μέχρι και τα δέκα της δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει συστηματικά κάποια τάξη του σχολείου.

Κανένα από τα εμπόδια όμως δεν ήταν αρκετό. Στο σκοτεινό υπόγειο του σπιτιού των θετών γονιών της, με εργαλείο οποιοδήποτε άσχετο βιβλίο μπορούσε να κλέψει, εκείνη μαθαίνει γραφή και ανάγνωση. Τα βιβλία είναι μια ανάγκη της που –και να θέλει – δεν μπορεί να παραβλέψει.

Το πρωί μετά από τους βομβαρδισμούς, όταν τα συνεργεία σωτηρίας στην μικρή τους πόλη ψάχνουν και σώζουν πληγωμένους, όταν οι απελπισμένοι άνθρωποι γύρω της ψάχνουν και σώζουν ρούχα και ξύλα για την φωτιά, εκείνη ψάχνει και σώζει βιβλία. Και όταν το καθεστώς ρίχνει στην πυρά όλα τα βιβλία που δεν εγκρίνει και φοβάται, εκείνη δεν μπορεί να αντισταθεί. Τραβάει ένα βιβλίο από την φωτιά και το κρύβει στην αγκαλιά της.

Στον αγώνα της αυτό, έχει σύμμαχο και οδηγό τον θετό της πατέρα. Μέχρι που βρίσκει μια απρόσμενη σύμμαχο στο πρόσωπο της πλούσιας και απόμακρης κυρίας Δημάρχου, που στέλνει την μπουγάδα της στην θετή της μητέρα. Στο σπίτι του δημάρχου θα αντικρίσει με δέος μια σπάνια και τεράστια βιβλιοθήκη. Και την αγάπη του μικρού κοριτσιού για τα βιβλία θα τη νιώσει η άλλη μητέρα, που έχασε κι εκείνη ένα παιδί, που μοιραζόταν την ίδια λατρεία για το διάβασμα. Στο πρόσωπου του μικρού κοριτσιού, σκυμμένου πάνω σε ένα βιβλίο, θα βλέπει το γιο, που δεν γύρισε ποτέ από τον πόλεμο.

Όμως αυτός ο παράδεισος δεν θα κρατήσει πολύ, καθώς οι τάξεις και οι πολιτικές πεποιθήσεις, θα μπουν στην μέση και θα το διακόψουν.

Στην αγωνία για επιβίωση της θετής οικογένειας έρχεται να προστεθεί και το χρέος. Το χρέος για έναν νεαρό Εβραίο που πρέπει να σωθεί. Ο θετός πατέρας και η θετή μητέρα κάνουν μεγάλο αγώνα για ένα πιάτο φαγητό ακόμα, για ένα πάπλωμα και μια κουβέρτα, για λίγα ξύλα στην φωτιά. Η ανακάλυψη από τις αρχές σημαίνει θάνατο για όλους τους.

Όταν ο Μαξ, ο νεαρός Εβραίος  πέφτει βαριά άρρωστος, σε κώμα σχεδόν, μόνο το μικρό κορίτσι βρίσκει την θεραπεία. Δεν είναι το πιάτο ζεστό φαί που φέρνει η θετή μητέρα, ούτε το σκέπασμα που κουβαλά ο θετός πατέρας. Είναι η έμπνευση, τα συναισθήματα και οι εικόνες που γεμίζουν το δωμάτιο, όταν το μικρό κορίτσι διαβάζει ένα – ένα τα βιβλία που συστηματικά – και με κίνδυνο της ζωής της – κλέβει από την βιβλιοθήκη του Δημάρχου.

Το μικρό κορίτσι σώζει τον νεαρό Εβραίο με τις λέξεις. Γιατί κάποιοι άνθρωποι μόνο με τις λέξεις μπορούν να σωθούν.

Σκέφτηκα βλέποντας την ταινία, πως μόνο το βιβλίο μπορεί να μεταφέρει στον αναγνώστη αυτό το αίσθημα του δέους, που νιώθει ο αφηγητής του βιβλίου για το μικρό κορίτσι. Ένα δέος για την δύναμη της ζωής και της έμπνευσης απέναντι σε μια μελλοντική συγγραφέα, που συνεπήρε με τις ιστορίες της γενιές ολόκληρες και που σαν μικρό κορίτσι δεν ήξερε ούτε καν να διαβάζει. Ήταν απλά μια κλέφτρα βιβλίων.

Και έχει σημασία να πούμε εδώ πως ο αφηγητής του βιβλίου είναι ο ίδιος ο θάνατος. Ο θάνατος που καμιά φορά κι εκείνος συγκλονίζεται απέναντι στην δύναμη κάποιων ανθρώπων, κάποιων λέξεων και κάποιων βιβλίων.

kleftra2

Το φορεμα

minion708

Όλοι γι’αυτό μιλούσαν. Δεν υπήρχε πιο μεγάλο πολυκατάστημα σε ολόκληρη την Ελλάδα. Πολυ-κατάστημα… μέχρι και καινούρια λέξη είχε βρεθεί για να περιγράψει το Μινιόν. Φαντάσου….

Για τα ψώνια συνήθως πήγαιναν στην Νέα Ιωνία. Ωραία αγορά και προπαντός φτηνή. Έβρισκες να αγοράσεις, χωρίς να χρειαστεί να ξεφύγεις από τον προϋπολογισμό σου. Η μαμά βέβαια πάντα κοιτούσε υφάσματα, για την ακρίβεια ρετάλια. Τι ρετάλια όμως ήταν αυτά, αν ήταν κιόλας δυο μέτρα φάρδος; Αν έκοβες σωστά το πατρόν μπορούσες να βγάλεις δύο φούστες αντί για μία. Και η μαμά ήταν καλή σ’αυτό, ήταν καλή μοδίστρα. Ήταν βλέπεις πρόβλημα να ντύνεις τρία παιδιά, κι όλα κορίτσια…

Έραβε η μαμά, από τα ρετάλια έφτιαχνε φουστανάκια, φούστες και ζεκετάκια. Έραβε και για τον εαυτό της, φορέματα και φούστες. Σπάνια αγόραζε έτοιμα ρούχα για εκείνη.  Ποιος ο λόγος; Με την μοδιστρική έκανε την δουλειά της καλύτερα. Άλλωστε γέμιζε και τις ώρες στο σπίτι, να αλλάξει λίγο από το συγύρισμα και τις άλλες δουλειές.

Η Αγγελική σαν μεγαλύτερη (πήγαινε κιόλας Πέμπτη Δημοτικού) ήταν η πιο τυχερή. Αυτή , καθώς δεν είχε άλλο παιδί μπροστά της, έπαιρνε όλο καινούρια. Οι άλλες δύο τα έβρισκαν έτοιμα από εκείνη. Είχε υποχρέωση βέβαια, να μη τα χαλάσει, να τα κρατήσει καθαρά και κυρίως χωρίς σκισίματα και ξηλώματα, να τα βρουν έτοιμα και οι άλλες δύο. Να τα χαρούν και κείνες. Ήταν τα ρούχα – και τα παπούτσια –  κάπως σαν δανεικά, σαν αγαθά με μίσθωση χρόνου. Ήθελε μια υπευθυνότητα αυτό, μια σοβαρότητα, δεν ήταν αστείο πράγμα.

Όμως αυτήν την φορά ήταν αλλιώς. Πλησίαζαν Χριστούγεννα και θα πήγαιναν όλοι μαζί για βόλτα στο Μινιόν. Στο κέντρο της Αθήνας. Θα ανέβαιναν όλους τους ορόφους με τις κυλιόμενες σκάλες που άλλες σαν κι αυτές δεν θα βρεις σε κανένα κατάστημα στην πόλη. Θα έβλεπαν ρούχα, παιχνίδια, παπούτσια, πράγματα για το σπίτι… Θα ήταν φανταστικά!!!

Ήξεραν βέβαια ότι δεν μπορούσαν να αγοράσουν τίποτα. Δεν τους περνούσε καν από το μυαλό να ζητήσουν κάτι. Αυτό θα ήταν μεγάλη αυθάδεια, θα ήταν απρέπεια προς τους γονείς που μοχθούσαν τόσο. Ο μπαμπάς στην οικοδομή από το χάραμα ως την νύχτα, να δουλεύει στα χτισίματα όλες τις μέρες (όταν υπήρχε δουλειά) και τα Σάββατα (το Σάββατο δεν ήταν τότε αργία , και για τον μπαμπά δεν έγινε ποτέ)  και η μαμά στο σπίτι ακούραστη, να πλύνει, να μαγειρέψει, να συγυρίσει, να μεγαλώσει τρία παιδιά (που ήταν και κορίτσια) και που και που να παίρνει λίγη μοδιστρική στο σπίτι.

Στα πανηγύρια, στα παζάρια, στις βόλτες τα Σαββατόβραδα στο λούνα παρκ τα παιδιά δεν ζητούσαν. Μόνο κοίταζαν. Και μόνο όταν επέμενε ο μπαμπάς ανέβαιναν σε ένα παιχνίδι του λούνα παρκ, χωρίς βέβαια τη μαμά που τα φοβόταν. Όμως αυτό δεν μετρίαζε διόλου την διασκέδαση. Ήταν ένας κανόνας που δεν τον διατύπωσε ποτέ κανείς αλλά τον υπάκουγαν όλοι χωρίς κόπο. Κανένα παράπονο λοιπόν για τα γλυφιτζούρια – κοκοράκια που δεν αγόρασαν, ούτε για το στρίμωγμα στο λεωφορείο όταν γυρνούσαν σπίτι…

Έτσι και τώρα με το λεωφορείο κατέβαιναν στην Αθήνα. Στην Χαλκοκονδύλη έκανε τέρμα και μετά περπάτημα δύο βήματα και έφτασαν. Η πιο μικρή γκρίνιαζε κιόλας και ήθελε αγκαλιά, την πήρε ο μπαμπάς να μην τους καθυστερεί στην βόλτα τους.

Μα τι κόσμος ήταν αυτός στο Μινιόν. Όλη η Αθήνα είχε έρθει να το δει και για να ψωνίσει. Και τι δεν είδαν! Χριστουγεννιάτικα στολίδια και δέντρα. Τραίνα πάνω σε τεράστια τραπέζια που έκαναν γύρους κουβαλώντας τα φορτία τους και σφυρίζοντας. Μέχρι και τον ίδιο τον Αι-Βασίλη είδαν και τις πήρε μια – μια αγκαλιά στα γόνατά του!

Είδαν παιχνίδια αμέτρητα, ίδια με εκείνα που είχαν δει να φτιάχνουν η θεία τους και οι άλλοι εργάτες στο εργοστάσιο του Απέργη, κοντά στο σπίτι τους. Χόρτασε το μάτι τους. Τα μικρότερα κορίτσια κουράστηκαν και κάθισαν με τον μπαμπά σε μια γωνιά.

Η μαμά φώναξε τότε την Αγγελική

  • «Πάμε να δούμε κανένα φόρεμα για σένα για τις γιορτές, Αγγελική;». Χρειάζεσαι ένα, το κόκκινο σου μίκρυνε, θα το πάρει τώρα η Χριστίνα. Να πάρεις ένα και άμα το προσέχεις θα μείνει και για τις άλλες.

Η Αγγελική δε πίστευε στ’ αυτιά της. Μα ήταν δυνατόν; Θα ψώνιζε και φόρεμα;

Πήγαν με την μαμά στο τμήμα με τα κοριτσίστικα. Κι εκεί το είδε. Σοκολατί με βολάν στο τελείωμα. Σαν να το είχαν υφάνει με σοκολάτα.

  • «Μαμά, μου αρέσει αυτό το καφέ με τα βολάν. Να το δοκιμάσω; Και το δοκίμασε! Και ήταν πάνω της ακόμα πιο όμορφο. Με φούσκα μανικάκι και ραφή σφηγκοφωλιά στο στήθος και πίσω ζώνη με βολάν κι έναν φιόγκο. Δεν ήθελε τίποτε άλλο.
  • «Μαμά πώς σου φαίνεται; Μου πάει;»

Και στριφογύριζε συνεχώς για να φουσκώνουν τα βολάν. Σαν κύμα. Σε μια στροφή η μαμά έπιασε το ταμπελάκι με την τιμή που κρεμόταν. Δεν είπε τίποτα, δεν άλλαξε την έκφρασή της, μόνο για μια στιγμή έριξε το βλέμμα της στο πάτωμα. Η Αγγελική το κατάλαβε. Δεν μπορούσαν να το πάρουν. Δεν άφησε τον εαυτό της ούτε να βουρκώσει, δεν άφησε τον εαυτό της ούτε να αναστενάξει. Δεν έριξε το βλέμμα της στο πάτωμα, κοίταζε πέρα μακριά με χαμόγελο.

Η μαμά έφερε ένα πιο λεπτό βαμβακερό φορεματάκι, πτι καρό, ασπρόμαυρο πολύ χαριτωμένο. Αυτό ήταν το σωστό να πάρουν. Αυτό αγόρασαν. Το δοκίμασε και της πήγε κι αυτό καλά πάνω της κι ας ήταν αδυνατούλα.

Μετά οι μικρές αδελφούλες δεν άντεξαν άλλο και γκρίνιαζαν και ήταν ώρα πια να φύγουν. Ευτυχώς το λεωφορείο στην Χαλκοκονδύλη κάνει τέρμα, μπήκαν και κάθισαν. Βρήκαν θέσεις για όλους.

Όμορφα περνούσαν οι γιορτές, με τραγούδια και κάλαντα, με γλυκά και ξεκούραση. Το πτι καρό ασπρόμαυρο φορεματάκι πήγε στην εκκλησία για τα Χριστούγεννα, πήγε επισκέψεις σε Χρήστους και Μανώληδες και Χριστίνες.

Μια μέρα, λίγο πριν την Πρωτοχρονιά, η μαμά φώναξε την Αγγελική στο υπνοδωμάτιο των γονιών που είχε και την ραπτομηχανή μέσα.

  • «Βάλτο λίγο να το δω πάνω σου, μήπως θέλει να το πάρω λίγο πουθενά».

Το είδε και δεν πίστευε στα μάτια της. Το ίδιο εκείνο σοκολατένιο φόρεμα, με τα βολάν και τις σφηγκοφωλιές! Θα πρέπει να της πήρε μέρες. Μα πώς το έκανε ίδιο; Ένα απόγευμα το είχε δει μόνο για λίγο μέσα στην φασαρία του Μινιόν.

Ήθελε τόσα να της πει. Πώς είχε ένα μεγάλο ευχαριστώ μέσα στην καρδιά της για εκείνη. Για τον κόπο της να το κάνει τόσο όμορφο, για τον χρόνο που ξέκλεψε από τις ανελέητες δουλειές και από την φροντίδα των μωρών. Πώς σήμαινε τόσα πολλά που το είχε προσέξει, πόσο της είχε αρέσει το φόρεμα αυτό, και που έδωσε τόση αξία στην επιθυμία ενός κοριτσιού, που ήταν πολύ καλά εκπαιδευμένο να μην επιθυμεί τίποτα…

Είχε δυο χέρια για αγκαλιά και τόση αγάπη για να την κάνει δύο φιλιά για εκείνη.

  • « Καλό σου είναι!» είπε μόνο η μαμά και βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο.

Εκείνη την χρονιά η Αγγελική φόρεσε το σοκολατένιο φόρεμα πολύ, χωρίς όμως να το χαλάσει. Το πρόλαβαν και το χάρηκαν και οι δυο μικρότερες αδελφές της.

Για τον εαυτό της κράτησε αυτήν την εικόνα του κοριτσιού που στριφογύριζε φορώντας τα βολάν από σοκολάτα, να τη λέει σαν παραμύθι στις κόρες της, όταν τις παίρνει σφιχτά αγκαλιά το βράδυ και τις φιλάει πολλές φορές, για καληνύχτα.